• Οι φωνές της Ελλάδας σε μια Ελλάδα χωρίς φωνή
  • Το altsantiri.gr συνεχίζει το μεγάλο αφιέρωμα στις διαχρονικές φωνές της Ελλάδας
  • H ζωή της μεγάλης ρεμπέτισσας
  • Ο θυελλώδης έρωτας με τον Βασίλη Τσιτσάνη και ο ξυλοδαρμός από την Μπέλλου
  • Η αρρώστια και ο θάνατος

Υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές σε σχέση με τον τόπο και την ημερομηνία γέννησης της μοναδικής ερμηνεύτριας, Μαρίκας Νίνου. Ο Πάνος Γεραμάνης, δημοσιογράφος, αναφέρει στο σημείωμα της συλλογής «Μαρίκα Νίνου – τα μεγάλα πορτρέτα» ότι η Μαρίκα Νίνου γεννήθηκε το 1918 στον Καύκασο.

Ο Κώστας Χατζηδουλής στο βιβλίο του «Βασίλης Τσιτσάνης – η ζωή μου, το έργο μου», αναφέρει ως τόπο γέννησης την Κωνσταντινούπολη.

Η επικρατέστερη είναι αυτή του Πάνου Σαββόπουλου, ο οποίος σε σημείωμά του αναφέρει ότι η Μαρίκα Νίνου, αρμενικής καταγωγής, γεννήθηκε το 1922 πάνω στο καράβι «Ευαγγελίστρια» που έφερνε τη μάνα της και την οικογένειά της από τη Σμύρνη στον Πειραιά. Για αυτό και της έδωσαν το όνομα Ευαγγελία. Το πραγματικό της όνομα ήταν Ευαγγελία Αταμιάν.

Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν στην Κοκκινιά, στην οδό Μεγάρων 50. Στα 7 της η Ευαγγελία Αταμιάν γράφτηκε στο Αρμένικο σχολείο του Αρμενικού Κυανού Σταυρού «Ζαβαριάν». Μάλιστα, ο δάσκαλός της την προέτρεψε να μάθει μαντολίνο, το οποίο έκανε, και τελικά συμμετείχε στην ορχήστρα του σχολείου. Τα φωνητικά της προσόντα φαίνεται ότι τα έδειξε πολύ μικρή, αφού από μαθήτρια του δημοτικού ακόμη την καλούσαν στην Aρμένικη εκκλησία Άγιος Ιάκωβος στην Κοκκινιά για να ψάλει στις ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας.

Ο πατέρας της ήταν χύτης, έψαξε για δουλειά και η οικογένεια της πέρασε πολύ δύσκολα χρόνια. Ο αδερφός της άρχισε να δουλεύει σε διάφορες δουλειές και αργότερα άνοιξε μαγαζί με κεμπάπ στον Άγιο Νικόλαο Κοκκινιάς.

Οι δύο γάμοι 

Το 1939 παντρεύτηκε τον συμπατριώτη της Χάικ Μεσροπιάν, ο οποίος ήταν κλειδαράς κι είχε ένα μαγαζάκι στην Κοκκινιά. Το 1940 γεννήθηκε ο γιος τους, ο Οβανές, αλλά το ζευγάρι χώρισε και το 1946 ο Μεσροπιάν έφυγε για την Αρμενία.

Ήδη όμως το 1944, και μετά το χωρισμό της, η Νίνου είχε γνωρίσει τον ακροβάτη και θιασάρχη Νίκο (Νίνο) Νικολαΐδη. Στην αρχή η Μαρίκα δούλευε στο ταμείο, αλλά στη συνέχεια έγιναν με τον Νίνο καλλιτεχνικό ζευγάρι ακροβατικών με το όνομα Ντούο Νίνο και έκαναν περιοδείες. Αργότερα παντρεύτηκαν και έγινε Ευαγγελία Νικολαΐδου. Το όνομα Μαρίκα τής το κόλλησε η μάνα του Νίνο, μία θεατρίνα, γιατί παρέπεμπε στη Μαρίκα Κοτοπούλη. Το επίθετο Νίνου ήρθε από τον Νίνο τον ακροβάτη και, έτσι, η Ευαγγελία Αταμιάν έγινε Μαρίκα Νίνου. Το 1947 μπήκε στο σχήμα κι ο γιος της, ο Οβανές, οπότε μετονομάστηκε σε Δυόμισι Νίνο. Στις παραστάσεις τους, η Μαρίκα έλεγε και κανένα λαϊκό τραγούδι.

Κάποια φορά ήταν καλεσμένοι στο ναύσταθμο της Σαλαμίνας για να κάνουν ακροβατικά. Εκεί κάποια στιγμή ο ναύαρχος, στον οποίο άρεσαν πολύ τα τουρκικά τραγούδια, ζήτησε ν’ ακούσει ένα τέτοιο από τη Νίνου. Η Νίνου τραγούδησε διστακτικά ένα τουρκικό τραγούδι που ήξερε από τη μάνα της, ο ναύαρχος ικανοποιήθηκε ιδιαίτερα, αλλά αυτός που ενθουσιάστηκε από τη φωνή της ήταν ο παρευρισκόμενος στην αίθουσα, Πέτρος Κυριακός.

Αυτός τη γνώρισε στον Μανώλη Χιώτη, ο οποίος την πρωτολανσάρισε δισκογραφικά τον Ιούνιο του 1948 με τα τραγούδια του Ώρες Σε Κρυφοκοιτάζω και Θα Στο Πω Το Μυστικό Μου.

Η μεγάλη καριέρα

Λέγεται ότι η Νίνου είναι η πρώτη γυναίκα που τραγούδησε όρθια στο πάλκο γύρω στο 1951, παρότι σύμφωνα με άλλες πηγές η Λίτσα Χάρμα τραγούδαγε μόνο όρθια από το 1948 μαζί με τον άντρα της Τόλη Χάρμα.

Η πρώτη της δουλειά ήταν στη «Φλορίδα» στην Αλεξάνδρας στο Πεδίο του Άρεως, του Παναγιώτη Μελιτά, μαζί με τους Μιχάλη Γενίτσαρη, Λεμονόπουλο, Ανέστο Αθανασίου, Βούλα Δερέμπεη, ενώ μετά ήρθαν και οι Απόστολος Χατζηχρήστος και Γιώργος Λαύκας.

Το Νοέμβριο του 1948 η Μαρίκα Νίνου έκανε δίσκο με τον Γιάννη Παπαϊωάννου και συγκεκριμένα το τραγούδι Το ‘φαγες Το Παιδί. Το 1949 η Νίνου πρωτοείπε σε δίσκους τραγούδια του Γιώργου Μητσάκη και τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς δισκογράφησε το Για Τα Μάτια Π’ Αγαπώ του Βασίλη Τσιτσάνη.

Από τις εμφανίσεις της στην ταβέρνα του «Τζίμη του Χοντρού», στο οποίο πήγε το 1949 και έμεινε για τρία χρόνια, κυκλοφόρησε το 1977 σε δίσκο μία ηχογράφηση. Η ηχογράφηση είχε γίνει με μαγνητόφωνο το 1955, από κάποιον ερασιτέχνη. Στο σημείωμα του εξωφύλλου του δίσκου αυτού υπάρχει πλήθος ανακριβειών για τη ζωή της ενώ αποκρύπτεται και η Αρμενική καταγωγή της.

Τον Οκτώβριο του 1951 έκανε κάποιες εμφανίσεις στην Κωνσταντινούπολη μαζί με τον Τσιτσάνη και την Ευαγγελία Μαργαρώνη στο κέντρο Καζαμπλάνκα, στο οποίο και αποθεώθηκαν. Η αμοιβή τους ήταν τρεις χρυσές λίρες ο Τσιτσάνης, δύο λίρες η Νίνου και μία η Μαργαρώνη. Με ό,τι μάζεψε στην Κωνσταντινούπολη ξεκίνησε να χτίσει στο Αιγάλεω το σπίτι της.

Η Μαρίκα Νίνου τραγούδησε με επιτυχία και κάποια από τα ονομαζόμενα αρχοντορεμπέτικα, τα οποία μεταμόρφωσε με τη φωνή της και τα έκανε ν’ ακούγονται ρεμπέτικα κι έτσι τα πέρασε και σε άλλα κοινωνικά στρώματα. Το 1954 ανακάλυψε ότι έπασχε από καρκίνο της μήτρας. Τότε αποφάσισε να πάει στην Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής για δύο κυρίως λόγους.

Ο πρώτος λόγος ήταν να τραγουδήσει και να μπορέσει έτσι να συντηρήσει την τετραμελή οικογένεια του αδερφού της, του Μπαρκέβ, ο οποίος έπασχε κι αυτός από καρκίνο, καθώς και τον γιο της, τον Οβανές, μιας και τα κέρδη στις Η.Π.Α. από το τραγούδι ήταν πολύ μεγάλα. Ο δεύτερος λόγος ήταν να δοκιμάσει τις καλύτερες μεθόδους θεραπείας που είχε ακούσει ότι υπήρχαν εκεί.

Η γνωριμία με τον Τσιτσάνη και ο δημοσιος ξυλοδαρμός από τη Σωτηρία Μπέλλου

Ο Τσιτσάνης βάζει «φωτιά» στις αθηναϊκές νύχτες τραγουδώντας μαζί με την αξέχαστη Σωτηρία Μπέλλου στου «Τζίμη του Χοντρού» στην Αχαρνών 77. Η Νίνου τότε τραγουδούσε στο «Φλόριδα» στο πλευρό του Στελλάκη Περιπινιάδη και του Μιχάλη Γενίτσαρη.

Ένα βράδυ ο Τσιτσάνης πηγαίνει στο κέντρο που τραγουδούσε η Νίνου για την ακούσει διότι πολλά του είχαν μεταφέρει για εκείνο το «ανερχόμενο αστέρι του ρεμπέτικου». Λίγο καιρό αργότερα ένα τυχαίο και βίαιο επεισόδιο θα φέρει τον ένα δίπλα στον άλλο.

Στου «Τζίμη του Χοντρού» μια παρέα ζήτησε από την ορχήστρα να παίξει το τραγούδι «του αητού ο γιος». Η Μπέλλου τους αποκάλεσε «Χίτες» και αρνήθηκε να το ερμηνεύσει. Στο μαγαζί έγινε χαμός και δεδομένων των πολιτικών συνθηκών το κλίμα δεν την σήκωνε πλέον. Η Μπέλλου έπρεπε να φύγει από το μαγαζί και ο Τσιτσάνης δεν δυσκολεύτηκε να βρει την τραγουδίστρια που θα την αντικαταστήσει. Από εκείνη τη στιγμή η Νίνου έγινε θανάσιμος εχθρός της Μπέλλου.

Η εκρηκτική ρεμπέτισσα ορκίστηκε να πάρει εκδίκηση. Συγκεκριμένα είπε πως αν έβρισκε μπροστά της τη Νίνου, θα την έσπαγε στο ξύλο. Όλοι ήξεραν το ταμπεραμέντο της Μπέλλου, αλλά κανείς δεν πίστεψε ότι θα έκανε πράξη την απειλή της.

Είχε περάσει λίγος καιρός και οι δύο γυναίκες δεν είχαν έρθει πρόσωπο με πρόσωπο. Η Μπέλλου δεν είχε καταφέρει να βρει την αντίζηλό της «εκτός έδρας» και ο καυγάς έπαιρνε συνεχώς παράταση. Μέχρι τη στιγμή που η Μπέλλου δέχτηκε ένα ανώνυμο τηλεφώνημα. Η άγνωστη φωνή την ενημέρωσε ότι εκείνη τη στιγμή η Μαρίκα Νίνου βρισκόταν στου Μάριου, που ήταν το καφενείο των μουσικών στην οδό Ίωνος (σήμερα λέγεται οδός Κοτοπούλη). Η Μπέλλου δεν έχασε καιρό και σε λίγα λεπτά εισέβαλλε σαν μαινόμενος ταύρος στο καφενείο και επιτέθηκε στη Νίνου.

Όσοι βρίσκονταν εκεί, δεν πίστευαν στα μάτια τους. Η Μπέλλου χτύπησε τη Νίνου τόσο, που την έστειλε στο νοσοκομείο. Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που η Μπέλλου έστελνε κάποιον στο νοσοκομείο, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία. Η Μπέλλου δε «χάριζε κάστανα». Γι΄ αυτό και στον πρώτο της γάμο, χώρισε, αφού έριξε βιτριόλι στο σύζυγό της

Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα…

Από εκεί και πέρα όλα έγιναν με έναν, σχεδόν, φυσικό τρόπο. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο το δίδυμο Τσιτσάνη- Νίνου «σαρώνει» τα πάντα στο πέρασμά του. Όπου παίζουν γίνεται το αδιαχώρητο. Ο Τσιτσάνης γράφει το ένα τραγούδι μετά το άλλο για την μούσα του και η μια επιτυχία διαδέχεται την άλλη.

Παράλληλα, οι δυο τους ζουν έναν δυνατό, «παράνομο» έρωτα. Είναι και οι δυο παντρεμένοι και με παιδιά αλλά αυτό δεν τους εμποδίζει να εκδηλώνονται ακόμα και δημόσια.

Ο Τσιτσάνης, λέγεται, πως από την αρχή της είχε ξεκαθαρίσει πως δεν έχει πρόθεση να διαλύσει την οικογένειά του. Εκείνη φάνηκε να το αποδέχεται, ωστόσο, απαιτούσε να έχει την αποκλειστικότητα στο πάλκο και στην δισκογραφία. Δεν δεχόταν να μοιράζεται τον Τσιτσάνη με καμία άλλη. Ήλπιζε πως έτσι, σταδιακά και με το πέρασμα του χρόνου, θα τον κατακτούσε ολοκληρωτικά.

Όσο περνούσε ο καιρός η Νίνου γινόταν και περισσότερο πιεστική και οι τσακωμοί με τον Τσιτσάνη όλο και πλήθαιναν. Εν έτη 1953, τίποτε δεν ήταν όπως πρώτα. Είναι ενδεικτικό πως εκείνη τη χρονιά Τσιτσάνης και Νίνου εμφανίζονταν και πάλι στου «Τζίμη του Χονδρού» αλλά δεν μιλιόντουσαν.

Όταν η Νίνου μαθαίνει για την αρρώστια της, ο Τσιτσάνης της συμπαραστέκεται όσο μπορεί και την πηγαίνει στους κορυφαίους γιατρούς της χώρας. Κάποιοι από αυτούς της συστήνουν θεραπεία στην Αμερική και εκείνη προτείνει στον Τσιτσάνη να πάνε μαζί ώστε να συνδυάσουν την θεραπεία μαζί με μια περιοδεία.

Εκείνος είναι αρχικά αρνητικός και στη συνέχεια όταν μαθαίνει πως η γυναίκα του είναι έγκυος στο δεύτερο παιδί τους είναι κάθετος πως δεν πρόκειται να πάει μαζί της. Το ζευγάρι τσακώνεται άσχημα και η σχέση τους βρίσκεται πλέον ένα «βήμα» πριν το τέλος.

Το 1954 δεν είχε απομείνει τίποτα από εκείνον τον σπουδαίο έρωτα. Λίγο προτού φύγει η Νίνου για την Αμερική ο Τσιτσάνης της ζητάει να ηχογραφήσει (τον Μάρτιο εκείνης της χρονιάς) ένα τραγούδι. Εκείνη πηγαίνει στο στούντιο χωρίς να γνωρίζει τους στίχους. Όταν τους διαβάζει συνειδητοποιεί πως δεν είναι ένα απλό τραγούδι αλλά ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα που έπρεπε η ίδια να ερμηνεύσει.

Η Νίνου δεν άντεξε. Λύγισε αλλά επειδή ήταν περήφανος άνθρωπος έφυγε από το στούντιο για να μην την δουν να κλαίει. Επέστρεψε λίγη ώρα αργότερα και τραγούδησε το «τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα», μόνο μια φορά. Το είπε τέλεια. Είναι αυτό που τελικά ηχογραφήθηκε. Λένε πως αν προσέξει κάποιος καλά την ερμηνεία της υπάρχουν φορές που η φωνή της έχει ένα φυσικό λυγμό.

Λίγο καιρό αργότερα η Νίνου έφυγε για τις ΗΠΑ. Εκεί όμως η υγεία της χειροτέρεψε. Ο καρκίνος έκανε πολλές μεταστάσεις και έτσι η μοίρα της ήταν προδιαγεγραμμένη. Επέστρεψε στην Ελλάδα εξαιρετικά αδυνατισμένη.

Ο μεγάλος ρεμπέτης συνάντησε την Νίνου μόνο μία φορά από τότε που εκείνη επέστρεψε στην Ελλάδα. Την επισκέφθηκε στο σπίτι της στο Αιγάλεω τα Χριστούγεννα του 1956. Όταν η Νίνου τον είδε του είπε: «Σαν άστρο εβασίλεψα…»!

Αυτά τα λόγια θα είναι οι πρώτοι στίχοι ενός ακόμα τραγουδιού που έγραψε ο Τσιτσάνης για τη μούσα του. «Κυριακή σε γνώρισα, Κυριακή σε χάνω, θέλω να είναι Κυριακή κι αυτή που θα πεθάνω», έγραψε ο μεγάλος ρεμπέτης και τραγούδησε η Καίτη Γκρέυ. Ήταν το δικό του αντίο, η δική του συγγνώμη στην Μαρίκα Νίνου.

«Δουλεύαμε εκείνη την εποχή (σσ: έχουμε φτάσει ήδη στο 1961) με τον Τσιτσάνη. Είχε πεθάνει η Μαρίκα η Νίνου. Μια μέρα λοιπόν, ο Βασίλης είχε μια κασέτα στο αυτοκίνητό του και μου λέει: “Καιτούλι, έλα να ακούσεις ένα τραγούδι που έγραψα για τη Μαρίκα”. Μόλις το άκουσα ξετρελάθηκα. Αμέσως μου το έδωσε να το ερμηνεύσω εγώ. Όποτε με άκουγε ο Βασίλης να το τραγουδάω, δάκρυζε», είχε πει παλαιότερα η Καίτη Γκρέυ.

Η μεγάλη της επιτυχία και οι πολλές ίντριγκες με τον Τσιτσάνη, γίνονται αιτία να της δώσουν κι άλλοι συνθέτες σπουδαία τραγούδια, όπως ο Μητσάκης: Στα μπουζούκια να με πας, Βαλεντίνα, Παλαμάκια , ο Χιώτης: Παράξενη κοπέλα, Έχασα τα μάτια τα ωραία, ο Χατζηχρήστος: Η μικρή του καμηλιέρη, οι Ριτσιάρδης-Τραϊφόρος Η ταμπακιέρα, ο Στέλιος Κηρομύτης: Πες μου γιατί άλλαξες, ο Γιάννης Τατασόπουλος: Το δέκα το καλό, ο Σταύρος Τζουανάκος: Φτάνει που θα μ’ αγαπάει, ο Μιχάλης Σογιούλ Ο μήνας έχει εννιά και άλλα. Ο Τσιτσάνης συνεχίζει να της γράφει τραγούδια που γίνονται τεράστιες επιτυχίες όπως: Σεράχ, Είμαι μια δυστυχισμένη, Τα καβουράκια, Ζαΐρα, Απόψε κάνεις μπαμ, Παίξτε μπουζούκια, Στο Τούνεζι, στη Μπαρμπαριά, Γεια σου καΐκι μου Άη Νικόλα, το συγκλονιστικό σε στίχους Κώστα Βίρβου, Γεννήθηκα για να πονώ, το Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα και άλλα πολλά.

Λόγια Τσιτάνη: «Η Μαρίκα στο πάλκο ήταν ασυναγώνιστη, οι κινήσεις της ήταν κάτι το συγκλονιστικό, όταν τραγουδούσε είχε τέτοια εκφραστικότητα και μεταδοτικότητα στο κοινό, που νομίζω ότι δεν πρόκειται να γεννηθεί άλλη. Όταν τραγουδούσε κυριολεκτικά καθήλωνε τον κόσμο στα τραπέζια. Ήταν φοβερή! Ήταν γεννημένη για το πάλκο!».

Η αρρώστια και ο θάνατος

Όταν η Μαρίκα Νίνου έμαθε ότι πάσχει από καρκίνο στη μήτρα έφυγε για την Αμερική. Το πρώτο ταξίδι ήταν στις 29 Σεπτέμβρη του 1954 και και δούλεψε στο «Νέο Βυζάντιο» στη Νέα Υόρκη, ενώ έμεινε σ’ ένα δωμάτιο στους 42 δρόμους.

Στην Αμερική ακούει το Πες μου αν με βαρέθηκες, του Χιώτη και νιώθει ότι γράφτηκε γι’ αυτήν. Βρίσκει τον Καπλάνη και το γραμμοφωνεί εκεί, πράγμα που θεωρήθηκε ότι το «στέλνει» στον Τσιτσάνη. Στις 9 Ιουλίου 1955 ξαναγυρίζει πίσω αφού είχε κάνει εξετάσεις για την αρρώστια της. Ξαναπηγαίνει αμέσως στου «Τζίμη», αλλά η κατάσταση της χειροτερεύει και βρίσκεται μεταξύ νοσοκομείου και πάλκου. Τότε ηχογραφεί και το Αγάπη που’ γινες δίκοπο μαχαίρι από την ταινία Στέλλα του Κακογιάννη.

Θα ξαναπάει στην Αμερική όπου πάλι θα κάνει θεραπεία και θα δουλέψει με τον Καπλάνη και τον Τζουανάκο, ενώ θα κάνει κι άλλες ηχογραφήσεις. Από το πλευρό της στην Αμερική δεν έφυγαν ο Κώστας Καπλάνης και η Ρένα Ντάλλια. Η Ντάλια μαζί με την Εύα Στυλ έκαναν κάθε βράδυ έρανο μεταξύ των θαμώνων στα κέντρα «Μπριτάνια» και «Βυζάντιο» για τα έξοδα του νοσοκομείου.

Βλέποντας την κατάσταση της κάνει τη διαθήκη της στην Αμερική και γράφει το σπίτι στο γιο της κάτι που βρίσκει αντίθετο το σύζυγο της, Νικολαΐδη. Επιστρέφει στην Ελλάδα.

Αναγκάζεται να δουλέψει στου  «Τζίμη» για μια παλιά οφειλή. Η πρωτοχρονιά του 1957 τη βρίσκει να τραγουδάει στου «Τζίμη» μαζί με τους Σπόρο, Πόλυ Πάνου, Καραμπεσίνη, Γ.Κουλαξίζη, Στ.Βαρτάνη και Μ.Πορτοκάλη. Με την αλλαγή του χρόνου ξεκινά με τα Τα καβουράκια, το Γεννήθηκα για να πονώ, Τρεις μάγκες είμαστε και τη Συννεφιασμένη Κυριακή διηγείται ο Στέλιος Πλακίτσης πελάτης κείνη την εποχή και ιδιοκτήτης ταβέρνας στα Μεσόγεια. Μια βδομάδα πριν πεθάνει, η Μαρίκα πηγαίνει σαν θαμώνας, στου «Τζίμη του χοντρού» και θα τραγουδήσει αγέρωχα, όπως διηγείται ο Γιάννης Σταματίου, το “εννήθηκα για να πονώ.

Λίγο μετά πεθαίνει. Στις 23 Φλεβάρη του 1957, ημέρα Σάββατο. Τη θάψανε στο Σχιστό της Νεάπολης πλάι στον αδερφό της, Μπαρκέβ Αταμιάν, που είχε πεθάνει το 1955. Δεν υπάρχουν ούτε οι τάφοι τους ούτε τα οστά τους.

Υπάρχουν αρκετές φωτογραφίες της, τρεις εμφανίσεις της σε κινηματογραφικές ασπρόμαυρες ταινίες, ερμηνεύοντας τραγούδια και λίγα ρούχα της που φύλαξε η ανιψιά της (κόρη του αδερφού της) Γκιούλα Αταμιάν-Ανσεριάν.

Η ταινία του Φέρρη για τη Μαρίκα Νίνου

Η ζωή της Μαρίκας Νίνου ενέπνευσε το σενάριο για την ταινία του Κώστα Φέρρη, Ρεμπέτικο του 1983.

Σμύρνη, 1919: Η Αντριάννα, η γυναίκα του ρεμπέτη τραγουδιστή Παναγή, θα φέρει στον κόσμο την μικρή Μαρίκα. Με τους διωγμούς του 1922 έρχεται στην Αθήνα με τους γονείς της. Η σχέση τους δεν είναι καλή και σε έναν από τους καυγάδες τους ο Παναγής θα σκοτώσει κατά λάθος την Αντριάννα. Μετά από χρόνια, η Μαρίκα θα το σκάσει με τον περιπλανώμενο μάγο Χουάν και θα κάνει μαζί του ένα παιδί. Μετά την γέννηση του παιδιού ο ταχυδαχτυλουργός Χουάν, βλέποντας ότι η δουλειά του δεν έχει πέραση, αποφασίζει να φύγει από την Ελλάδα για την Αμερική. Η Μαρίκα θα γυρίσει στην παλιά της γειτονιά, όπου θα αρχίσει να τραγουδάει στο γνωστό ρεμπετάδικο του Θωμά, μαζί με τον παιδικό της φίλο και βιολιτζή Γιωργάκη, και το αστέρι του μπουζουκιού Μπάμπη. Τα χρόνια είναι δύσκολα, από το μεσοπόλεμο στην κατοχή, μέχρι την απελευθέρωση και τον εμφύλιο, αλλά η μαθημένη στα δύσκολα και πεισματάρα Μαρίκα θα καταφέρει να γίνει η μεγαλύτερη ντίβα του ρεμπέτικου τραγουδιού, με επιστέγασμα της καριέρας της το ταξίδι στο Σικάγο. Η ιστορία τελειώνει με την επιστροφή της στην Αθήνα, και τον τραγικό θάνατό της το 1955.

Λόγια για τη Μαρίκα Νίνου

Ο Μάνος Χατζιδάκις έγραψε για τη Μαρίκα Νίνου, αφιερώνοντάς της το δίσκο του Πέριξ (1974): «Όλη η εργασία αυτή αφιερώνεται στη μνήμη της ανεπανάληπτης Μαρίκας Νίνου, που δίχως να το ξέρει, με το μαχαίρι της φωνής της, χάραξε μέσα μας βαθιά τα ονόματα θεών της ταπεινωσύνης και της βυζαντινής παρακμής».

Ο Πάνος Γεραμάνης, σ’ ένα αφιέρωμα που έκανε στη Νίνου το 2003, είπε μεταξύ άλλων τα εξής: «Η παρουσία της Μαρίκας Νίνου σηματοδότησε νέα εποχή στην ερμηνεία του λαϊκού τραγουδιού και παράλληλα εδραίωσε μια καινούργια αντίληψη στη σκηνή των λαϊκών κέντρων της εποχής του ’50».

Ο Γιώργος Παπαδάκης έγραψε για τη Νίνου: «Όπως η σκληρή, βραχνή και ατημέτηλη φωνή του Μάρκου Βαμβακάρη εικονίζει τον άντρα του ρεμπέτικου της εποχής του, έτσι και η φωνή της Νίνου υλοποιεί τον γυναικείο χαρακτήρα στα τραγούδια που τα χρόνια εκείνα έγραφαν ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Μητσάκης (…) Τραγουδώντας, ζωγραφίζει γνωστούς και οικείους στον ευρύτερο χώρο της αστικής λαϊκής κοινωνίας γυναικείους χαρακτήρες”. Ο Βασίλης Τσιτσάνης έχει πει μεταξύ άλλων για τη Νίνου: “Είχε μια ξεχωριστή ερμηνευτική ικανότητα, είχε το κάτι άλλο. Όταν τραγουδούσε κυριολεκτικά καθήλωνε τον κόσμο. Τραγουδούσε και δίδασκε κιόλας μαζί με το τραγούδι, όπως ο δάσκαλος που διδάσκει τους μαθητές. Αυτό ήταν έμφυτο. Ήταν γεννημένο για το πάλκο».

Δισκογραφία

Οι ηχογραφήσεις της συνολικά είναι 174, όπου στις 119 τραγουδάει πρώτη φωνή. Ηχογράφησε 20 τραγούδια στη Liberty Αμερικής, 11 είναι από ζωντανή ηχογράφηση στου “Τζίμη του Χοντρού” το 1955 και 9 από συναυλία στον “Παρνασσό” το 1954 (ηχογρ. Γαλλικού συνεργείου), ενώ περίπου 60 είναι τα τραγούδια του Τσιτσάνη που ερμήνευσε.

1948 Ώρες Σε Κρυφοκοιτάζω
1948 Θα Στο Πω Το Μυστικό Μου
1948 Το ‘φαγες Το Παιδί
1948 Άνθρωποι-Άνθρωποι
1948 Με Κάρφωσαν Τα Μάτια Σου
1948 Είσαι Φίνος Χαρακτήρας
1948 Ο Κυνηγός
1948 Η Βλάχα
1948 Νύχτες Ξενυχτώ Χωρίς Ελπίδα
1948 Τον Άνδρα Της Γυρεύει
1949 Σούλα
1949 Κούκλα Μου Εσύ
1949 Ο Τραυματίας
1949 Πού Θα Πας Πού Θα Τα Βρεις Στρωμένα
1949 Πάλι Θα Σμίξουμε
1949 Κατεργάρα
1949 Ας Την Κρίνει Ο Θεός
1949 Η Μικρή Του Καμηλιέρη
1949 Ο Παντρεμένος
1949 Για Τα Μάτια Π’ Αγαπώ
1950 Στα Μπουζούκια Να Με Πας
1950 Τα Τρία Αδέλφια
1950 Η Χήρα Του Φαντάρου
1950 Το Βιτριόλι
1950 Ο Πρώτος Άντρας Που Αγάπησα
1950 Η Γυναίκα Που Ψηφίζει
1950 Έχασα Τα Μάτια Τα Ωραία
1950 Παράξενη Κοπέλα
1950 Σούρουπο Με Συννεφιά
1950 Έχεις Δίκιο
1950 Η Ταμπακέρα
1950 Θα Σε Τιμωρήσω
1950 Το Όνειρο Της Αδελφής
1950 Χάθηκε Η Προξενιά
1950 Γιατί Άλλαξες Γιατί
1950 Απόψε Μες Στο Καπηλειό
1950 Η Καρδιά Σου Θα Γίνει Χρυσή
1950 Τι Σου Φταίω
1950 Βαλεντίνα
1950 Η Μικρούλα
1950 Εγώ Είμαι Για Σένα
1950 Κουτσομπόλα Χτύπα Ξύλο
1950 Δεν Θα Ξαναϊδωθούμε
1950 Το Κουρέλι
1950 Με Την Καρδιά Μου Παίζεις
1950 Σ’ Αυτό Το Ρεματάκι
1950 Γιαλό-Γιαλό
1950 Κι Αν Αμάρτησα Δεν Φταίω
1950 Εφώτισε Η Χαραυγή
1950 Μην Περιμένεις
1950 Τσίφτισσα
1950 Το Πεζοδρόμιο
1950 Το Δέκα Το Καλό
1950 Φτάνει Που Θα Μ’ Αγαπάει
1950 Κι Αν Πάθεις Και Καμιά Ζημιά
1951 Το Ελληνόπουλο
1951 Έρχεται Τ’ Αγόρι Μου
1951 Αραμπάς Με Τα Στολίδια
1951 Είσαι Γυναίκα Αμαρτωλή
1951 Η Σεράχ
1951 Αντιλαλούνε Τα Βουνά
1951 Πόνεσα Μες Στην Καρδιά
1951 Χάθηκα-Χάθηκα
1951 Τα Διαλεχτά Παιδιά
1951 Την Πιο Ωραία Μου Ζωή
1951 Χρόνια Πολλά Σε Λάτρευα
1951 Είμαι Μια Δυστυχισμένη
1951 Παλαμάκια
1952 Άιντε Παράτα Με
1953 Δεν Μου Κοβότανε Το Χέρι
1953 Ο Κόκορας
1953 Μπάλοι
1953 Καβουράκια
1953 Ο Μήνας Έχει Εννιά
1953 Απόψε Κάνεις Μπαμ
1953 Παίξτε Μπουζούκια
1953 Φτωχόπαιδο
1953 Θάλασσα, Μπαρμπαριά κ.α.
1953 Αλέγκρο (ποτ πουρί)
1953 Ό,τι Μου Κάνεις Θα Σου Κάνω
1954 Βουνό
1954 Έλα Όπως Είσαι
1954 Τι Σήμερα Τι Αύριο Τι Τώρα
1954 Αυτή Η Θλιβερή Βραδιά
1954 Ζαΐρα
1954 Γεννήθηκα Για Να Πονώ
1954 Καρδιές Βασανισμένες
1955 Είσαι Μια Κότα Παρδαλή
1955 Λόγια Ανταλλάξαμε Βαριά
1955 Αγάπη Που ‘γινες Δίκοπο Μαχαίρι
1955 Θάλασσα Πικροθάλασσα
1955 Νύφη Εγώ Στην Εκκλησιά
1956 Δώσ’ Του Δώσ’ Του Νάνι-Νάνι
1956 Παράπονα Παράπονα
1956 Κάθε Βράδυ Πάντα Λυπημένη
1958 Ζαΐρα
1958 Ατσιγγάνες

Πληροφορίες από wikipedia, μηχανή του χρόνου



ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
To altsantiri.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις εφόσον εντοπίζονται θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.

Αφήστε το σχόλιό σας