Παίρνει «σάρκα και οστά» το σχέδιο Πολιτείας και Εκκλησίας – Τι προβλέπει για μισθούς ιερέων

  • Στην επιτροπή διαλόγου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου το σχέδιο υλοποίησης της Συμφωνίας Πολιτείας-Εκκλησίας
  • Γαβρόγλου: Αποσαφηνίστηκαν πολλά και σημαντικά πράγματα και άρα έχουμε πάει ένα βήμα παραπέρα
  • Σύμπνοια Φαναρίου – Εκκλησίας της Ελλάδας για τη μισθοδοσία των κληρικών

Το μεσημέρι της Τρίτης 12 Φεβρουαρίου, έγινε στο υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων η δεύτερη συνάντηση της επιτροπής διαλόγου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο πλαίσιο του συνεχιζόμενου διαλόγου για την κατάρτιση Συμφωνίας μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας.

Στη συνάντηση παραβρέθηκαν ο υπουργός Κώστας Γαβρόγλου, ο γενικός γραμματέας της κυβέρνησης, ο γενικός γραμματέας του υπουργείου και ο γενικός γραμματέας Θρησκευμάτων. Στην επιτροπή διαλόγου της ΔΙΣ δόθηκε δεκασέλιδο σχέδιο υλοποίησης της Συμφωνίας Πολιτείας – Εκκλησίας.

Σύμφωνα με το σχετικό δελτίο Τύπου του υπουργείου, με το σχέδιο αυτό αναιρούνται οριστικά όλες οι ανησυχίες που είχαν εκφραστεί, είτε λόγω ελλιπούς ενημέρωσης είτε λόγω παρανόησης, μετά την κοινή ανακοίνωση από τον πρωθυπουργό, Αλέξη Τσίπρα, και τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο του σχεδίου Συμφωνίας Πολιτείας – Εκκλησίας της 6ης Νοεμβρίου 2018. Στο σχέδιο καταγράφονται οι σημαντικοί λόγοι για τους οποίους αυτή η ιστορικής σημασίας συμφωνία θα είναι αμοιβαία επωφελής και για τα δύο μέρη, καθώς και για τον εφημεριακό κλήρο.

Συγκεκριμένα, το σχέδιο προβλέπει την κατάρτιση σ/ν, το οποίο θα αποτελείται από τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος θα κυρώνεται αυτούσιο το κείμενο της Συμφωνίας Πολιτείας – Εκκλησίας, όπως τελικά θα διαμορφωθεί μετά την ολοκλήρωση του διαλόγου και τα υπόλοιπα δύο μέρη θα περιέχουν εφαρμοστικές διατάξεις για την υλοποίηση της Συμφωνίας ως προς τα δύο βασικά σκέλη της: Τη μισθοδοσία των κληρικών και λαϊκών υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος και την ίδρυση και λειτουργία Ταμείου Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας.

Ειδικά, ως προς τη μισθοδοσία του κλήρου, η προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση όχι μόνο δεν θίγει το υφιστάμενο καθεστώς, αλλά, αντιθέτως, το βελτιώνει ουσιωδώς, καθώς η νομική θέση και τα δικαιώματα (υπηρεσιακά, μισθολογικά, ασφαλιστικά, συνταξιοδοτικά κ.ά.) των κληρικών για πρώτη φορά κατοχυρώνονται με τις θεσμικές εγγυήσεις που παρέχει η κύρωση διμερούς συμφωνίας.

Έτσι, από τη Συμφωνία και την προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση:

Παραμένει αμετάβλητο και δεν θίγονται το υπηρεσιακό καθεστώς και η μονιμότητα, όπως ισχύει σήμερα, των κληρικών ως θρησκευτικών λειτουργών και υπαλλήλων ΝΠΔΔ.

Παραμένει αμετάβλητο και δεν θίγεται το ύψος των αποδοχών των κληρικών, το οποίο εξακολουθεί να καθορίζεται από το ενιαίο μισθολόγιο, όπως εκάστοτε ισχύει και ακολουθεί τις αυξήσεις των δημοσίων υπαλλήλων.

Παραμένει αμετάβλητος και δεν θίγεται ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής των αποδοχών των κληρικών, η οποία θα εξακολουθήσει να ενεργείται από την Ενιαία Αρχή Πληρωμής.

Επιπροσθέτως, η μισθοδοσία των κληρικών θωρακίζεται ακόμα περισσότερο σε σχέση με το υφιστάμενο καθεστώς, καθότι:

Ιδρύεται Ταμείο Μισθοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο οποίο θα καταβάλλεται ετησίως από το κράτος, σε αναγνώριση υποχρέωσης που θα απορρέει από κυρωθείσα με νόμο Συμφωνία, η δαπάνη μισθοδοσίας του αριθμού των σήμερα μισθοδοτούμενων κληρικών. Τα σχετικά ποσά δεσμεύονται, υπό τον αυστηρό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατ’ αποκλειστικότητα για τη μισθοδοσία του κλήρου, η οποία θα ενεργείται διά της Ενιαίας Αρχής Πληρωμής.

• Όπως έχει, ήδη, νομοθετηθεί, συνιστάται Μητρώο Κληρικών και Λαϊκών Υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο οποίο εγγράφεται το σύνολο όσων μισθοδοτούνται με πόρους του Ταμείου Μισθοδοσίας και υπέρ των οποίων κατοχυρώνονται όλα τα δικαιώματα που σήμερα απολαμβάνουν οι κληρικοί (υπαγωγή στο ενιαίο μισθολόγιο, καταβολή μισθού από την Ενιαία Αρχή Πληρωμής κ.λπ.).

Το σημαντικότερο είναι ότι, για πρώτη φορά, όλα τα παραπάνω κατοχυρώνονται με τρόπο που δεν επιτρέπει τη μονομερή ανατροπή τους από την Πολιτεία. Με το υφιστάμενο καθεστώς, τόσο η μισθοδοσία όσο και το υπηρεσιακό καθεστώς και τα δικαιώματα των κληρικών βρίσκονται σε επισφάλεια, καθόσον έχουν παραχωρηθεί με κοινό νόμο, δηλαδή, επαφίενται μονομερώς στη βούληση της Πολιτείας και, ανά πάσα στιγμή, μπορούν να μεταβληθούν προς το δυσμενέστερο με νεότερο νόμο.

Η ξεχωριστή σημασία του προτεινόμενου σχεδίου έγκειται στο ότι προβλέπει την κύρωση της Συμφωνίας με νόμο, με συνέπεια τα συμφωνηθέντα και κυρωθέντα με νόμο να μην είναι πλέον δυνατόν να τροποποιηθούν στο μέλλον μονομερώς, με νόμο του κράτους. Οποιαδήποτε μεταβολή μόνο με νεότερη τροποποιητική Συμφωνία των δύο μερών θα είναι δυνατή.

Τέλος, με το Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας προκύπτουν σημαντικά οικονομικά οφέλη, τόσο για το Δημόσιο όσο και για την Εκκλησία της Ελλάδος, από την αξιοποίηση περιουσίας διαμφισβητούμενης και, άρα, μέχρι σήμερα αδρανούς και λιμνάζουσας.

Τι περιελάμβανε το ισχύον καθεστώς 

Για να καταστεί σαφές το ζήτημα, απαιτείται μια σύντομη παρουσίαση του ισχύοντος σήμερα καθεστώτος μισθοδοσίας του κλήρου, με τα προβλήματα και τους περιορισμούς που έχει:

Με την υφιστάμενη κατάσταση δεν είναι θεσμικά κατοχυρωμένο ότι η εκ μέρους της Πολιτείας μισθοδοσία του κλήρου αποτελεί ανταπόδοση για παρελθούσες απαλλοτριώσεις εκκλησιαστικής περιουσίας. Σε κανένα νομοθετικό ή άλλο επίσημο κείμενο της Πολιτείας δεν έχει καταγραφεί ότι η μισθοδοσία του κλήρου απορρέει από εκκρεμότητες ή υποχρεώσεις της Πολιτείας έναντι της Εκκλησίας της Ελλάδος. Παρά τα όσα ανακριβώς λέγονται, ούτε στον αναγκαστικό νόμο 536/1945 (ΦΕΚ Α΄ 226) ούτε στη Σύμβαση του 1952 (ΦΕΚ Α΄ 289) ούτε στις αιτιολογικές εκθέσεις τους ή στα λοιπά συνοδευτικά τους έγγραφα αποτυπώνεται σχετική ανταποδοτική υποχρέωση του κράτους. Πρόκειται, απλούστατα, για παραπληροφόρηση, όπως μπορεί να επιβεβαιώσει όποιος ανατρέξει στις πηγές[1]. Καμία σχετική αναφορά δεν θα βρει στα κείμενα αυτά. Κατά συνέπεια, με την υφιστάμενη κατάσταση δεν υφίσταται θεσμική εγγύηση για τη συνέχιση της κρατικής μισθοδοσίας του κλήρου στο μέλλον ούτε οποιαδήποτε προστασία της Εκκλησίας της Ελλάδος έναντι μονομερών νομοθετικών μεταβολών εκ μέρους της Πολιτείας.

Με την υφιστάμενη κατάσταση παραμένει σε εκκρεμότητα το ζήτημα της τακτοποίησης των οργανικών θέσεων των υπηρετούντων κληρικών. Τυπικά, οι οργανικές θέσεις των εφημερίων ενοριακών ναών συστάθηκαν με το άρθρο 15 του αναγκαστικού νόμου 536/1945 και είναι 6.000 για όλη την επικράτεια, όχι μόνο για την Εκκλησία της Ελλάδος. Ακόμα και με την ευνοϊκότερη, αλλά αμφίβολης νομιμότητας, εκδοχή της μονομερούς αύξησης του αριθμού των οργανικών θέσεων με τον Κανονισμό της Εκκλησίας της Ελλάδος 2/1969 (ΦΕΚ Α΄ 193), αυτές και πάλι ανέρχονται σε 8.000, αριθμό σημαντικά χαμηλότερο των πράγματι υπηρετούντων σήμερα. Κατά συνέπεια, με την υφιστάμενη κατάσταση δεν υφίσταται καμία διασφάλιση για τη συνέχιση της μισθοδοσίας όσων κληρικών υπερβαίνουν τον αριθμό των νομοθετημένων για όλη την επικράτεια 000 (ή έστω, με την ευνοϊκότερη εκδοχή, 8.000) οργανικών θέσεων.

Με την υφιστάμενη κατάσταση η Εκκλησία της Ελλάδος είναι έκθετη σε μελλοντικούς κρατικούς περιορισμούς, όπως για παράδειγμα οι περιορισμοί προσλήψεων με τον κανόνα 1:5 (μία πρόσληψη ανά πέντε αποχωρήσεις) που εφαρμόστηκαν τα προηγούμενα χρόνια, κάτι που οδήγησε στη χειροτονία πολλών άμισθων κληρικών, για τους οποίους δεν υφίσταται άλλη θεσμοθετημένη ρύθμιση και πρόνοια.
Με την υφιστάμενη κατάσταση ο ακριβής αριθμός (και η κατανομή) νέων χειροτονιών έμμισθων κληρικών κάθε χρόνο αποτελεί αποτέλεσμα κατ’ έτος διαπραγμάτευσης ανάμεσα στην Πολιτεία και στην Εκκλησία της Ελλάδος.

Με την υφιστάμενη κατάσταση, και λόγω περιορισμών (όπως αυτοί των προηγούμενων ετών), ο αριθμός των κληρικών βαίνει σταθερά μειούμενος. Ναι μεν οι σήμερα υπηρετούντες κληρικοί είναι διασφαλισμένοι ως εκ της μονιμότητάς τους, αλλά εγγυήσεις για το μέλλον της θέσης τους μετά την αποχώρησή τους από το λειτούργημα δεν υφίστανται.

Επίσης, η μονιμότητα των κληρικών δεν κατοχυρώνεται από το άρθρο 103 του Συντάγματος, αλλά από τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (νόμος 590/1977, ΦΕΚ Α΄ 146). Οι κληρικοί είναι μέχρι σήμερα –και θα συνεχίζουν να είναι μετά την εφαρμογή της προτεινόμενης νομοθετικής ρύθμισης, η οποία σε τίποτε δεν μεταβάλλει το υφιστάμενο καθεστώς τους– θρησκευτικοί λειτουργοί και υπάλληλοι του εκκλησιαστικού Ν.Π.Δ.Δ. στο οποίο ανήκουν, ιδιότητα διακριτή από αυτή του δημοσίου υπαλλήλου. Εξάλλου, τα νομικά πρόσωπα που συναπαρτίζουν την Εκκλησία της Ελλάδος (κατά το άρθρο 1 παρ. 4 του Καταστατικού Χάρτη της) εξαιρούνται από τον δημόσιο τομέα και από τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως έχει επιβεβαιωθεί με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 1 υποπαρ. 3 του ν. 4235/2014. Ως εκ τούτου, η ένταξη των κληρικών στο Μητρώο Ανθρώπινου Δυναμικού του Ελληνικού Δημοσίου οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι μισθοδοτούνται ευθέως από το Ελληνικό Δημόσιο∙ καθαυτή η ένταξή τους στο Μητρώο δεν τους προσδίδει οποιοδήποτε πρόσθετο δικαίωμα ούτε με οποιονδήποτε τρόπο επηρεάζει το υπηρεσιακό καθεστώς τους.

Ομοίως, η υπαγωγή των κληρικών στην –μόλις το 2010 θεσπισθείσα– Ενιαία Αρχή Πληρωμής κανένα πρόσθετο δικαίωμα δεν τους προσπορίζει ούτε με οποιονδήποτε τρόπο επηρεάζει το υπηρεσιακό καθεστώς τους. Επομένως, και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι με την προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση η μισθοδοσία των κληρικών θα εξακολουθήσει να διενεργείται μέσω της Ενιαίας Αρχής Πληρωμής, είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό πως συνιστά ανακρίβεια και παραπληροφόρηση η άποψη πως η ένταξη των κληρικών στο Μητρώο Μισθοδοτούμενων του Ελληνικού Δημοσίου ή η καταβολή της μισθοδοσίας τους μέσω της Ενιαίας Αρχής Πληρωμής συνδέονται, δήθεν, με τη διασφάλιση υπηρεσιακών, εργασιακών ή άλλων δικαιωμάτων τους.

Γαβρόγλου: Αποσαφηνίστηκαν πολλά και σημαντικά πράγματα και άρα έχουμε πάει ένα βήμα παραπέρα

Μετά το πέρας της συνάντησης, ο υπουργός χαρακτήρισε «εξαιρετικά δημιουργική και εποικοδομητική» τη συζήτηση με τους εκπροσώπους της ιεραρχίας και σημείωσε ότι το σχέδιο «ενισχύει τον εξορθολογισμό των σχέσεων Πολιτείας-Εκκλησίας, εξασφαλίζει τους κληρικούς και προτείνει ένα νοικοκύρεμα των οικονομικών».

«Αποσαφηνίστηκαν πολλά και σημαντικά πράγματα και άρα έχουμε πάει ένα βήμα παραπέρα», δήλωσε.

Από πλευράς επιτροπής διαλόγου της Ιεράς Συνόδου, ο μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος χαρακτήρισε «ειλικρινή» τη συζήτηση με τους εκπροσώπους της Πολιτείας και σημείωσε ότι η επιτροπή θα συνεδριάσει τις επόμενες ημέρες, προκειμένου να καταγραφούν προτάσεις επί του σχεδίου.

Ωστόσο, επιφυλάχτηκε να σχολιάσει το σχέδιο, καθώς όπως είπε η Ιερά Σύνοδος θα πάρει τις τελικές αποφάσεις.

Την ερχόμενη Τρίτη, πάντως, θα υπάρξει νέα συνάντηση μεταξύ των εκπροσώπων της Εκκλησίας και της Πολιτείας, ώστε να συζητηθούν οι προτάσεις και παρατηρήσεις που θα υπάρξουν από πλευράς Εκκλησίας, για την τελική αναμόρφωση του σχεδίου.

Επίσης, το πρωί της Τετάρτης στις 11:30, ο υπουργός θα συναντηθεί με αντιπροσωπεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, για το ίδιο ζήτημα.

Σύμπνοια Φαναρίου – Εκκλησίας της Ελλάδας για τη μισθοδοσία των κληρικών

«Απόλυτη σύμπνοια και ταύτιση απόψεων» για το ζήτημα υπάρχει και μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου – Εκκλησίας της Ελλάδος στην Αθήνα. Αυτό αποτυπώνεται και στο κοινό τους ανακοινωθέν.

Εκεί υπογραμμίζεται η σύμπνοια μεταξύ των δύο Εκκλησιών, τόσο επί των προτάσεων αναθεώρησης του Συντάγματος όσο και επί της διατηρήσεως του ισχύοντος καθεστώτος μισθοδοσίας των κληρικών.

Αναλυτικά η  ανακοίνωση:

«Κατά την σημερινή συνάντηση των Αντιπροσωπειών, αφ’ ενός μεν της Εκκλησίας της Ελλάδος υπό την προεδρία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, αφ’ ετέρου δε, του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπό την προεδρία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γέροντος Πριγκηποννήσων κ. Δημητρίου, στο Μέγαρο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία διεξήχθη σε κλίμα αμοιβαίας κατανοήσεως, συνεργασίας και ενότητας, διαπιστώθηκε η απόλυτη σύμπνοια και ταύτιση απόψεων των δύο Εκκλησιών, τόσο επί των προτάσεων αναθεωρήσεως του Συντάγματος όσο και επί της διατηρήσεως του ισχύοντος καθεστώτος μισθοδοσίας του Ορθοδόξου Ιερού Κλήρου».

 


Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook