11-05-2021

Οι φωνές της Ελλάδας: Βίκυ Μοσχολιού (εικόνες – video)

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές ελληνικές φωνές… «Ο θηλυκός Μπιθικώτσης», «η Κοτοπούλη του ελληνικού τραγουδιού» ήταν μερικοί από τους χαρακτηρισμούς που της απέδωσαν σπουδαίες προσωπικότητες της τέχνης. Ένας άνθρωπος απλός, λαϊκός, που γύρευε το νόημα της ζωής μέσα από την σκληρή δουλειά, την αφοσίωση στην οικογένεια και τη θρησκευτική πίστη…

Η Βίκυ Μοσχολιού γεννήθηκε στις 17 Μαΐου του 1943 στο Μεταξουργείο (Αθήνα). Ξεκίνησε την καριέρα της το Πάσχα του 1962 στην «Τριάνα» του Χειλά δίπλα στο Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη Δούκισσα.

Καθιερώθηκε το 1964 τραγουδώντας το «Χάθηκε το φεγγάρι» του Σταύρου Ξαρχάκου στην κινηματογραφική παραγωγή «Λόλα». Τον επόμενο χρόνο το τραγούδι της «Ένα αστέρι πέφτει – πέφτει» έγινε μεγάλη επιτυχία συνεχίζοντας σε συνεργασίες, μεταξύ άλλων, με τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Γιώργο Κατσαρό, τον Άκη Πάνου, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Ξαρχάκο, το Δήμο Μούτση, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Μίμη Πλέσσα, τον Γιάννη Σπανό, τον Σταύρο Κουγιουμτζή, τον Τάκη Μουσαφίρη, τον Λάκη Παπαδόπουλο, τον Σπύρο Παπαβασιλείου, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Γιώργο Χατζηνάσιο, τον Απόστολο Καλδάρα, τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον Ζώρζ Μουστακί, τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και τον Σταμάτη Κραουνάκη αλλά και με στιχουργούς όπως ο Μάνος Ελευθερίου, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, η Λίνα Νικολακοπούλου, ο Νίκος Γκάτσος, ο Δημήτρης Χριστοδούλου, ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης.

Τρεις μόλις μήνες μετά την επιβολή της Δικτατορίας του 1967, στις 13 Ιουλίου 1967, η Βίκυ Μοσχολιού μαζί με το Γρηγόρη Μπιθικώτση, τραγούδησαν στο νυκτερινό κέντρο Δειλινά (Αθήνα), σε πρώτη δημόσια εκτέλεση, τον Ύμνο της 21ης Απριλίου, «Μέσα στ΄ Απρίλη τη γιορτή», (στίχοι Η. Καραμανέα και μουσική Α. Ρεμούνδου), σε εκδήλωση του τότε Ρ/Σ της ΥΕΝΕΔ υπό την καλλιτεχνική παρουσίαση του Γ. Οικονομίδη.

Η Βίκυ Μοσχολιού ήταν από τις πρώτες ερμηνεύτριες που τραγούδησαν σε μπουάτ, κάνοντας τις κυριότερες εμφανίσεις της στο «Ζυγό» και το «Zoom» της Πλάκας στο πλευρό του Δήμου Μούτση στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Στη διάρκεια της σταδιοδρομίας της είχε δώσει συναυλίες, ενώ εμφανίστηκε και στις βασιλικές αυλές της Ελλάδας, της Περσίας και της Ιορδανίας.

Την Πρωτομαγιά του 1967 παντρεύτηκε τον ποδοσφαιριστή του Παναθηναϊκού, Μίμη Δομάζο, με τον οποίο απέκτησε δύο κόρες, αλλά το 1979 πήραν διαζύγιο. Έφυγε από τη ζωή στις 16 Αυγούστου του 2005, έπειτα από διετή μάχη με τον καρκίνο σε ηλικία 62 ετών.

Στα τραγούδια της που έγιναν επιτυχίες συγκαταλέγονται τα: «Πάει, πάει», «Αλήτη», «Έτσι είν’η ζωή», «Τα Ξημερώματα», «Δεν ξέρω πόσο σ’αγαπώ», «Θα κλείσω τα μάτια», «Δεν κλαίω για τώρα», «Ναύτης βγήκε στη στεριά», «Τα δειλινά», «Οι μετανάστες», «Άνθρωποι μονάχοι». Δύο επιτυχίες της ονοματοδότησαν νυκτερινά κέντρα της Αθήνας, τα «Δειλινά» και τα «Ξημερώματα».

«Ο θηλυκός Μπιθικώτσης»

Η φωνή της Μοσχολιού αποτελούσε και αποτελεί μία από τις χαρακτηριστικότερες γυναικείες ελληνικές φωνές της σύγχρονης ελληνικής μουσικής. Χαρακτηρίστηκε ως μια φωνή «δωρική», δηλαδή μια φωνή βαθιά ελληνική, «ντόμπρα», με μεγάλες φυσικές ικανότητες. Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος για τον οποίο πολλοί την χαρακτήρισαν ως «ο θηλυκός Μπιθικώτσης». Όμως, όπως κάθε μεγάλος καλλιτέχνης, η Μοσχολιού επιβλήθηκε καλλιτεχνικά λόγω της ατέρμονης μοναδικότητας των ερμηνειών της, μια μοναδικότητα που έκανε συνθέτες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης να χαρακτηρίσουν την φωνή της «ογκόλιθο». Υπηρέτησε πιστά τον λαϊκό και έντεχνο χώρο, τραγουδώντας ταυτόχρονα κομμάτια διαφορετικής αισθητικής, αποδεικνύοντας πως ήταν καλλιτέχνιδα ολικού περιεχομένου.

Πιο συγκεκριμένα η Μοσχολιού ως τύπος τραγουδίστριας ήταν alto-mezzo, δηλαδή η βαρύτερη γυναικεία φωνή, σαφέστατα στην λαϊκή εκδοχή της. Κατείχε μεγάλη έκταση φωνής, βαριά ηχητικότητα και φυσικά μια μελαγχολική βραχνή χροιά η οποία αποτέλεσε το σήμα κατατεθέν της, καθώς είναι αδύνατο για τους ακροατές να μην καταλάβουν ποια τραγουδάει από την πρώτη κιόλας λέξη. Στις ικανότητες της φωνής της συγκαταλέγονται επίσης το ισχυρό «συρτό» vibrato της, που δραματοποιούσε τις ερμηνείες της κι οδηγούσε σε μια μοναδική επιβολή της φωνητικής δύναμης, τα εκπληκτικά της γυρίσματα, τα οποία της έδιναν την ικανότητα να ερμηνεύει με ευκολία δημοτικά τραγούδια ή τραγούδια με jazz-blues επιρροές.

Βασικότερο στοιχείο όλων αναμφισβήτητα στο φυσικό μουσικό της όργανο ήταν η ασυνήθιστη δύναμη και ο ενστικτώδης συναισθηματισμός. Η δύναμη της φωνής της Μοσχολιού ήταν αξεπέραστη και σε συνδυασμό με την μπάσα φωνή της, η ερμηνεύτρια μπορούσε ξεκάθαρα να ακούγεται ισχυρότερα από ότι μια soprano σε έναν χώρο.

Χαρακτηριστικό αυτού του φωνητικού χαρακτηριστικού της, είναι η ερμηνεία της στο τραγούδι «Αλήτης», στον οποίο η Μοσχολιού, όποτε το τραγουδούσε ζωντανά, κατέβαζε το μικρόφωνο, χαμήλωνε την ορχήστρα και γέμιζε τον χώρο με την επιβλητική φωνή της. Ο συναισθηματισμός ήταν η δεύτερη μεγάλη κινητήρια δύναμη του οργάνου της. Με την ξεκάθαρη άρθρωση των λέξεων, συμφώνων και φωνηέντων μαζί, η ερμηνεύτρια κατάφερνε να δραματοποιεί και να αγγίζει ψυχικά, γνωρίζοντας και μη το τι εξιστορεί-ερμηνεύει. Αυτό ήταν και είναι βασικό γνώρισμα του ερμηνευτικού-υποκριτικού ταλέντου της.

Η πληρότητα της σπουδαιότητας της φωνής της σημαδεύονταν από την πρωτοφανή ερμηνεία της. Ο ζωγράφος, Γιάννης Τσαρούχης, την χαρακτήρισε ως «Κοτοπούλη του ελληνικού τραγουδιού», διακρίνοντας έτσι την βαθιά θεατρικότητα και υποκριτική ευελιξία την οποία κατείχε η τραγουδίστρια. Ήταν μια πραγματική ερμηνεύτρια, γεμάτη κύρος επί σκηνής, πολύ παραπάνω από τραγουδίστρια, μια φωνή που επανέφερε την αίσθηση του αρχαιοελληνικού δράματος μέσω της έκφρασης του καημού και της χαράς των Ελλήνων του σήμερα.

Τα πρώτα βήματα

Μεταξουργείο, 1943. Μέσα στη γερμανική κατοχή και τη φτώχεια της, η οικογένεια Μοσχολιού αποκτά ακόμα ένα παιδί. Η Βασιλική (Βάσω την φώναζαν για πολλά χρόνια), μεγαλώνει με τους γονείς, τα αδέρφια της και τη γιαγιά της, αρχικά σε ένα δωμάτιο μιας αυλής στη συμβολή των οδών Πλαταιών και Κεραμεικού. Ο πατέρας της, εργάτης στη λαχαναγορά, εργάζεται σκληρά για να συντηρήσει την επταμελή του οικογένεια. Το μικρό σπίτι που χτίζει στο ύψωμα της Αγίας Βαρβάρας γλιτώνει από καθαρή τύχη το γκρέμισμα από τις κρατικές υπηρεσίες κι έτσι η οικογένεια Μοσχολιού μετακομίζει τη δεκαετία του ’50 από το κέντρο της Αθήνας στην ευρύτερη περιοχή του Αιγάλεω.

Η Βίκυ μεγαλώνει σε ένα αυστηρό και συντηρητικό περιβάλλον, αλλά η καλλιτεχνική της φλέβα έχει αρχίσει να χτυπάει από την εφηβεία της. Μετά το δημοτικό σχολείο εγγράφεται στην Εμπορική Σχολή, χάνει, όμως, τη δεύτερη χρονιά κι έτσι ο πατέρας της αποφασίζει να τη στείλει σε τσαγκάρηδες του κέντρου της Αθήνας, για να μάθει την τέχνη της κορδελιάστρας.

Δεκατεσσάρων χρονών, η Βίκυ πηγαινοέρχεται καθημερινά από την Αγία Βαρβάρα στου Ψυρρή και μαθαίνει να ραφινάρει το δέρμα στις άκρες των παπουτσιών. Για να περάσει η ώρα στη βιοτεχνία, εκείνη και τα αφεντικά τραγουδούν με ανοιχτά παράθυρα τις επιτυχίες της εποχής. Η Βίκυ θέλει να γίνει ηθοποιός ή τραγουδίστρια, αλλά σε εκείνη τη φάση της ζωής της συμβιβάζεται και με την προοπτική του να γίνει απλώς πωλήτρια σε μαγαζί με παπούτσια.

Ένας θείος της, παλιός συνεργάτης του Αττίκ, πείθει τον πατέρα της να πάρει την Βίκυ και την αγαπημένη της ξαδέρφη, Έφη, για να συμμετάσχουν στα «Ταλέντα» του Γιώργου Οικονομίδη. Η Βίκυ με την ξαδέρφη της τραγουδούν ένα ντουέτο, εντυπωσιάζουν έναν θιασάρχη κι εκείνος ζητάει από τη Βίκυ να δουλέψει στο θέατρο. Ο πατέρας της φέρνει σφοδρές αντιρρήσεις, αλλά η Βίκυ καταφέρνει να περάσει το δικό της, με τη βοήθεια, πάντα, της αγαπημένης ξαδέρφης της, Έφης.

Το Πάσχα του 1962, κάνει την πρώτη της εμφάνιση ως τραγουδίστρια στην «Τριάνα» της λεωφόρου Συγγρού, πλάι στον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Σε δυο μήνες υπογράφει συμβόλαιο με την Columbia, αλλά η εταιρία δεν της εμπιστεύεται κάποιο τραγούδι για σχεδόν δυο χρόνια.

Ο πρώτος συνθέτης που την επέλεξε για να ερμηνεύσει δική του δημιουργία ήταν ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο οποίος αρχικά νόμιζε πως η φωνή της έμοιαζε με της Μαίρης Λίντα. Το 1964 η Βίκυ ερμηνεύει το τραγούδι του Ξαρχάκου «Χάθηκε το Φεγγάρι» για την ταινία «Λόλα» και συμμετέχει στα γυρίσματα της τελευταίας σκηνής, ως το συγκινημένο κορίτσι με τη κόκκινη καπιτονέ ρόμπα που τραγουδά σε ένα μπαλκόνι κρατώντας ένα αναμμένο τσιγάρο πάνω στο σκηνικό που αναπαριστά την Τρούμπα και έχει στηθεί στους Αγίους Αναργύρους Αττικής. Στην πρεμιέρα της ταινίας, το κοινό εκστασιάζεται με την ερμηνεία της και ο υπεύθυνος προβολής του σινεμά αποφασίζει να την ξαναδείξει. Ένα αστέρι έχει αναδειχθεί.

Η καταξίωση

Τον Γιώργο Ζαμπέτα δεν τον γνώριζε, παρότι έμενε κι αυτός στην ευρύτερη περιοχή του Αιγάλεω. Μια μέρα τον είδε στο λεωφορείο και της έκανε εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο αστειευόταν με τον κόσμο. Ο εισπράκτορας της είπε ότι εκείνος ήταν ο μεγάλος Γιώργος Ζαμπέτας. Μετά το τέλος της πρώτης σεζόν όπου τραγούδισε με τον Μπιθικώτση, η Μοσχολιού επισκέφτηκε τον Ζαμπέτα σπίτι του και του ζήτησε δουλειά. Έτσι γεννήθηκε μια συνεργασία και μια φιλία ετών, από την οποία προέκυψαν μερικές από τις μεγαλύτερες κοινές τους επιτυχίες, όπως τα τραγούδια «Πόρτα κλειστή τα χείλη σου», «Τα Δειλινά» και «Τα Ξημερώματα».

Η Βίκυ Μοσχολιού στη διάρκεια της καριέρας της συνεργάστηκε σχεδόν με όλους τους σημαντικούς έλληνες συνθέτες και στιχουργούς. Τραγουδοποιοί μιας άλλης εποχής, κατά τη διάρκεια της οποίας δραστηριοποιήθηκε μια γενιά τραγουδιστών που «ζυμώθηκε» με τους συνεργάτες της, δημιουργώντας μοναδικές μουσικές στιγμές που άντεξαν στο χρόνο. Ο μοναδικός συνθέτης με τον οποίο δεν συνεργάστηκε εκτεταμένα ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Ωστόσο, μαζί είχαν εμφανιστεί στα μέσα της δεκαετίας του ’60 σε μια εκπομπή που προβλήθηκε από το BBC.

Η προσωπική της ζωή

Όσο η καριέρα της Βίκυς απογειωνόταν, τόσο η προσωπική της ζωή είχε ήδη σφραγιστεί από την παρουσία του ποδοσφαιριστή του Παναθηναϊκού, Μίμη Δομάζου. Με τον Δομάζο γνωρίστηκαν το 1962, καθώς η ομάδα ποδοσφαίρου του Παναθηναϊκού επισκεπτόταν τακτικά τα μπουζούκια, όπου εμφανιζόταν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Ερωτεύτηκαν αμέσως και ξεκίνησαν να βγαίνουν ραντεβού. Η Βίκυ, πολύ ερωτευμένη με τον Δομάζο, τα έχανε όποτε τον έβλεπε να μπαίνει στο μαγαζί και ο Γιώργος Ζαμπέτας, με τον χαρακτηριστικό του τρόπο, της είχε πει μια φορά πάνω στην πίστα τη μνημειώδη φράση «Άσε μας πια με τον κωλοποδοσφαιριστή».

Ο γάμος τους γίνεται Πρωτομαγιά του 1967. Η Χούντα των Συνταγματαρχών απαγορεύει τις συγκεντρώσεις, αλλά ο κόσμος αψηφεί και τους αστυνομικούς περιορισμούς, με αποτέλεσμα να συγκεντρωθούν χιλιάδες άνθρωποι γύρω από τη Μητρόπολη των Αθηνών. Το αυτοκίνητο της νύφης δε χωρούσε να κατεβεί τη Μητροπόλεως λόγω του κόσμου, κι έτσι κάτι φίλοι του ζευγαριού παλαιστές άρχισαν από μόνοι τους να ανοίγουν χώρο. Για τον γάμο είχαν παραγγελθεί 7000 μπομπονιέρες, που είχαν πάνω ένα κλειδί του σολ και το Τριφύλλι του Παναθηναϊκού. Οι μπομπονιέρες εξαντλήθηκαν σε λίγα λεπτά. Πολλά κομμάτια κυκλοφόρησαν κατά καιρούς στη μαύρη αγορά, έναντι σεβαστότατων ποσών. Με τον Μίμη Δομάζο απέκτησαν δυο κορίτσια, τη Ράνια και τη Βαγγελίτσα. Πήραν ένα ήσυχο διαζύγιο μετά από 10 χρόνια γάμου και συνολικά 15 χρόνια σχέσης. Μετά τον Δομάζο, η Βίκυ είχε άλλες δυο μακροχρόνιες σχέσεις, η μία εκ των οποίων ήταν αυτή με τον μπασκετμπολίστα του Σπόρτινγκ, Παύλο Σταμέλο.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’70, η Βίκυ είχε αποφασίσει να αφήσει τις μεγάλες πίστες και να εμφανίζεται στις μπουάτ, που τότε διένυαν την καλύτερή τους περίοδο. Παράλληλα, έκανε μεγάλες τουρνέ στο εξωτερικό, έχοντας εμφανιστεί, μεταξύ άλλων, στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης, το Royal Albert Hall του Λονδίνου και το Olympia του Παρισιού.

Η γυναίκα που στα 21 της χρόνια είχε ήδη βάλει τη σφραγίδα της στο ελληνικό τραγούδι, είχε τη δυνατότητα να επιλέγει τις συνεργασίες της, με σεβασμό στο κοινό, αλλά και στους συναδέλφους της. Βοήθησε πολύ τους νέους καλλιτέχνες να αναδειχθούν, προσπαθώντας να τους διδάξει με βάση τα λάθη που είχε κάνει η ίδια στην πορεία της.

Το 1981, ο πρωτοεμφανιζόμενος συνθέτης, Σταμάτης Κραουνάκης, ζητά από τη Βίκυ Μοσχολιού να συνεργαστούν για τον πρώτο του δίσκο, σε στίχους Λίνας Νικολακοπούλου και Κώστα Τριπολίτη. Ο δίσκος έχει τίτλο «Σκουριασμένα Χείλη» και αποτελεί μια νέα προσέγγιση στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι που ακροβατεί ανάμεσα στο λαϊκό και το έντεχνο. Η Μοσχολιού εμπιστεύεται αμέσως τον Κραουνάκη και ο δίσκος κάνει πάταγο.

Η προσωπικότητά της

Η Βίκυ Μοσχολιού ήξερε πολύ καλά την καλλιτεχνική της αξία, από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε στο πάλκο και ποτέ δεν δίστασε να την δείξει προς τα έξω. Η φωνή της, βαθιά, δωρική, στακάτη, χαρακτηριζόταν από τη μοναδική της άρθρωση, τα αργά της vibrato και την έλλειψη κάθε περιττής ερμηνευτικής φιοριτούρας.

Ο συναισθηματισμός της εκφραζόταν σε κάθε νότα, σε κάθε λέξη της, όπως η ίδια τον εκλάμβανε, χωρίς να επιθυμεί την προσποίηση. Συχνά ρωτούσε τους συνθέτες και τους στιχουργούς με τους οποίους συνεργαζόταν το αληθινό νόημα των στίχων των τραγουδιών.

Η σχολική της παιδεία ήταν περιορισμένη, η ψυχή της, όμως, ήταν περίσσια. Η προσωπικότητά της αντικατόπτριζε τις ποιότητες της φωνής της. Άνθρωπος απλός, λαϊκός, που γύρευε το νόημα της ζωής μέσα από την σκληρή δουλειά, την αφοσίωση στην οικογένεια, καθώς και τη θρησκευτική πίστη. Η Βίκυ δεν δίστασε ποτέ να μιλήσει ανοιχτά για τα θρησκευτικά της αισθήματα και παρότι πολύς κόσμος δεν συμμεριζόταν καθόλου τον μεταφυσικό της ενθουσιασμό, ποτέ δεν έπαψε να την αγαπάει για την ειλικρίνειά της.

Οι πολιτικές της πεποιθήσεις ήταν δεξιές και για την ακρίβεια καραμανλικές. Παρότι η οικογένειά της ήταν πολύ φτωχή, ο πατέρας της ήταν οπαδός του Κωνσταντίνου Καραμανλή κι έτσι η Βίκυ ακολούθησε αυτόν τον πολιτικό δρόμο. Στην πορεία της ζωής της διατήρησε επαφές με πολιτικούς του συγκεκριμένου χώρο και ιδίως με τον Κώστα Καραμανλή και τον Νικήτα Κακλαμάνη.

Η άγρια κόντρα της Βουγιουκλάκη με τη Μοσχολιού – Δημόσιες κατηγορίες για «σκυλάδικα και νιαουρίσματα»

Το 1980 δεν ήταν μια καλή χρονιά για τα θέατρα. Οι ηθοποιοί έπαιζαν μπροστά σε λίγο κόσμο στις παραστάσεις και πολλά έργα «κατέβαιναν» σε σύντομο χρονικό διάστημα, εξαιτίας των μειωμένων εσόδων. Για να καταφέρουν οι θιασάρχες να προσελκύσουν κοινό, επιστράτευαν γνωστούς ερμηνευτές του πενταγράμμου, νέους ή παλιούς. Η κίνηση αυτή όμως, δεν άρεσε στους ηθοποιούς, όπως στην Αλίκη Βουγιουκλάκη, που ζητούσαν να σταματήσει αυτή η πρακτική.

Σε συνέντευξή της μάλιστα για την κρίση στο «σανίδι», η ηθοποιός έλεγε χαρακτηριστικά: «Τι δουλειά έχουν ο Φλωρινιώτης, ο Τσιτσάνης, η Μοσχολιού και άλλοι να εισβάλουν με τα μπουζούκια τους στο θέατρο; Μπορεί στον τομέα τους να είναι καλοί, αλλά στο θέατρο το μόνο που κάνουν είναι να κατεβάζουν το επίπεδο του κοινού. Διαμαρτύρομαι γιατί το μπουζούκι έχει εισβάλλει στο θέατρο κατά τρόπο απαράδεκτο».

Η δήλωση της Βουγιουκλάκη δεν έμεινε αναπάντητη. Η Βίκυ Μοσχολιού με επιστολή της στην εφημερίδα «Τα Νέα», σήκωσε το γάντι και πέρασε στην αντεπίθεση. «Συγχαρητήρια. Η κ. Βουγιουκλάκη κάνει οπερετικές δηλώσεις γιατί φοβάται πως τα θέατρα με τη συμμετοχή μας, θα γίνουν σκυλάδικα. Και είναι άδικο ο λαός να ακούει γαβγίσματα, έπειτα από τόσων χρόνων νιαούρισμα. Το μόνο που μένει έπειτα από αυτό για να φτιάξουν τα θέατρα, είναι να εγκαταστήσει η κ. Βουγιουκλάκη ένα δικό της Προξενείο, όπου θα προσερχόμαστε σαν γατούλες όλοι οι καλλιτέχνες, για να παίρνουμε βίζα από την κυρία Πρόξενο, που θα ελέγχει που και πως θα μεταβούμε και τι θα τραγουδήσουμε».

Η Βίκυ Μοσχολιού σχολίαζε καυστικά επίσης και τη δήλωση της Αλίκης Βουγιουκλάκη που ανέφερε ότι, «το ελληνικό θέατρο περνάει μεγάλη κρίση. Και είναι ανεπίτρεπτο να αντιμετωπίζεται με την επιστράτευση γνωστών τραγουδιστών, που μάλιστα στις ταμπέλες μπαίνουν επικεφαλής των θιάσων».

Η Μοσχολιού απαντούσε στην εθνική σταρ ως εξής : «Η ίδια φυσικά έχει Duty Free. Κι ακόμη έχει δελτίο εισόδου για τα πάντα, εδώ και δεκαετίες. Για αυτό δεν ζήτησε ποτέ άδεια, ούτε βίζα για να χορέψει, να σκηνοθετήσει, να γράψει, να τραγουδήσει από ρομάντζα ως τσατσατσά μέχρι ελαφρολαϊκά ή να δημιουργήσει χιλιάδες κοκτέιλ ιστορικοκοινωνικομελοφαρσομιούζικαλ, που τόσο ανέβασαν το πνευματικό επίπεδο δύο γενεών Ελλήνων. Λησμόνησε ακόμη και την παροιμία “στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σχοινί”. Γιατί η κυρία Πρόξενος τόσων και τόσων, πρώτη έφερε το μπουζούκι στο θέατρο και είναι η πρώτη διδάξασα στο Ρεξ, στην “Κόρη η Σοσιαλίστρια” εδώ και χρόνια. Και αυτό το καημένο το μπουζούκι που τόσο το κατηγορεί, την έσωσε τότε από φιάσκο της «Κλεοπάτρας». Αλλά βλέπεις η μνήμη εξασθενεί με τα χρόνια».

Η επιστολή κόλαφος της Μοσχολιού εναντίον της Βουγιουκλάκη, έκλεινε το ίδιο ειρωνικά. «Της συστήνω να διαμαρτυρηθεί ακόμη πιο έντονα και να διαγράψει το Θεοδωράκη και το Χατζιδάκι και το Ξαρχάκο και τόσους άλλους, που τόσες φορές δημιούργησαν επιτυχίες λαϊκές με μπουζούκια στο θέατρο και… “κατέβασαν το επίπεδο του ελληνικού λαού”. Ειλικρινά θα χαρώ να ιδρύσει το Προξενείο της και δηλώνω πως για πλάκα θα είμαι η πρώτη που θα ζητήσω τη βίζα της Βουγιουκλάκη, για να παίξω στο «σκυλάδικο» του Παρκ, μαζί με μια Σμαρούλα Γιούλη, μ’ έναν Βασίλη Διαμαντόπουλο, μ’ έναν Κώστα Καρρά, μ’ ένα Μποστ και με τόσα άλλα ονόματα του θεάτρου μας».

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη πάντως, δε θέλησε να δώσει συνέχεια και με μία λιτή δήλωσή της στην εφημερίδα ανέφερε ότι, «μου φαίνεται αδύνατο να έχω δημόσιο διάλογο με την αγαπητή Βίκυ Μοσχολιού, σε αυτό το επίπεδο. Υπογραμμίζω εκ νέου όσα ανέφερα και στην πρες κόμφερανς».

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της

Το 2003, στο πλαίσιο τακτικών εξετάσεων υγείας, οι γιατροί εντόπισαν κακοήθη όγκο που είχε ως εστία το πάγκρεας. Η αγαπημένη της φίλη και βοηθός της, Αρετή Γκόρντον, στάθηκε μαζί με τις κόρες της στο πλευρό της και τα δυο χρόνια της μεγάλης της ταλαιπωρίας.

Η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε αρκετά γρήγορα, παρότι η πρώτη επέμβαση για την αφαίρεση των όγκων ήταν επιτυχής. Πάλεψε με κουράγιο δυο πολύ δύσκολα χρόνια θεραπειών.

Πέρασε τις τελευταίες της ημέρες νοσηλευόμενη σε γνωστή ιδιωτική κλινική των Αθηνών, ρωτώντας διαρκώς για τις κόρες της και τον εγγονό της, Σταμάτη. Η Βίκυ έφυγε από τη ζωή την επόμενη του Δεκαπενταύγουστου του 2005.

Οι κόρες της, η διαμάχη για το σπίτι και η βιογραφία της Μοσχολιού

Σύμφωνα με πληροφορίες, το 2008 πωλήθηκε, ύστερα από δημόσια διαμάχη μεταξύ των δύο θυγατέρων της, η μαρμάρινη έπαυλη 1.200 τ.μ., στην οποία έζησε.

To 2010 η στενή φίλη και συνεργάτης της Βίκυς, Αρετή Γκόρντον, αποφάσισε να κυκλοφορήσει βιβλίο με τη ζωή της τραγουδίστριας, δίχως τη συγκατάθεση της οικογένειάς της. Έτσι οι κόρες της Βίκυς έμαθαν από τον Τύπο ότι πρόκειται να κυκλοφορήσει το βιβλίο «Θυμάμαι τη Βίκυ Μοσχολιού» με προσωπικές λεπτομέρειες από τη ζωή της.

Οι κόρες της ήθελαν να ενημερωθούν πριν την έκδοση του βιβλίου και μάλιστα ενοχλήθηκαν από την αναφορά σχετικά με το σπίτι της μητέρας τους. Έτσι, έστειλαν εξώδικο στην Αρετή Γκόρντον για τη δημοσιοποίηση στοιχείων της ζωής της μητέρας τους.

Δισκογραφία
1965 Σταύρος Ξαρχάκος: Πρώτη Εκτέλεση
1966 Ένα Μεσημέρι
1966 Πορτρέτο
1967 Βίκυ Μοσχολιού Νο 2
1968 Μάρκος ο Δάσκαλός Μας
1968 Χρώματα
1969 Κόσμε Αγάπη Μου
1969 Πυροτεχνήματα
1969 Μια Γυναίκα Φεύγει
1969 Μια Κυριακή
1969 Τον Αγαπώ τον Αγαπώ
1970 Η Πόλη Μας
1970 Το Σαββατόβραδο
1970 Βίκυ Μοσχολιού
1971 Βίκυ Μοσχολιού
1971 Ιερά Οδός
1971 Βίκυ Μοσχολιού
1972 Περιπέτειες
1972 Συνοικισμός Α
1973 Στροφές
1973 Η Μοσχολιού Τραγουδά Ξαρχάκο, Κηλαηδόνη, Σπανό
1974 Τα Ωραιότερα Τραγούδια Μου
1974 Μετανάστες
1974 Νυν και Αεί
1974 Θεσσαλικός Κύκλος
1975 Ανεξάρτητα
1975 Σκοπευτήριο
1975 Λαϊκή Παράδοση
1976 Τα Σήμαντρα
1976 Λεύκωμα
1977 Πορτρέτα
1977 Η Μοσχολιού Τραγουδά Σπανό
1977 14 Χρυσές Επιτυχίες
1978 Είμαι Ένας Φτωχός & Μόνος Καουμπόι
1978 Λαϊκά Τραγούδια απ’ Όλο τον Κόσμο
1978 14 Χρυσές Επιτυχίες Νο 2
1979 Όταν Σε Περιμένω
1980 Το Τραμ το Τελευταίο και Άλλα Αρχοντορεμπέτικα
1980 Βίκυ Μοσχολιού
1981 Σκουριασμένα Χείλια
1982 Τραγούδια της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου
1982 Σ’ Ένα Κόσμο Σαν κι Αυτό
1982 Αξέχαστες Επιτυχίες
1983 Αξέχαστες Επιτυχίες 2
1984 Του Σίδερου και του Νερού
1985 Συστημένα για τη Δούκισσα
1986 Στους Ανήσυχους Δρόμους
1987 Δυο-Δυο: Κόκκοτας – Μοσχολιού
1987 Γυμνό
1988 16 από τα Ωραιότερα Τραγούδια
1988 Παιχνίδι με τον Χρόνο
1988 Ο Γιάννης Μαρκόπουλος στον Ελληνικό Κινηματογράφο
1989 Δεν Έχω Ιδέα
1989 Πιάσε Κόκκινο
1990 Μεγάλες Επιτυχίες
1990 Mega Σουξέ
1990 Η Αθήνα τη Νύχτα
1990 Εφημερία
1990 Γκρο Πλαν
1991 Γεια σας Πού Πέφτουν τα Σύνορα
1992 Καινούργιο Πράγμα
1992 Το Τραγούδι Γυμνό
1992 Οδός Ελλάδος
1993 Πρέπει – 14 Μεγάλες Επιτυχίες
1993 Ο Κύριος Μητσάκης
1993 Τα Μπιζουδάκια
1994 Από τους Θησαυρούς των 45 Στροφών
1995 Αχ Κυρία Αμαρτία
1995 Τ’ Ασπρόμαυρα Τραγούδια
1995 Archodorebetika
1995 Η Βίκυ Μοσχολιού Τραγουδά Γιώργο Ζαμπέτα
1995 Οι Μεγάλες Επιτυχίες
1995 Ο Τζακ Ο’ Χάρα
1996 Μια Γυναίκα Δύο Άντρες
1997 Τραγούδια από τις 45 στροφές
1997 Αξέχαστες επιτυχίες 3
1998 Οι μεγάλες φωνές του ελληνικού τραγουδιού
2000 Τραγούδια από τις 45 στροφές 2
2001 Οι μεγάλες επιτυχίες 1
2002 Μεγάλοι Έλληνες ερμηνευτές 2
2002 Ανοιχτό Βιβλίο
2003 Πήρα απ΄τη νιότη χρώματα
2004 Οι μεγάλες επιτυχίες 2
2004 Βραδινό σινιάλο
2005 Εγώ εσένα αγαπώ
2005 Μοσχολιού Βίκυ 40 χρόνια
2005 21 μεγάλα τραγούδια
2006 Τα κινηματογραφικά
2006 Στα εννέα όγδοα
2008 Βίκυ Μοσχολιού: Δεν ξέρω πόσο σ’ αγαπώ

(wikipedia – ladylike.gr – sansimera.gr – ogdoo.gr – mixanitouxronou.gr)

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ