Ο Στάθης Μαντζώρος εξομολογείται στο altsantiri.gr το πάθος του για το «Χειμωνιάτικο Παραμύθι»

Συνέντευξη στη Ναταλία Κάππα

Είναι μεγάλη χαρά όταν συναντάς ανθρώπους με πάθος για αυτό που κάνουν. Ένα μεσημέρι, κάπου στα Πετράλωνα, βρεθήκαμε με έναν τέτοιον άνθρωπο, με τον ηθοποιό Στάθη Μαντζώρο που, αυτήν την περίοδο, τον απολαμβάνει η όμορφη Θεσσαλονίκη. Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΒΘΕ) έχει ανεβάσει το «Χειμωνιάτικο Παραμύθι» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ μέσα από την πρωτοπόρα σκηνοθετική ματιά του πολυβραβευμένου ρουμάνου δημιουργού Σίλβιου Πουρκαρέτε (Silviu Purcărete).

Όταν βρεθήκαμε με τον Μαντζώρο και πριν καλά καλά έρθει ο καφές, είχε αρχίσει ήδη σαν ποταμός το χειμώνα, να κατεβάζει εικόνες και σκέψεις για μία παράσταση που από τις περιγραφές του είναι ένας λόγος για να ανέβει κανείς στη συμπρωτεύουσα.

Αλλά καλύτερα να σας παραθέσω τα δικά του λόγια, πλούσια σε περιεχόμενο και πληροφορία, σχετικά με τον Πουρκαρέτε -που έχει κερδίσει το θαυμασμό και την βαθιά εκτίμησή του- και την παράσταση που είναι μια πρόκληση και πρόσκληση σε έναν άλλο κόσμο, αυτό των ονείρων.

-Πώς βρέθηκες στο ΚΘΒΕ;
Είχα δεχθεί και στο παρελθόν προτάσεις από το ΚΘΒΕ, όπου είτε εγώ δεν μπορούσα, είτε δεν ήμουν ακόμα έτοιμος να πάω στη Θεσσαλονίκη να κάνω θέατρο. Αυτή τη φορά όμως και λόγω της εξαιρετικής δουλειάς που κάνει ο Γιάννης Αναστασάκης με τη Μαρία Τσιμά, καθότι έχουν δώσει μια φοβερή εξωστρέφεια στο ΚΘΒΕ τόσο με τις επιλογές όσο και με τη δουλειά τους, ήταν ένα φοβερό ερέθισμα ώστε να ανέβω.

-Ποια είναι η εμπειρία σου δουλεύοντας με έναν διεθνούς φήμης ξένο θεατρικό σκηνοθέτη;
Μοναδική. Η συνεργασία με τον Πουκαρέτε και την ομάδα του, με συνεπήρε καθότι ο συνδυασμός της απλότητας με την γνώση σε αυτό που κάνουν είναι μαγικός. Εγώ στερούμαι την οικογένειά μου, πηγαίνοντας στη Θεσσαλονίκη, για να απολαύσω ακριβώς αυτό το ταξίδι. Η σοκαριστική απλότητα και η ευγένεια που έχει ο Σίλβιο Πουκαρέτε είναι θέση ζωής και με έχει καταγοητεύσει. Όπως λέει και ο Άντονι Χόπικνς «Βλέπω γύρω μου στη δουλειά μου ανθρώπους να νομίζουν πως είναι κάποιοι και θέλω να τους ψιθυρίσω στο αυτί – «ένας κλόουν είσαι, ηθοποιός, μην παίρνεις τον εαυτό σου τόσο στα σοβαρά». Κανείς δεν νοιάζεται για το τι σκέφτεσαι. Μόνο εσύ ενδιαφέρεσαι.»

-Πώς είδε ο Πουρκαρέτε το «Χειμωνιάτικο Παραμύθι»;
Η ματιά του Σίλβιο Πουκαρέτε πάνω στο έργο είναι ένα εφιαλτικό παραμύθι με ευχάριστο τέλος, αν και αυτό έχει να κάνει με τον θεατή και τη διαθεσιμότητά του από τη στιγμή που θα δει όλο αυτό το «ταξίδι» και θα τον συνεπάρει. Στη διαδρομή αυτή χρησιμοποιεί τα υλικά του θεάτρου στο μέγιστο βαθμό. Πρόσωπα και προσωπεία. Είμαι και Δείχνω. Κρύβομαι και αποκαλύπτομαι. Κλαίω και γελάω. Όλα είναι ένα εφήμερο παιχνίδι όπως η ζωή μας. Έτσι και η σκηνική διαδικασία.

Μέσα σε έναν εφιάλτη και μέσα στα όνειρα τα πάντα μπορεί να συμβούν. Όλοι ζούμε στο σκοτεινό όνειρο του Λεόντιου που καταλήγει στο φως. Αυτό όμως όπως προείπα έχει να κάνει και με το θεατή. Το τέλος θα είναι δικό του. Του δίνει το περιθώριο να γίνει συνένοχος, που και αν ακόμη δεν ταυτιστεί με τον Λεόντιο γιατί είναι στα άκρα, θα έχει πάρει μέρος σε όλη αυτή τη διαδρομή ώστε στο τέλος να κρατήσει αυτό που θέλει.

-Οι ηθοποιοί πώς ζείτε αυτό το παραμύθι;
Η παράσταση αυτή είναι μία μοναδική εμπειρία για ηθοποιούς και θεατές. Ειδικά στο πρώτο μέρος έχει στήσει ένα απίστευτο λαϊκό παραμύθι, έχει δημιουργήσει δηλαδή συνθήκες και υλικά με μια παιδική αθωότητα να διατρέχει όλη την ιστορία, ώστε να δημιουργηθεί –με στοιχεία γκροτέσκ- αυτός ο εφιάλτης του Λεόντιου.
Αυτή η παρατεταμένη παιδική ματιά διαπερνά τις σκηνές και τα συμβάντα του έργου, με υλικά που δομούνται και το επόμενο λεπτό διαλύονται, όπως κάνουν τα παιδιά έτσι και εμείς οι ηθοποιοί κάθε βράδυ. Δηλαδή όπως ένα παιδί παίρνει τα τουβλάκια του και τα φτιάχνει, τα διαλύει για να τα ξαναφτιάξει, αυτή η αίσθηση της παρατεταμένης παιδικής ιδέας διαπερνά τη ματιά πάνω στην ανάγνωση που έκανε ο Σίλβιου στο «Χειμωνιάτικο Παραμύθι».
Στοιχείο που συνδέει τα ονειρικά, το όνειρο μέσα στο όνειρο σαν τις μπάμπουσκες, είναι πάντα ο ηθοποιός. Ένας ηθοποιός με στοιχεία κλόουν, έτοιμος να γελάσει, να πέσει, να πονέσει, να κλάψει και όταν πια δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο να βιώσει την απόλυτη μοναξιά και αμέσως μετά να καλέσει τους φίλους του να παίξουν. Όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή όπως έχει πει και ο Σαίξπηρ σε ένα άλλο έργο του, στο «Όπως σας αρέσει» και ο Σίλβιο Πουρκαρέτε το πιστεύει εξίσου και το αποδεικνύει περίτρανα με την σκηνοθετική ματιά του.


Είμαστε όλοι θεατρίνοι και αυτή η ιδιότητα συνδέει τα ασύνδετα, ενώνει τα ακραία, ενώ μας συμφιλιώνει παράλληλα με τη σκοτεινότερη πλευρά του εαυτού μας. Τελειώνοντας αυτό το ταξίδι, θεατές και θεατρίνοι συμφωνούν ότι τελικά το βίωμα δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο το σχόλιο πάνω σε κάτι που ζήσαμε. Και αυτό είναι ένα νέο ρεύμα που επικρατεί αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη. Δηλαδή το βιωματικό θέατρο παραδίδει τη σκυτάλη του σε κάτι άλλο που έρχεται. Δεν υπάρχει βίωμα αλλά μία περίεργη αποστασιοποίηση.




-Γιατί είναι καλύτερο αυτό από την πρότερη κατάσταση την βιωματική;
Δεν ξέρω αν είναι καλύτερο ή χειρότερο, είναι απλά μια διαφορετική πρόταση. Και αυτή φέρνει με πολύ απλά υλικά ο Πουκαρέτε δημιουργώντας μια μοναδική ποιητική εικόνα.

-Οπότε είναι η πρώτη φορά που εσύ ως ηθοποιός βιώνεις μια τέτοια σκηνοθετική προσέγγιση στο θέατρο;
Θα σου πω. Αυτό το πράγμα το έχει προσεγγίσει με ένα δικό του τρόπο και ο Δημήτρης Λιγνάδης στην «Ορέστεια» που είχαμε κάνει στο Εθνικό Θέατρο. Είχε δώσει και αυτός μια αίσθηση της κλοουνερί δημιουργώντας ένα «λούνα παρκ». Που σημαίνει ότι η παιδική του ματιά στον τρόπο προσέγγισης αυτού του κειμένου ήταν ισχυρή και καθοδηγούσε τα πράγματα, δίνοντας και ένα υποκριτικό στίγμα. Κάτι ανάλογο, τραβηγμένο στα άκρα, μέσα από τον εφιάλτη του Λεόντιου, το κάνει ο Σίλβιο Πουκαρέτε.

-Εσένα ως ηθοποιός σε εξιτάρει αυτού του τύπου η δουλειά…
Σαφώς. Αφενός με κινητοποιεί, αφετέρου με απενοχοποιεί και με ελευθερώνει. Είναι περφόρμανς: έχει ζογκλέρ, έχει μουσική, είναι ένα σύνθετο πράγμα, σε αυτό που βλέπεις, σε αυτό που ακούς και σε αυτό που βιώνεις. Μέσα από αυτή τη δουλειά για παράδειγμα ανακάλυψα το παιδικό μου κομμάτι που είχε ανάγκη να εκφραστεί. Σκέψου ότι τα πιο δραματικά κομμάτια του ρόλου βγαίνουν μέσα από το παιχνίδι χωρίς όμως να είναι παιδικό θέατρο. Το γεγονός ότι βιώνεις κάτι παιδικό και την ίδια στιγμή το αποδομείς, ενισχύει την τραγικότητα αυτού του πράγματος που σου συμβαίνει. Τόσο για αυτόν που το παίζει, όσο και για αυτόν που το βλέπει. Η συνεργασία μου με τον τεράστιο Πουκαρέτε, αυτόν τον άνθρωπο που ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο και κάνει θέατρο, με τιμά και με πηγαίνει ένα βήμα παρακάτω. Αυτό που κάνουμε στην παράσταση είναι ανατρεπτικό, κάτι σαν rave party που κάνει το κεφάλι σου να χοροπηδάει.

Πληροφορίες για την παράσταση

Το «ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ» ανεβαίνει πρώτη φορά στο ΚΘΒΕ.

Με Λεόντιο το Στάθη Μαντζώρο και Ερμιόνη την Κλειώ Δανάη Οθωναίου.

Σημείωμα σκηνοθέτη: Τι ιδέα κι αυτή να προτείνεις το Χειμωνιάτικο παραμύθι σε μια πόλη που ποτέ δεν βρέχει, ούτε χιονίζει, όπου δεν βλέπεις ποτέ σύννεφα και μέσα Νοεμβρίου, άνθρωποι με κοντομάνικα συχνάζουνε τη νύχτα στα έξω τραπεζάκια των καφέ. Αναρωτιέμαι τι νόημα έχουν αυτές οι άγνωστες λέξεις όπως παγετός, χιονοθύελλα κι άλλα τρομακτικά συστατικά του χειμώνα για τους ανθρώπους αυτής της γοητευτικής πόλης όπου η ιερότητα και το κοσμικό κατοικούν τόσο αρμονικά μαζί. Κι όμως, το έργο του Σαίξπηρ δεν έχει να κάνει με χιόνια κι άλλα μετεωρολογικά φαινόμενα. Έχει να κάνει με την υποθερμία της καρδιάς, με αρκούδες κι αρκουδάκια, ξόρκια στο φεγγαρόφωτο και άλλα πολλά παράλογα.” Σίλβιου Πουρκαρέτε

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:

Μετάφραση: Νίκος Χατζόπουλος, Σκηνοθεσία: Silviu Purcarete

Ηθοποιοί: Μομώ Βλάχου (Μαμίλλιος, Περντίτα), Θεόδωρος Ιγνατιάδης (Πολύξενος), Πάνος Καμμένος (Μουσικός, Aυλικός, Ένας βοσκός), Ζωή Λύρα (Δορκάς, Κυρία της Αυλής), Στάθης Μαντζώρος (Λεόντιος), Γιάννης Μαστρογιάννης (Μουσικός, Αυλικός, Ένας βοσκός), Χρήστος Μαστρογιαννίδης (Δίων/ Κλεομένης, Ένας βοσκός), Γιολάντα Μπαλαούρα (Μόψα, Κυρία της Αυλής), Ηλίας Μπερμπέρης (Κωμικός, Αυλικός), Δημήτρης Ναζίρης (Αντίγονος), Χρίστος Νταρακτσής (Γερό-Βοσκός, Αυλικός), Κλειώ Δανάη Οθωναίου (Ερμιόνη), Τάσος Ροδοβίτης (Φλοριζέλ, Αυλικός), Φωτεινή Τιμοθέου (Παυλίνα), Γιώργος Τσαγκαράκης (Κλεομένης/ Δίων, Ένας βοσκός), (Αλέξανδρος Τσακίρης (Κάμιλλος), Σαμψών Φύτρος (Αυτόλυκος και πολλοί άλλοι…)

Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών
Κάθε Σάββατο με υπέρτιτλους στα αγγλικά (από 24/11).

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη στις 18:00, Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο στις 20:30, Κυριακή στις 19:00

Τιμές εισιτηρίων
Τετάρτη – Πέμπτη: Γενική είσοδος: 5€

Παρασκευή: Κανονικό εισιτήριο: 10€ (Θέσεις πλατείας), Εκπτωτικό εισιτήριο: 8€ (Θέσεις εξώστη, Φοιτητικό, Άτομα άνω των 65), Ομαδικό εισιτήριο: 7€ (για κρατήσεις άνω των 20 ατόμων)

Σαββατοκύριακο: Κανονικό εισιτήριο: 13€ (Θέσεις πλατείας), Κανονικό εισιτήριο: 10€ (Θέσεις εξώστη), Εκπτωτικό εισιτήριο: 8€ (Φοιτητικό, Άτομα άνω των 65), Ομαδικό εισιτήριο: 7€ (για κρατήσεις 20 ατόμων και άνω)





Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook