«Ο δεσμός ανάμεσα σε εκείνον που συγχωρεί και εκείνον που συγχωρείται είναι αληθινά μεγαλειώδης» (video)

Το altsantiri.gr είδε το Λα Πουπέ και μίλησε με τον συγγραφέα Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη

Συνέντευξη στη Ναταλία Κάππα

Πάντα με γοήτευαν οι θεατρικοί μονόλογοι. Αν και δεν είμαι κάποια ειδική του θεάτρου πολλά από τα ωραία που έχει τύχει να δω στο θέατρο τα τελευταία χρόνια είναι οι μονόλογοι. Αυτό το one man – one woman show που σου δίνει την αίσθηση ότι ο ηθοποιός τα λέει μόνο για σένα, μία κάποιου είδους εξομολόγηση.

Ένα τέτοιο (και ακόμα πιο ιδιαίτερο) έργο είδαμε τις προάλλες στο Από Μηχανής Θέατρο. Το Λα Πουπέ είχε παιχτεί προ δεκαετίας για πρώτη φορά με την Άννα Κοκκίνου και είχε κερδίσει κοινό και κριτικούς. Φέτος, ανέβηκε υπό την σκηνοθετική ματιά της Σεβαστιάνας Αναγνωστοπούλου, όπου στο ρόλο της Ρίκας απολαύσαμε τη Θεοδώρα Τζήμου.

Αυτό που ξεχωρίσαμε πρωτίστως στο έργο ήταν το κείμενο. Απλό και σύνθετο μαζί, φωτεινό και σκοτεινό, ανατρεπτικό και ζωντανό. Μία φανταστική ιστορία που ταξιδεύει στο αχανές της πληγωμένης ανθρώπινης ψυχής. Για αυτό και αναζητήσαμε τον συγγραφέα που βρίσκεται από πίσω, που διόλου τυχαία είναι και λογοτέχνης.

Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, αν και σπούδασε νομική και υποκριτική, αγαπάει το γράψιμο. Έχει γράψει πολλά βιβλία και θεατρικά, κάποια εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί σε 5 γλώσσες, ενώ έχει βραβευτεί εντός και εκτός συνόρων. Τον εντοπίσαμε και μιλήσαμε για το Λα Πουπέ, τα θέματα που αγγίζει αλλά και για τη λογοτεχνία που τόσο αγαπάμε.

– Λα Πουπέ, όπως λέμε κούκλα. Η κούκλα ως ένα σύμβολο της παιδικής αθωότητας και ξεγνοιασιάς. Η ηρωίδα έχει αφιερώσει τη ζωή της σε αυτές, επειδή ξαφνικά της την στέρησαν; Πόση «βία» μπορεί να αντέξει μία παιδική ψυχή;
Νομίζω πως η παιδική ψυχή, παρά το φαινομενικώς αντίθετο, είναι αρκετά ανθεκτική. Δεν σπάει εύκολα. Αλλά όμως γρατζουνίζεται, σημαδεύεται. Και αργότερα, στην ενήλικη ζωή, τότε που είναι πολύ ευπαθέστερη, οι παλιές μικρές ρωγμούλες αρχίζουν ξαφνικά και κρακελάρουν, γίνονται ρηγματώσεις. Συνήθως η κατάρρευση έρχεται, θέλω να πω, πολύ αργότερα. Στην ωριμότητά μας.

– Είναι η συγχώρεση –και ό,τι ακολουθεί μάλλον την απουσία της- ένα από τα βασικά πράγματα που διαπραγματεύεται τελικά το Λα Πουπέ;
Πολύ σωστά. Πρόκειται για μια θεματική που με απασχολούσε πάντα, θυμάμαι. Η συγχώρεση, ιδίως στην ολοκληρωτική και γνήσια μορφή της, είναι ίσως το μοναδικό καλό πράγμα που μπορεί να γεννηθεί από μια μοχθηρή ανθρώπινη πράξη. Ο δεσμός ανάμεσα σε εκείνον που συγχωρεί και εκείνον που συγχωρείται είναι αληθινά μεγαλειώδης και διαφορετικός από οποιονδήποτε άλλο. Απαιτεί όμως μια υπέρβαση που δύσκολα γίνεται κατορθωτή, ιδίως όταν το έγκλημα είναι μεγάλο. Γι’ αυτό και ο πραγματικά “συγχωρεμένος” είναι, εν τέλει, ο νεκρός! Αλλά το έργο εδραιώνεται και πάνω στον άλλο δίδυμο άξονα της συγχώρεσης. Στο μίσος. Σε μισώ καθώς ποτέ δεν σε συγχώρεσα για κάτι που έκανες, κι εσύ με μισείς γιατί ποτέ δεν σου το συγχώρεσα.

– Η ταραγμένη ψυχή της ηρωίδας έχει βρει καταφύγιο στα κουκλίστικα φουστάνια, στην παρέα μίας ηλικιωμένης, στη θέα ενός λιγνού αγοριού και στην… Αττική οδό; Πόσο κοντά είμαστε όλοι στη σκοτεινή μας πλευρά; Εσύ την έχεις δει ή νιώσει τη δική σου;
Φυσικά και την έχω αντικρίσει. Αλλιώς δεν θα μπορούσα να γράψω. Αυτή η «σκοτεινή φωνή» που λέει κι ο Κοκτώ είναι που οδηγεί το χέρι του συγγραφέα. Σκοτεινή δεν σημαίνει απαραίτητα διαβολική ή αποτρόπαια, σημαίνει πρωτίστως βαθιά, ανεπεξέργαστη, αρχέγονη, υποσυνείδητη και τελικά πολύτιμη. Εκεί όπου βρίσκεται ο πυρήνας της ύπαρξης. Είναι πολύ σπουδαίο, και όχι μόνο για τον συγγραφέα, να συναντάς κάποιες στιγμές τον άυλο εσένα.

– Πόσο καιρό δούλευες την ηρωίδα σου; Εμπνεύστηκες από κάποιο πραγματικό πρόσωπο, ένα λογοτεχνικό υπάρχον πρόσωπο ή είναι καθαρά αποκύημα της φαντασίας σου;
Πρόκειται για καθαρό αποκύημα φαντασίας. Άλλωστε, η κατασκευή ενός ήρωα, ενός προσώπου, από το απόλυτο μηδέν είναι από τις απολαυστικότερες και δημιουργικότερες πτυχές της δουλειάς του συγγραφέα. Αλλά βέβαια, το γεγονός πως τον ρόλο θα τον ερμήνευε η Άννα Κοκκίνου, η οποία μου είχε πρωτοπαραγγείλει το έργο 11 χρόνια πριν, είχε σαν αποτέλεσμα ο χαρακτήρας αυτός να ποτιστεί, κατά κάποιον τρόπο, από την ποιητική, αλλόκοτη αύρα που αναδίδει το πραγματικό τούτο πρόσωπο. Χωρίς, όμως, σε καμιά περίπτωση να προσπαθεί το κατασκευασμένο να την απεικονίσει πιστά.
Δεν απαίτησε πολύ χρόνο ο τοκετός, δύο, δυόμισι μήνες. Το φινίρισμα όμως κράτησε αρκετά περισσότερο.

– Σε παλαιότερη συνέντευξή σου είχες πει «Το θέατρο είναι ένα ξεμυάλισμα ή, ίσως, μια νοσταλγική επιστροφή στα νεανικά και φιλόδοξα χρόνια» (στο Βήμα, 2009). Δεν είναι η φιλοδοξία ένα καύσιμο για να πάμε πιο κοντά στον καλύτερό μας εαυτό; Η πεζογραφία δεν απαιτεί μία κάποια φιλοδοξία;
Η φιλοδοξία είναι απαραίτητη για οποιοδήποτε βήμα κάνεις στη ζωή ή στην τέχνη σου. Οποιοδήποτε όραμα συλλαμβάνει ο ανθρώπινος νους, καλλιτεχνικό ή άλλο, ενεργοποιείται και ρολλάρει από την επιθυμία σου να επιτύχει. Και μαζί με αυτό να επιτύχεις, κατά συνέπεια, κι εσύ. Διόλου κακό. Ηθικό ζήτημα εγείρεται όταν καλείσαι να θυσιάσεις ορισμένα πράγματα για την υλοποίηση του οράματος αυτού. Ποια πράγματα, και σε ποιον βαθμό είσαι διατεθειμένος να θυσιάσεις; Πόσο νερό βάζεις στο κρασάκι σου, εκεί είναι το θέμα. Και πόσο, στάλα στάλα, το νερό που προσθέτεις αραιώνει, ξεπλένει, ξασπρίζει εσένα ως πρόσωπο. Αυτό, ναι, είναι κακό.

– Πόσο έχει αλλάξει η συγγραφή βιβλίων τον 21ο αιώνα; Πόσο ρομαντικός (ή μη) πρέπει να είναι ένας νέος που ονειρεύεται να γίνει λογοτέχνης στις μέρες μας;
Η επινοητικότητα του συγγραφέα και ο μηχανισμός λειτουργίας της, καθώς και η παράλληλη εξάσκηση των εκφραστικών εργαλείων, παραμένουν στην ουσία τους ίδια και απαράλλαχτα παρά το πέρασμα των εκατονταετηρίδων. Οι τρόποι αποτύπωσης αλλάζουν. Μπορεί, ελαφρώς, και η θεματολογία, στην επιφάνειά της τουλάχιστον. Όσο για το «ρομαντικός» είναι ένας περίεργα φορτισμένος όρος. Θα έλεγα ότι εκείνο που χρειάζεται να έχει ο νέος (αλλά και ο μη νέος) συγγραφέας είναι ένα κράμα ευαισθησίας, καλού γούστου και οξυδέρκειας.

– Ποιος συγγραφέας σε έχει αγγίξει περισσότερο;
Είναι πολλοί. Και όσο περνούν τα χρόνια συνειδητοποιώ ότι είναι το κράμα όλων όσων έχω διαβάσει και με σημάδεψαν κατά καιρούς, το κράμα είναι αυτό που διαμόρφωσε, πιθανότατα, και το δικό μου συγγραφικό δρόμο. Όχι, ένας ένας ξεχωριστά. Κι όσο περισσότερο περνάει ο καιρός τόσο πιο δύσκολα ανιχνεύονται μέσα στο κράμα οι ατομικές (σπουδαίες) φωνές. Λιώνει η μια μέσα στην άλλη, μπερδεύονται και βγαίνει ένα απόσταγμα. Το απόσταγμα του καλού γραψίματος. Μόνο αυτό μένει.

– Ένα βιβλίο που διάβασες τελευταία και προτείνεις;
Πέλα Σουλτάτου «Ανάποδες στροφές». Απτό παράδειγμα για το πώς μπορεί και η πιο ωμή γλώσσα να δουλευτεί με τη λεπτότητα δαντέλας. Για τη δύναμη της αφήγησης, επίσης.

– Συμφωνείς με τη μεταφορά βιβλίων στην μεγάλη/μικρή οθόνη ή και στο θέατρο;
Ούτε συμφωνώ ούτε διαφωνώ. Άλλοτε πετυχαίνει μια μεταφορά, άλλοτε όχι. Το αποτέλεσμα, και μόνο, θα κρίνει κάθε φορά το εγχείρημα. Θα ήταν βλακώδες να έστεκε κανείς αντίθετος εκ προοιμίου. Κι έπειτα, το κοινό μοιάζει να επικροτεί τέτοιου είδους απόπειρες.

– Ποιο βιβλίο σου θα μπορούσες να φανταστείς ότι θα μπορούσε να γίνει κινηματογραφικό ή θεατρικό έργο;
Εγώ; Κανένα. Δεν μπορώ να φανταστώ ένα ήδη τετελεσμένο για μένα πεζογράφημα αναπλασμένο, αναδομημένο σε άλλη μορφή. Μ’ αρέσει να προχωρώ σε νέα σχέδια, νέες ιδέες. Ό,τι γέγονε, γέγονε. Κάηκε και έγινε καπνός, ελευθερώθηκε από μέσα μου. Αυτό, βέβαια, δεν αποκλείει την πιθανή επιθυμία ενός άλλου δημιουργού να καταπιαστεί με μια τέτοιου είδους μεταγραφή. Σε αυτή την περίπτωση μιλάμε όμως για ένα νέο, αυθύπαρκτο καλλιτεχνικό όραμα – και εν τέλει για ένα καινούριο έργο κάποιου άλλου ανθρώπου.
Υπάρχει ήδη άλλωστε στα σκαριά σχέδιο μεταφοράς του πρώτου μου μυθιστορήματος στον κινηματογράφο από κάποιον σκηνοθέτη.

(φωτογραφίες: Γιάννης Λουκής)

 

ΛΑ ΠΟΥΠΕ
Η Ρίκα και ο σκαραβαίος της επιστρέφουν στη σκηνή. Δέκα χρόνια μετά την πρώτη του παράσταση, το εμβληματικό έργο του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη ΛΑ ΠΟΥΠΕ επιστρέφει. Γιατί να μην μπορεί η Ρίκα να επισκεφτεί την κυρία Νέλλη; Τι γράφει το γράμμα της; Πόσα σοκολατάκια επιτρέπονται; Γιατί οι οδηγοί είναι το χειρότερο είδος ανθρώπου; Φορέματα για κούκλες ή για κοριτσάκια;

Κείμενο: Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης
Σκηνοθεσία/Βίντεο: Σεβαστιάνα Αναγνωστοπούλου
Με τη Θεοδώρα Τζήμου
Από Μηχανής Θέατρο (Πάνω Σκηνή), Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο
Για δύο ακόμα Κυριακές (12 & 19 Μαΐου) στις 21:00
Διάρκεια: 90 λεπτά


Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook