Από “Το δικό μας σινεμά” στον Ίψεν – Η Κατερίνα Λέχου μιλάει στο altsantiri.gr




Συνέντευξη στη Ναταλία Κάππα

Δεν χρειάζεται να πούμε πολλά εισαγωγικά για μία από τις πιο αγαπημένες ηθοποιούς της χώρας. Η πάντα όμορφη Κατερίνα Λέχου, με το αφοπλιστικό χαμόγελο και τη ραδιοφωνική φωνή, σε κερδίζει σε μία συζήτηση με την ίδια ευκολία που σε κερδίζει βλέποντάς την είτε στο θέατρο, είτε σε κάποια από τις πολλές τηλεοπτικές επιτυχίες που μετράει στο βιογραφικό της. Απλή και συγκεκριμένη σε όσα πιστεύει, ειλικρινής και αυθεντική απέναντι στα πράγματα, ένας ζωντανός άνθρωπος χωρίς φανφάρες που θα ήθελες να είχες φίλη σου.

Μιλήσαμε για το θέατρο, το σινεμά και την τηλεόραση. Για το τι σημαίνει να είσαι ηθοποιός, τι της αρέσει να κάνει στον ελεύθερό της χρόνο. Μιλήσαμε για την υπερ-παράσταση «Το δικό μας σινεμά» που παίζει δίπλα σε πλήθος από μεγάλα και αγαπημένα ονόματα αλλά και για τον Ίψεν που θα ανεβάσει το χειμώνα.

Δεκατρείς θεατρικές παραστάσεις, 20 τηλεοπτικές σειρές (στις μισές εκ των οποίων σε πρωταγωνιστικό ρόλο) και μόλις 2 ταινίες (και 2 ως guest). Τι έχει συμβεί με τον κινηματογράφο; Γιατί είναι τελευταίος και καταϊδρωμένος;
Αυτό πρέπει να το ρωτήσεις στο Κέντρο Κινηματογράφου, στο Υπουργείο Πολιτισμού, στους σκηνοθέτες. Είναι πολύ δύσκολο να γίνουν ταινίες γιατί δεν υπάρχει παραγωγή. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει μια βιομηχανία, δεν θα μπορούσε άλλωστε, αλλά έστω μία βιοτεχνία, σαν της Ιταλίας ή της Γαλλίας δεν υπάρχει… ό,τι ταινίες γίνονται είναι συνήθως low budget και είναι πολύ λίγες.

– Εσύ το αγαπάς το σινεμά παρόλα αυτά;
Πάρα πολύ!

– Οπότε δεν είναι δική σου επιλογή του να μην κάνεις.
Απλώς, δεν πιστεύω στην Ελλάδα μετά τον Φίνο υπήρξε πραγματικά παραγωγή ταινιών, δηλαδή άνθρωποι οι οποίοι να δουλεύουν στο σινεμά ως επί το πλείστον. Δεν έχει ξανα-υπάρξει αυτό.

– Αν και βλέπουμε, με κάποιες προσπάθειες όπως το Φεστιβάλ Δράμας και κάποιες καλές παραγωγές, ότι προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μία βάση, μία κινηματογραφική κουλτούρα…
Ναι, ταινίες γίνονται. Πάντα γίνονταν. 10-15, μικρού και μεγάλου μήκους, αλλά αυτό δεν χαρακτηρίζεται παραγωγή παρά μεμονωμένα παραδείγματα. Έτσι το αντιλαμβάνομαι εγώ τουλάχιστον.

– Οι τηλεοπτικές δουλειές που ξεχωρίζεις, βάσει άλλων συνεντεύξεων που έχεις δώσει, είναι το «Είσαι στο ταίρι μου», το «Ευτυχισμένοι μαζί» και το «Νησί». Δύο κωμωδίες και ένα δράμα. Σε ποιο είδος αισθάνεστε περισσότερο ο εαυτό σου; Αν έκανες αύριο πάλι μία σειρά, θα ήταν κωμωδία ή κοινωνικό/δράμα;
Και το «Παράθυρο στον ήλιο» που ήταν η πρώτη μου δουλειά με την Μιρέλλα Παπαοικονόμου, στην ΕΡΤ1, είναι πολύ αγαπημένη δουλειά, καθότι έπεσα στα βαθιά με την μία γιατί είχα τον απόλυτα πρωταγωνιστικό ρόλο. Φαντάσου ότι για 8 μήνες δεν είχα ούτε μία μέρα ρεπό και επωμίστηκα κάτι που αν δεν πήγαινε καλά θα οφειλόταν κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό σε μένα. Ήταν μεγάλη ευθύνη, έμαθα πάρα πολλά και την αγαπώ αυτήν τη δουλειά. Και μου έμεινε και μία φίλη, η Μιρέλλα.

– Οπότε παίζεις κωμωδία και δράμα με την ίδια αγάπη;
Κοίταξε, εγώ κωμωδία κωμωδία δεν παίζω. Δεν είμαι σαν τον Μπέζο και τον Φιλιππίδη, δεν είμαι κωμική ηθοποιός, είμαι κομεντιέν. Δηλαδή είμαι καλός δέκτης του χιούμορ και μπορώ να πετάξω την μπάλα πίσω, γιατί και ένας κωμικός μόνος του δεν παράγει το αστείο, θέλει και συμπαίκτη. Εγώ είμαι ένας καλός συμπαίκτης. Αυτό εν ολίγοις είναι ο κομεντιέν. Και αλήθεια δεν έχω καμία προτίμηση, είναι θέμα σεναρίου, συγκυρίας, ανθρώπων.

– Τηλεόραση θα σε δούμε πάλι να κάνεις;
Δεν εξαρτάται από μένα. Εγώ δεν είμαι ούτε παραγωγός, ούτε καναλάρχης, ούτε σκηνοθέτης, ούτε σεναριογράφος. Είμαι ένας απλός υπάλληλος.

– Διάβαζα σε ένα παλαιότερο άρθρο στο Αθηνόραμα, ότι το αθηναϊκό θέατρο το 2015 «έκλεισε» με 1.542 παραστάσεις. Πώς το ακούς αυτό και τι σκέψεις σου γεννάει;
Αυτό έρχεται και δένει με όσα είπαμε πριν. Επειδή το θέατρο μπορεί να γίνει και είναι φτηνό σπορ, να ανεβούν παραστάσεις σε οποιονδήποτε χώρο, με ελάχιστο κόστος και απλήρωτους ανθρώπους… Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη έκφρασης αλλά το σινεμά και η τηλεόραση έχουν ανάγκη από λεφτά, τουλάχιστον ένα μίνιμουμ χρημάτων, οπότε οι καλλιτέχνες διοχετεύουν τη δημιουργικότητά τους στο θέατρο. Είναι τόσο απλό. Από την άλλη, αυτό είναι και το χαρακτηριστικό του Έλληνα. Ο Έλληνας πάει μόνος του. Έχει ένα μαγαζί μόνος του. Ένα δίπλα άλλο μόνος του. Ένα άλλο δίπλα μόνος του. Τρεις μαζί δεν κάνουν μαγαζί. Για αυτό μου αρέσει αυτό που συμβαίνει στην τελευταία δουλειά.




– Τώρα μου έκανες πάσα για την επόμενη ερώτηση: Στην τελευταία θεατρική παράσταση που τρέχει αυτόν τον καιρό, έχετε μαζευτεί πολλοί από την αφρόκρεμα θα λέγαμε της ελληνικής υποκριτικής και της showbiz. Πώς είναι μία τέτοια εμπειρία;

Για μένα είναι πολύ ενδιαφέρον αυτό, αυτός ο συγκερασμός, αυτή η επιμειξία. Άνθρωποι από διαφορετικούς χώρους, διαφορετικών ηλικιών και διαφορετικής κουλτούρας που φέρει ο καθένας έναν διαφορετικό κόσμο. Εγώ έχω να μάθω κάτι από κάποιον άλλον, να δω κάτι. Έτσι το βλέπω και μου αρέσει αυτό. Επίσης, βλέπεις ότι αυτό λειτουργεί και στο κοινό, γιατί κάποιος που δεν γουστάρει τη Λέχου αλλά αγαπάει πάρα πολύ τη Γερασιμίδου, έρχεται. Σου λέει θα την υποστώ και τη Λέχου (γελάει).

– Σωστά δεν γίνεται να μην του αρέσει κάποιος από τους 17 που παίζετε…
Ε ναι, όλο και σε κάποιον έχουν αδυναμία. Και μετά στο όλο, αν είναι καλοφτιαγμένο βεβαίως, βλέπεις ότι χωράνε όλοι. Όλοι αγαπιούνται σε ένα βαθμό.

– Οι αντιδράσεις του κοινού μέχρι τώρα;
Εγώ συνολικά λαμβάνω πολύ θετικές αντιδράσεις και ξέρεις τι βλέπω; Ότι όχι «Μου άρεσες εσύ» αλλά «Τι ωραία παράσταση!». Για εμένα αυτό είναι το πραγματικό κομπλιμέντο. Αν μου πει κάποιος «ήσουν πάρα πολύ καλή εσύ αλλά…», «ωχ» λέω «την πατήσαμε, δεν είναι καλή η παράσταση».

– Οπότε είσαι ικανοποιημένη από τη δουλειά που τρέχει τώρα;
Είμαι πάρα πολύ αν και είναι ζόρικο το καλοκαίρι.

– Διακοπές προβλέπονται;
Ούτε μισή ώρα. Αυτό είναι δύσκολο. Δεν ξέρω αν μπορώ να το ξανακάνω με την έννοια ότι υπερβαίνει τις δυνάμεις μου. Και ψυχικές και σωματικές.

– Μέχρι πότε είναι η παράσταση;
Μέχρι περίπου τέλος Σεπτέμβρη. Όπου αρχίζουμε και πρόβες ταυτόχρονα για το χειμερινό. Και καβαλάνε οι πρόβες τις παραστάσεις και μετά πας ασθμαίνοντας να κάνεις πρεμιέρα στο καινούργιο έργο. Για μένα είναι κάτι που δεν είναι επιλογή μου. Μου αρέσει να κάνω ένα πράγμα τη φορά, αν και δεν συμφωνούν όλοι με αυτό, σου λένε «Και τι έγινε; Έτσι είναι η δουλειά…»

– Ποια είναι αυτή η δουλειά του χειμώνα;
«Αρχιμάστορας Σόλνες» του Ίψεν. Ίσως το πιο δυνατό του έργο, το πιο αυτοβιογραφικό, το πιο βαθύ. Στη χώρα μας έχει ανέβει κάποιες φορές, κατά τη γνώμη μου όχι πολύ επιτυχώς, για αυτό δεν έχει εγγραφεί στη μνήμη των ανθρώπων. Μία γνωστή παράσταση ήταν με τον Χορν, η οποία όμως είναι πολύ παλιά.

– Το παρακάτω αφορά στο επάγγελμα και καλό θα ήταν κάποια πράγματα να ακούγονται από έμπειρους ηθοποιούς. Αν και υπάρχει υπερ-πληθώρα ηθοποιών, πολλά παιδιά συνεχίζουν -λόγω της αναγνωρισιμότητας που προσφέρει αυτό το επάγγελμα, την εποχή και των social media- να το επιλέγουν. Έχοντας δηλαδή όχι πάντα ως αφετηρία την πραγματική αγάπη για το θέατρο. Τι σημαίνει να είσαι ηθοποιός στην Ελλάδα του 2019;
Καταρχήν θεωρώ ότι δεν είμαι έμπειρη ηθοποιός και αυτό αποδεικνύεται περίτρανα κάθε φορά. Τι εννοώ: φέτος κάνω ένα είδος που δεν το έχω ξανακάνει ποτέ: μία μουσική παράσταση, σχετικά σπονδυλωτή, στην οποία πρέπει να δημιουργήσω το νήμα γιατί έχει μεγάλα χάσματα – περάσματα χρόνου, με τραγούδι, με όλα. Κάνω κάτι που δεν το έχω ξανακάνει.
…Άρα τι έμπειρη ηθοποιός. Ξεκινάω πάλι από το μηδέν, πάλι πρέπει να μάθω, πάλι πρέπει κάποιος έμπειρος να με καθοδηγήσει. Ευτυχώς που ήταν ο Ρέππας, γιατί αυτό το είδος το ξέρει πάρα πολύ καλά. Οπότε, δεν υπάρχει έμπειρος ηθοποιός.
Δεύτερον, όπως έχει πει ο Βασίλης Παπαβασιλείου και το ενστερνίζομαι πάρα πολύ «στα 20 θες να γίνεις ηθοποιός, στα 30 νομίζεις ότι είσαι ηθοποιός, στα 40 αρχίζεις να γίνεσαι ηθοποιός». Αυτό τα λέει όλα. Και φαντάζομαι, για να μην το περιορίζω μόνο στη δική μας τη δουλειά, ότι αυτό ισχύει στις περισσότερες δουλειές.
Αν θέλεις να έχεις τη ζωντάνια σου, την ενεργητικότητά σου ανεβασμένη, δεν μπορείς να πεις ότι κάτι το ξέρεις γιατί τότε θα φτάσεις σε ένα τέλμα. Έτσι το αισθάνομαι τουλάχιστον εγώ. Όταν κάτι δεν το ξέρω, μου κινεί το ενδιαφέρον. Σαν ένα παιδί που ανακαλύπτει ένα καινούργιο παιχνίδι. Επίσης, ως γνωστόν ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο,

– Και τελικά τι σημαίνει να είσαι ηθοποιός;
Μεγάλη θυσία προσωπική: εννοώ θυσιάζεις προσωπικό χρόνο, σχέσεις, αν είσαι γονέας ώρες με το παιδί σου. Οι ώρες είναι άστατες, ρεπό δεν υπάρχουν, άρα είναι κόπος πολύς. Βέβαια όταν κάνεις με αγάπη αυτή τη δουλειά, σου γυρνάει πίσω όλο αυτό που έχεις δώσει, σε ανατροφοδοτεί. Για μένα αυτή η δουλειά είναι η αγάπη μου. Αλλά είναι και δουλειά και απαιτεί επαγγελματισμό. Ούτε τσάμπα θέλω να την κάνω, ούτε εύκολα θέλω να την κάνω διότι είμαι επαγγελματίας. Γιατί και αυτό είναι λίγο παρεξηγημένο, ότι είναι μία δουλειά που θέλει ερασιτεχνισμό. Δεν θέλει καθόλου ερασιτεχνισμό, απεναντίας θέλει τον πλήρη επαγγελματισμό.

– Αλλάζοντας κλίμα, πες μας έναν ταξιδιωτικό προορισμό που θα ήθελες πολύ να πας.
Δεν είναι ένας. Έχουμε τόση ποικιλία από μέρη στην Ελλάδα. Ένα όνειρό μου είναι να κάνω ένα roadtrip παράκτια. Θα μου άρεσε πάρα πολύ αυτό. Ενδεχομένως στην Πελοπόννησο και να ανακαλύπτω ψαροχώρια, μικρά μέρη στα οποία θα μπορείς να κάθεσαι όσο θέλεις. Δύο τρεις μέρες,όσες σου αρέσει. Αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον και μπορείς να δεις και περισσότερα πράγματα.

– Να πάρεις και το σκυλί μαζί… Αυτό που το πας.
Ναι, βεβαίως. Όταν ενηλικιωθεί γιατί τώρα κάνει σαν αγρίμι (γελάει). Είναι μικρή, ζωηρή και πολύ δυνατό σκυλί, πρέπει να έχεις το νου σου, μην χαζεύεις…

– Τι αγαπάει να κάνει η Κατερίνα στον ελεύθερό της χρόνο; Όταν υπάρχει αυτός…
Πάντα υπάρχει ελεύθερος χρόνος και πάντα υπάρχει αυτό το λίγο διάστημα που μπορείς να φυγαδέψεις το μυαλό σου όπου γουστάρεις και αγαπάς. Αυτό δεν μπορεί να στο πάρει κανείς. Μπορεί να είναι ένα τέταρτο τη μέρα, μπορεί να είναι μία ώρα, είναι κάτι που μπορείς να το κάνεις. Και εγώ το κάνω. Το φυλάω για τον εαυτό μου αυτό.
Είναι λίγο τετριμμένο αλλά το διάβασμα πάντα είναι μία ξεκούραση για μένα. Δεν το κάνω για να γίνω μορφωμένη. Είμαι ημιμαθής και αμόρφωτη. Αλλά είναι μία τέτοια διαφυγή του μυαλού μου γιατί πραγματικά μπαίνω σε μία άλλη ιστορία, βγαίνω από τον μικρόκοσμό μου και βυθίζομαι σε μία άλλη πραγματικότητα που είναι για μένα η απόλυτη ξεκούραση. Μετά ακολουθεί η χαρά, η ευτυχία και βέβαια η γνώση.
Επίσης, μου αρέσει να κινούμαι, να περπατάω, όταν μου δίνεται η ευκαιρία μου είναι πολύ ευχάριστο να κάνω έναν περίπατο, πράγμα δύσκολο σε αυτήν την πόλη που ζούμε.

– Και τότε πώς επέλεξες το κέντρο για να ζήσεις;
Το επέλεξα βάσει τρόπου ζωής. Αφού όλα μου τα πράγματα είναι εδώ κοντά. Δηλαδή δεν μπορώ να αντέξω να είμαι στο αυτοκίνητο τρία τέταρτα με μία ώρα για να φτάσω. Άλλος το κάνει, γιατί σου λέει όταν θα γυρίσω στο σπίτι μου θα είμαι σε έναν άλλο κόσμο. Εγώ δεν μπορώ να το κάνω αυτό. Δεν μπορώ να χάσω τόση ώρα. Και έτσι το επέλεξα βάσει χώρου εργασίας.
Ένα άλλο πράγμα που μου αρέσει να κάνω είναι γυμναστική. Προσπαθώ δηλαδή να βρω τρόπους να ξεκουράζω τον εγκέφαλό μου. Τώρα τελευταία, παρόλο που μισούσα τις χειρωνακτικές εργασίες, έχω δει ότι και αυτό όταν το κάνεις με σκέψη, όταν οργανώνεις για παράδειγμα ένα ντουλάπι, σκέφτεσαι μόνο αυτό, οπότε ξεκουράζεις το μυαλό σου από τα υπόλοιπα. Άρα αυτά που αγαπώ να κάνω, είναι αυτά που ξεκουράζουν το μυαλό μου.





Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook