«Ψήφος εμπιστοσύνης» στην ελληνική οικονομία από ευρωπαϊκούς και διεθνείς φορείς

  • Ευρωπαίοι και διεθνείς οικονομικοί παράγοντες στηρίζουν την πορεία της ελληνικής οικονομίας
  •  «Σε γενικες γραμμές όλα γίνονται όπως πρέπει» τόνισε ο Ντέκλαν Κοστέλο
  • Τι αναφέρουν τα υπόλοιπα στελέχη

Την στήριξη  και την επιδοκιμασία του στην πορεία της ελληνικής οικονομίας εξέφρασαν πλήθος παραγόντων της ευρωπαϊκής αλλά και της διενθους οικονομικής σκηνής,στο πλαίσιο μερίδα με τίτλο: «Εντάσσοντας την Ελλάδα στο πλαίσιο των πολιτικών του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου: προτεραιότητες για αειφόρο ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα», που διοργάνωσαν στις 20 Μαρτίου το ΙΟΒΕ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην Αθήνα..

Σε αυτή συμμετείχαν στελέχη των ευρωπαϊκών θεσμών, διεθνών οργανισμών και ερευνητικών ιδρυμάτων.

Με προεξάρχοντα τον επικεφαλής της Γενικής Διεύθυνσης για τις Οικονομικές και Χρηματοοικονομικες Υποθέσεις (DG ECFIN) Ντέκλαν Κοστέλο, ο οποίος τόνισε σε σχόλιά του στο περιθώριο της συνάντησης: «είμαστε αισιόδοξοι για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και τις προοπτικές της Ελλάδας. Η ανάπτυξη βρίσκεται σε ανοδική πορεία και για το 2019 προβλέπουμε να φθάσει το 2% με ανοδική τάση και για το μέλλον. Φυσικά οι εξωτερικοί παράγοντες παίζουν μεγάλο ρόλο στην ανάπτυξη και η ελληνική οοικονομία μπορεί να επηρεασθεί από αυτούς, όμως η επιτυχία της εξαρτάται πρωταρχικά από την εφαρμογή των δομικών μεταρρυθμίσεων. Μετά την έξοδο από τα μνημόνια, τα πράγματα βαίνουν καλώς, όμως θα πρέπει να γίνουν ακόμη πολλά και να επιταχυνθούν οι μεταρρυθμίσεις, ώστε να ενθαρρυνθούν οι επενδύσεις, αλλά σε γενικά πλαίσια όλα γίνονται όπως πρέπει».

Την αισιοδοξία της για τις τελευταίες εξελίξεις στην αγορά εργασίας, εξέφρασε και η διευθύντρια της Γενικής Διεύθυνσης για την Απαχόληση, τις Κοινωνικές Υποθέσεις και την Ενσωματωση (DG EMPL) Μπάρμπαρα Κάουφμαν, τονίζοντας  πως «είναι πολύ ενθαρρυντικό, διαπιστώνουμε μια μείωση της ανεργίας κατά 10 μονάδες, από το 28% στο 18%. Μολαταύτα, οι προκλήσεις εξακολουθούν να είναι μεγάλες, το 18% είναι ακόμη ένα ποσοστό πολύ υψηλό σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσον όρο, του 6,5%. Συνεπώς, θα πρέπει να γίνουν ακόμη πολλά έτσι ώστε να ενσωματωθεί μεγαλύτερο εργατικό δυναμικό στην αγορά εργασίας. Για παράδειγμα πιστεύουμε πως με τις μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο τομέα οι ελληνικές αρχές βρίσκονται στον ορθό δρόμο και με την βελτίωση των οικονομικών συνθηκών θα διευκολυνθεί και η ανάκαμψη στην αγορά εργασίας, τόσο όσον αφορά τους μακροχρόνια ανέργους, όσο και την διεύρυνση σε δομικούς όρους της συμμετοχής και ενσωμάτωσης των γυναικών στην αγορά εργασίας. Όσον αφορά το δεύτερο αυτό σημείο, την απασχόληση των γυναικών, θεωρούμε πως είναι ακόμη πολύ χαμηλή και απαιτεί μία πιο ευέλικτη πολιτική όσον αφορά την εξασφάλιση της φροντίδας των παιδιών θα βοηθήσει την εισαγωγή πολλών περισσότερων γυναικών στην αγορά εργασίας. Και σε αυτόν τον τομέα γίνονται πολλές βελτιώσεις και ευελπιστούμε πως θα συνεχισθούν και στο μέλλον».

Στην ερώτηση εάν αυτό είναι εφικτό, δεδομένης της τρέχουσας εικόνας της οικονομίας στην ΕΕ, η κυρία Κάουφμαν τόνισε πως «η ήπειρός μας βρίσκεται σε μία έβδομη συνεχόμενη χρονιά ανάπτυξης. Βεβαίως, πολλοί δείκτες έχουν υποχωρήσει και υπάρχει μία επιβράδυνση, όμως το ζήτημα που αφορά την Ελλάδα είναι να συνεχισθεί η διαδικασία των μεταρρυθμίσεων ώστε να επιτευχθεί η σύγκλιση με τις άλλες οικονομίες και να φθάσει στο ίδιο επίπεδο».

Την ομοιότητα, αλλά και τις σχετικές διαφορές, που χαρακτηρίζουν την κρίση που διήλθαν η Πορτογαλία και η Ελλάδα, επεσήμανε το στέλεχος του πορτογαλικού υπουργείου Οικονομίας Ρικάρντου Πινιέιρου Άλβες: «στην Πορτογαλία, σε αντίθεση με την Ελλάδα, η κρίση διήρκεσε μόνο τέσσερα με πέντε χρόνια. Μια άλλη διαφορά σχετίζεται με τη γεωστρατηγική θέση των δύο χωρών, καθότι η Πορτογαλία δεν βρέθηκε εκτεθειμένη στην προσφυγική κρίση. Αλλά παρά τις επιμέρους διαφορές οι ομοιότητες της κρίσης είναι πάνω κάτω οι ίδιες».

Όσον αφορά την πανθομολογούμενη επιτυχία της οικονομικής πολιτικής της χώρας του για την έξοδο από τα μνημόνια, ο κ. Πινιέιρου την απέδωσε «στην κυβερνητική σταθερότητα ως προς την εκτέλεση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων. Η πορεία της εκτέλεσής τους διατηρήθηκε απ΄όλες, ανεξαιρέτως, τις κυβερνήσεις. Ορισμένες είχαν δρομολογηθεί ήδη προ κρίσεως, άλλες εφαρμόσθηκαν εν μέσω και λόγω της κρίσης, όμως ακόμη και μετά την άνοδο της τωρινής κυβέρνησης οι μεταρρυθμίσεις δεν ανατράπηκαν. Τούτη η συνέπεια και συνέχεια στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων εξηγεί γιατί η κατάσταση στην Πορτογαλία είναι προσέτι καλύτερη από της Ελλάδας».

Στη χαμηλή βαθμολόγηση της Ελλάδας, εν σχέσει προς τις υπόλοιπες ανεπτυγμένες χώρες, στις συνθήκες του επιχειρείν, αλλά και τα θετικά δείγματα για βελτίωση, αναφέρθηκε το στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας Μαρία Μαγκνταλένα Τσίκιερ: «κάθε χρόνο επικαιροποιούμε τη μελέτη μας, με βάση τις αναφορές των συμβαλλόντων συμβούλων μας, προσφεύγουμε σε περίπου 200 συμβούλους, που αντιπροσωπεύουν πολλούς τομείς της κοινωνικης ζωής, όπως δικηγόροι, αρχιτέκτονες, μηχανικοί, αλλά και δημόσιες υπηρεσίες, έτσι ώστε να είμαστε βέβαιοι πως οι αναφορές τούτες θα είναι αμερόληπτες και γνωρίζουμε πως λαμβάνονται σοβαρά υπ’ όψη. Με τον τρόπο αυτόν διαισθανόμαστε προς τα πού φυσά ο άνεμος της ανάπτυξης και είμαστε βέβαιοι πως θα υπάρξει βελτίωση για την Ελλάδα. Όμως για να επιτευχθεί αυτό, όπως τονίσαμε, προϋποθέτει μία μάχη της Ελλάδας κατά της ίδιας της της κατάστασης. Και τούτο γιατί αναπόφευκτα και οι άλλες χώρες βελτιώνονται, κατά συνέπεια δεν φαίνεται η μεγάλη πρόοδος που έχει επιτευχθεί στην Ελλάδα. Ένας άλλος παράγοντας, που σαλπίζει ένα ευοίωνο μήνυμα για την ανάπτυξη είναι η μεγάλη προσήλωση της ελληνικής κυβέρνησης και η δημιουργία ανάλογων κρατικών μηχανισμών από την κυβέρνηση, που αποτελεί ένα ισχυρό δείγμα βελτίωσης».

Ποιοι ήταν όμως εκείνοι οι παράγοντες που συνέβαλαν περισσότερο στην κακή κατάταξη της Ελλάδας; Η κυρία Τσίκιερ απαντά: «Τα πάντα εξαρτώνται από τους εκάστοτε δείκτες. Βέβαια, δεν νομίζω πως η κατάταξη της Ελλάδας είναι πολύ χαμηλή, απλώς η χώρα σας δεν βρίσκεται μεταξύ των πρώτων πενήντα πιο προηγμένων κρατών, όμως πιστεύω πως οι μεταρρυθμίσεις επιταχύνονται. Όσο περισσότερες μεταρρυθμίσεις επιτελούνται, τόσο αυξάνεται και η βαθμολογία. Και ίσως υπάρχουν ακόμη κάποιες που αργούν», ενώ για το εάν η βαθμολογία αποτελεί παράγοντα που επηρεάζει τις επενδύσεις τόνισε: «Εμείς με τη διατύπωση της βαθμολογίας τούτης δεν έχουμε ως σκοπό να υποδείξουμε πού θα γίνουν επενδύσεις. Όμως έμμεσα η έκθεσή μας αποτελεί ένα συμβουλευτικό όργανο για τη χάραξη μίας πολιτικής για τις επενδύσεις, ή να χρησιμοποιηθεί ως πυξίδα για όσους θέλουν να αναπτύξουν το επιχειρείν, ή να επενδύσουν σε μία χώρα».

Στις σημαντικές δυνατότητες που έχουν οι ελληνικές επιχειρήσεις για ανάπτυξη και καινοτομία αναφέρθηκε σε δηλώσεις του και ο διευθυντής ερευνών του ιδρύματος DIW του Βερολίνου Αλεξάντερ Κρητικός: «πρώτα απ’όλα θα πρέπει να υπογραμμίσουμε πως οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν σημαντικές δυνατότητες καινοτομίας. Βλέπουμε πως σε πολλούς τομείς της οικονομίας, όπως στην παροχή υπηρεσιών, τα τρόφιμα και στην πληροφορική, ορισμένες επιχειρήσεις στην Ελλάδα παράγουν υπηρεσίες σε σημαντικό βαθμό κι εξάγουν προϊόντα υπηρεσίες. Αλλά ταυτόχρονα θα πρέπει να αναγνωρίσουμε πως αυτό δεν είναι αρκετό. Την τελευταία δεκαετία γνωρίζουμε πως η καινοτομία έχει ανάγκη από διαρκείς μεταρρυθμίσεις και ρυθμιστικούς κανόνες. Και σ’ αυτόν τον τομέα η Ελλάδα τώρα πλέον έχει βελτιωμένη δημόσια στήριξη για την ανάπτυξή του. Προσωπικά πιστεύω πως ο τομέας που έχει περισσότερη ανάγκη από μεταρρυθμίσεις είναι αυτός των δημοσίων υπηρεσιών, ακόμη υπάρχουν υπερβολικοί κανονισμοί για την επιχειρηματική δραστηριότητα, κάποιος που επιθυμεί να δραστηριοποιηθεί χρειάζεται να περάσει από πολλά γραφειοκρατικά στάδια. Με τη στήριξη μέσα από του κανονισμούς και τις καινοτόμες δράσεις, μέσα από καινοτόμα συστήματα, αφ’ ενός θέλουμε να δούμε αύξηση στις δαπάνες για την ανάπτυξη της έρευνας και αφ’ ετέρου η γενική ανταπόκριση του κοινού θα πρέπει να αυξηθεί και να βελτιωθεί ως προς την αποδοχή των καινοτομιών αυτών».

Αναφορικά με το πρόβλημα των τραπεζικών επενδύσεων κι επιδοτήσεων σε ελληνικές εταιρείες ο κ. Κρητικός τόνισε: «Προφανώς και η πρόσβαση στη χρηματοδότηση αποτελεί έναν ακρογωνιαίο παράγοντα. Είμαστε εις γνώση του γεγονότος ότι οι σημερινές συστημικές τράπεζες δεν είναι στη δέουσα κατάσταση, έχουν κάποια προβλήματα στη χορήγηση δανείων λόγω της κακής κατάστασης των αποθεματικών τους. Όμως εδώ εγώ θα έλεγα πως θα ήταν καλλίτερο εάν στρεφόμασταν σε άλλους, εναλλακτικούς, τρόπους χρηματοδότησης, ώστε να στραφεί το επενδυτικό ενδιαφέρον στην Ελλάδα από άλλες χώρες, όπως το crowdfunding. Αυτοί οι τρόποι αποτελούν μία άλλη δυνατότητα για τους επιχειρηματίες να ανταπεξέλθουν στη χρηματοδότηση. Επίσης θα πρέπει να εξετάσουμε το ενδεχόμενο της προσέλκυσης venture capitals στην Ελλάδα για την χρηματοδότηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων κι εδώ πιστεύω πως θα πρέπει να στραφεί το ενδιαφέρον και να υπάρξει εστιασμός της προσπάθειας, εναλλακτικά προς την κλασσική χρηματοδότηση από τις τράπεζες».

Συνοψίζοντας, για τις προοπτικές της ελληνικής επιχειρηματικότητας, ο κ.Κρητικός ήταν σαφής: «υπάρχει θετικό έδαφος, γιατί υπάρχει ένας τρομακτικά μεγάλος αριθμός από επιχειρηματίες που μπορούν να ανθήσουν και να αναπτυχθούν στην Ελλάδα, αρκεί να υπάρξουν οι ορθές ρυθμίσεις που θα διευκολύνουν και θα διέπουν το επιχειρηματικό περιβάλλον».

(Με πληροφορίες από ΑΠΕ/ΜΠΕ)


Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook