Η διεθνούς φήμης σοπράνο Μυρτώ Παπαθανασίου μιλάει στο altsantiri.gr για την Alcina, τον έρωτα, τις ανθρώπινες σχέσεις και φυσικά την Όπερα (video)

Μαζί της στο Ηρώδειο ο Γιώργος Πέτρου και οι Μουσικοί της Καμεράτας

Συνέντευξη στη Ναταλία Κάππα

Την Alcina την γνωρίζετε; Είναι μία γυναίκα που ερωτεύτηκε χωρίς όρια, μία πραγματική μάγισσα που «φώναξε» το φως και το σκοτάδι της ψυχής της χάριν της αγάπης της για έναν άνδρα.

Για πρώτη φορά συστήθηκε στο κοινό του Λονδίνου, το 1735. Ο δημιουργός της Händel τότε διένυε τα πιο φημισμένα και δημιουργικά του χρόνια. Από τότε, το έργο του φιλοξενήθηκε στα μεγαλύτερα θέατρα του κόσμου, κάνοντάς το ένα από τα πιο δημοφιλή της μπαρόκ εποχής.

Εμείς θα έχουμε την ευκαιρία να το παρακολουθήσουμε στο μαγευτικό χώρο του Ηρωδείου, αυτόν τον Ιούλιο, στο πλαίσιο του φεστιβάλ Αθηνών.

Στο ρόλο της μάγισσας Alcina θα απολαύσουμε τη διάσημη σοπράνο Μυρτώ Παπαθανασίου, η οποία έχει ερμηνεύσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε σπουδαία θέατρα της Ευρώπης, όπως στην κρατική όπερα της Βιέννης, στην όπερα του Παρισιού και την όπερα της Στουτγάρδης.

Όλο το καστ βέβαια αποτελείται από σπουδαίους καλλιτέχνες όπως μας αναφέρει και η ίδια παρακάτω, έχοντας στο πλευρό της στον συμπρωταγωνιστικό ρόλο τη διεθνούς φήμης μέτζο σοπράνο Μαίρη-Έλεν Νέζη και έναν από τους κορυφαίους ερμηνευτές της μουσικής του G. F. HÄNDEL, τον διάσημο μαέστρο Γιώργο Πέτρου. Ο καταξιωμένος Έλληνας πρόσφατα ανέλαβε τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή του διεθνούς φεστιβάλ Händel στο Göttingen, ενός από τα παλιότερα φεστιβάλ όπερας του κόσμου. Μαζί του οι εκλεκτοί Μουσικοί της Καμεράτας–Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής.

Την Μυρτώ Παπαθανασίου εντοπίσαμε στο Μονπελιέ και μιλήσαμε αρκετή ώρα στο τηλέφωνο για την Alcina, τον έρωτα, την Όπερα και όλα αυτά λίγο πριν τις δύο μεγάλες παραστάσεις στο Ηρώδειο.

Πόσα κοινά έχει η Alcina του 1735 με αυτήν του 2019;
Την εποχή που είχε γραφτεί η όπερα, τον 18ο αιώνα, τα θέματα που έλκυαν πάρα πολύ τότε ήταν τα αρχαιοελληνικά και οι μυθικές περισσότερο ιστορίες. Στη δική μας εποχή αυτού του είδους οι ιστορίες δεν είναι τόσο αγαπητές όπως τότε, αλλά όμως τι γίνεται: η Αλτσίνα έχει πάρα πολλά κοινά με το σήμερα γιατί διαπραγματεύεται καταρχάς τον έρωτα και τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Δείχνει φανερά έναν παθιασμένο έρωτα, πως ξεκινάει και πως καταλήγει, πως χειραγωγεί, πως καταφέρνει να προδοθεί, πως χάνει τον έλεγχο από το δόσιμο σε αυτόν ακριβώς τον έρωτα.
Αυτό που βρίσκω εγώ ως κοινό σήμερα είναι αυτού του είδους οι δυνατές σχέσεις, οι σχέσεις που οδηγούν στην αυτοκαταστροφή και στη χειραγώγηση. Πόσα ζευγάρια αλήθεια δεν προδίδουν ο ένας τον άλλο; Έτσι, βρίσκω όλα αυτά τα στοιχεία ότι είναι κοινά. Για αυτό και νομίζω ότι είναι ένα έργο που δίνει χώρο στη συμμετοχή του θεατή. Γιατί ασχολείται ακριβώς με αυτά τα πάθη των ηρώων.

– Πώς θα χαρακτηρίζατε τη μάγισσα Alcina;
Είναι η γυναίκα μυστήριο, είναι μία γυναίκα που έχει δυνάμεις μαγικές, μεταφυσικές που μεταμορφώνει σε ζώα και φυτά τους εραστές της… Είναι μαύρο και άσπρο μαζί. Είναι ένας χαρακτήρας με αντιθέσεις: είναι ευάλωτη, είναι εκρηκτική, είναι σαγηνευτική, έχει τα στοιχεία της εκδίκησης πολύ έντονα μέσα της, είναι εύθραυστη αλλά και δυναμική, χρησιμοποιεί τους άλλους, χρησιμοποιεί τις δυνάμεις της για να μαγνητίσει και να παγιδεύσει.
Στο τέλος όμως καταλαβαίνει το λάθος της, γιατί μέσα από την προδοσία του έρωτα που έτρεφε για τον Ruggiero, που έχει ακόμα και μέχρι το τέλος, παρόλα αυτά μετά καταλαβαίνει και το κακό που έκανε στις ζωές των άλλων: πως επηρέασε την ελευθερία των άλλων, πως τους απομόνωσε. Για αυτό λέγαμε και με τον Γιώργο Πέτρου, ότι ένα κατάλληλο τέλος θα ήταν αυτό της αυτοκαταστροφής.

– Δηλαδή ακόμα και αυτοκτονία;
Μπορεί και αυτό.

– Τη βλέπουμε δηλαδή να μετανιώνει στο τέλος…
Ναι, ναι καταλαβαίνει τι κάνει, έχει συνείδηση. Μου αρέσει γιατί η σκηνοθεσία θα είναι αρκετά ρεαλιστική παρόλο που μιλάμε για μπαρόκ όπερα του 18ου αιώνα.

-Αυτό είναι ένα ωραίο στοιχείο, ότι συνειδητοποιεί δηλαδή τι έχει κάνει, κάτι που θα μπορούσε να είναι ένα είδος κάθαρσης για την ηρωίδα;
Ακριβώς. Θα ήθελα στο σημείο αυτό να πω ότι και μουσικά, πέρα από δραματουργικά, υπάρχουν όλες αυτές οι αντιθέσεις. Έχει άριες πολύ λυρικές, πολύ απαλές, άλλες άριες εκρηκτικές -ειδικά όταν επικαλείται τα Θεία-, όταν βλέπει ότι δεν έχει πια αυτή τη δύναμη που είχε πριν, όταν θέλει πάλι να εκδικηθεί (τότε έχει πιο γρήγορα περάσματα). Αυτή η όπερα έχει μία τεράστια γκάμα. Θα έλεγα ότι είναι ένα έργο που βάζει το θεατή μέσα. Ο Χέντελ ήξερε πολύ καλά να το κάνει αυτό.

 

– Για εσάς, πόσο σημαντικός είναι ο έρωτας στη ζωή σας;
Είναι πάρα πολύ σημαντικός. Είναι πηγή έμπνευσης. Είναι για την ψυχή βάλσαμο, πολλές φορές και βάσανο (γελάει). Δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτόν και αφορά όλες τις ηλικίες.

– Με διαφορετική μορφή όμως. Αλλιώς ερωτευόμαστε στα 20 και αλλιώς στα 40.
Σίγουρα και αυτό είναι το φυσιολογικό. Αλλά πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ανοιχτοί στον έρωτα αρκεί να βρουν το κατάλληλο πρόσωπο.

– Έχει σχέση ο έρωτας στο σανίδι με αυτό που συμβαίνει εκεί έξω;
Έχει πραγματική σχέση, μόνο που στην όπερα δίνεται με έναν λυρισμό καθώς είναι ένα ολόκληρο πακέτο πολύ διαφορετικά δοσμένο. Τα έντονα συναισθήματα άλλωστε είναι τα ίδια, η τρέλα που βγαίνει όταν είμαστε ερωτευμένοι είναι το ίδιο όπως είναι και στην όπερα. Λειτουργούμε περίεργα όταν είμαστε σε κατάσταση «καταστολής» (γελάει).

– Η τέχνη τροφοδοτείται από τη ζωή και η ζωή από την τέχνη;
Ναι αλλιώς ούτε θα άγγιζαν, ούτε θα γραφόντουσαν αυτά τα έργα με αυτά τα θέματα. Ο έρωτας είναι κάτι που έχει απασχολήσει τον άνθρωπο από τότε που υπάρχει. Και από τη στιγμή που γεννιόμαστε ασχολούμαστε με τον έρωτα και τον ερωτισμό.

– Πόσο επίκαιροι είναι οι μεγάλοι δημιουργοί όπως ο Händel;
Είναι επίκαιροι γιατί ουσιαστικά η μουσική έχει μία τέτοια μεγαλοσύνη, απεραντοσύνη και οικουμενικότητα που σε βρίσκει και σε αγκαλιάζει πάντα. Έτσι όπως είναι γραμμένη, είναι από μόνη της η μουσική κάτι που σε γαληνεύει, κάτι που σε μαγεύει τη στιγμή που την ακούς.
Αλλά και τα θέματα. Πώς είναι για παράδειγμα το Ρωμαίος και Ιουλιέττα; Είναι ένα κλασικό έργο, καθώς πάντα θα υπάρχουν αυτές οι αντιθέσεις στην κοινωνία μας. Όπως είναι και οι πολιτικές ίντριγκες. Πάντα τα ίδια έκαναν οι άνθρωποι.

– Το περιτύλιγμα αλλάζει;
Ναι, ο σταυρός που σηκώνει ο καθένας. Μία αρρώστια για παράδειγμα που κάποτε ήταν η χολέρα και σήμερα είναι ο καρκίνος.

 

– Η εν λόγω παραγωγή φιλοξενεί πολλά ονόματα της όπερας. Πώς είναι μία τέτοια εμπειρία;
Ξεκινάμε από το γεγονός ότι όταν μαζεύεται ένα πολύ καλό καστ, με μία πολύ καλή ορχήστρα και με έναν πολύ καλό μαέστρο είναι οι συνθήκες ιδανικές. Θέλω να πιστεύω ότι θα δώσουμε στο αθηναϊκό -και όχι μόνο κοινό- ότι καλύτερο μπορούμε, μία πολύ προσηλωμένη και σοβαρή δουλειά. Αγαπάμε πάρα πολύ αυτήν την όπερα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το καστ είναι όλο πολύ καλό, είμαστε όλοι ορεξάτοι και δυνατοί για αυτό το πρότζεκτ και θα κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Πραγματικά είμαστε πολύ ενθουσιασμένοι με αυτήν την παραγωγή.

Επιπλέον, είναι ένα έργο που το έχω παίξει στο εξωτερικό με πολύ καλούς σκηνοθέτες, έχω μεγάλη εμπειρία και νομίζω ότι είναι μία πολύ καλή ευκαιρία να τη δείξουμε στο κοινό, σε ανοιχτό θέατρο στην Αθήνα.
Για μένα προσωπικά ήταν μία πρόκληση να βγει αυτή η όπερα στο Ηρώδειο, παρόλο που είναι ένας χώρος δύσκολος για να ανεβάσεις όπερα, γιατί δεν έχεις τις ίδιες μηχανικές δυνατότητες που έχεις σε ένα κλειστό θέατρο.

– Είναι όμως ένας μοναδικός χώρος το Ηρώδειο…
Ναι είναι, όπως είναι και η Επίδαυρος. Σε αυτούς τους χώρους δεν μπορείς να στήσεις σκηνικά. Βέβαια, αυτή είναι και μία πρόκληση.
Πρέπει να δώσεις εσύ ο ίδιος πάρα πολύ και πρέπει να είναι πολύ ξεκάθαρη η σκηνοθετική γραμμή έτσι ώστε να περάσει ξεκάθαρα και στο κοινό. Σε τέτοιους ιδιαίτερους χώρους το θέαμα πρέπει να είναι πολύ φινετσάτο, να έχει λεπτότητα, να έχει γούστο, αισθητική.

 

– Πως βλέπετε το ελληνικό κοινό απέναντι στην Όπερα;
Κοιτάξτε, υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν έρθει ποτέ σε επαφή ή που δεν έχουν πάει να δουν μία παράσταση ζωντανά. Υπάρχει ένα κοινό που την αγαπάει την Όπερα και την ακολουθεί πιστά, έχει φανεί αυτό στις παραστάσεις που σε ακολουθεί ο κόσμος. Είναι ένα κοινό που είναι ανοιχτό, θερμό και θέλει να ακούει, να μαθαίνει, να πειραματίζεται. Δεν έχει ίσως την τόσο εις βάθος γνώση και μελέτη όπως ένα αυστριακό, γερμανικό, ιταλικό, ή ένα γαλλικό κοινό αλλά παρόλα αυτά υπάρχει μία μεγάλη μερίδα του κοινού που ασχολείται, πάει και στο εξωτερικό.

– Έχει και στην Ελλάδα δηλαδή το δικό της κοινό;
Ναι και θεωρώ ότι η πρώτη φορά που θα δει κάποιος Όπερα παίζει πολύ σημαντικό ρόλο το ποιοι θα είναι οι ερμηνευτές και πως θα το εισπράξει. Αυτό εξαρτάται πάρα πολύ από την ποιότητα, γιατί η πρώτη εντύπωση πολλές φορές είναι αυτή που θα μας κάνει να ακυρώσουμε κάτι ή που θα μας κερδίσει ολοκληρωτικά.
Επίσης, αν και πολλοί πιστεύουν ότι η Όπερα είναι για την ελίτ, εγώ πάλι δεν συμφωνώ. Όταν τα έγραφαν οι συνθέτες τους τα έργα, τα έγραφαν για να τα δει όλος ο κόσμος, δεν ήταν μόνο για την ελίτ και την αριστοκρατία.

Πληροφορίες για την παράσταση

Ωδείο Ηρώδου Αττικού, 6 και 7 Ιουλίου 2019

George Frideric Handel: ALCINΑ
Όπερα σε τρεις πράξεις

Σκηνοθεσία-Μουσική διεύθυνση: Γιώργος Πέτρου
Σκηνικά/κοστούμια: Γιωργίνα Γερμανού
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου

Alcina: Μυρτώ Παπαθανασίου
Ruggiero: Μαίρη ‘Ελεν Νέζη
Morgana: Μυρσίνη Μαργαρίτη
Bradamante: Angelique Noldus
Oronte: Γιάννης Καλύβας
Oberto: Δώρα Μπάκα
Melisso: Πέτρος Μαγουλάς

Οι Μουσικοί της Καμεράτας-Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής (σε όργανα εποχής)

Χορωδία: Armonia Atenea

 

 


Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook