19-02-2021

Οι φωνές της Ελλάδας: Σοφία Βέμπο (εικόνες – video)

  • Οι φωνές της Ελλάδας σε μια Ελλάδα χωρίς φωνή
  • Το altsantiri.gr συνεχίζει το μεγάλο αφιέρωμα στις διαχρονικές φωνές της Ελλάδας
  • Η μεγάλη ερμηνεύτρια Σοφία Βέμπο και η καθιέρωσή της ως «τραγουδίστρια της νίκης»
  • Η ταύτισή της με το έπος του ’40
  • Ο μεγάλος έρωτας με τον Τραΐφόρο
  • Οι θεατρικές και κινηματογραφικές της επιτυχίες

«Εγώ θα σας αφηγηθώ τη ζωή μου με απλότητα. Είναι μια απλή ζωή που αμφιβάλλω αν θα σας ενθουσιάσει, όπως αμφιβάλλω για το συγγραφικό μου τάλαντο. Ίσως θα προτιμούσατε αντί να διαβάζετε αυτές τις γραμμές να σας έλεγα ένα τραγούδι…».

Κάθε άλλο παρά απλή ήταν ήταν η ζωή της μεγάλης ερμηνεύτριας Σοφίας Βέμπο, παρόλο που εκείνη υποστηρίζει το αντίθετο στο παραπάνω απόσπασμα. Ταυτισμένη απόλυτα με το έπος του ’40, η Βέμπο, που με τη λεβεντιά και το θάρρος της σατίρισε τους κατακτητές, έγινε η «τραγουδίστρια της νίκης» και μας χάρισε τραγούδια τόσο προπολεμικά όσο κατά τη διάρκεια του πολέμου, που έγραψαν ιστορία.

Η Σοφία Μπέμπου, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννιέται στην ανατολική Θράκη στις 10 Φεβρουαρίου του 1910. Ξεκινά την καλλιτεχνική της πορεία ως τραγουδίστρια το 1933 από τη Θεσσαλονίκη, γρήγορα, όμως, «μετακομίζει» στην πρωτεύουσα, όπου η εξέλιξή της είναι αλματώδης.

Η «Όμορφη τσιγγάνα» είναι το πρώτο τραγούδι της καριέρας της, το 1933, το οποίο όμως δεν δισκογράφησε ποτέ της. Το 1934 γραμμοφωνεί το «Μη ζητάς φιλιά» και το 1935 το «Τσιγγάνα μαυρομάτα», που τραγουδά στην επιθεώρηση «Η Αθήνα γελά».

Η καριέρα πριν τον πόλεμο

Από την πρώτη της εμφάνιση ως τσιγγάνα με μια κιθάρα, μέχρι το 1939 η Βέμπο έχει ήδη αναγνωριστεί και καταξιωθεί ως η πρώτη τραγουδίστρια του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού.

Η Σοφία Βέμπο ντυμένη τσιγγάνα όταν πρωτοεμφανίστηκε στη σκηνή του θεάτρου

Συμμετέχει σε επιθεωρήσεις, ταξιδεύει στην Αλεξάνδρεια, όπου δίνει και εκεί παραστάσεις σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία, ερμηνεύει τις επιτυχίες «Συγνώμη σου ζητώ συγχώρεσέ με» και το «Κάτι με τραβά κοντά σου», συμμετέχει στην ταινία «Προσφυγοπούλα».

https://www.youtube.com/watch?v=_1xD4TOjAIs

Το 1938 χαρακτηρίζεται χρυσή χρονιά της Σοφίας Βέμπο, με πολλές δισκογραφικές επιτυχίες, όπως το «Ζεχρά».

Την ίδια χρονιά συμμετέχει με δύο τραγούδια στο ντοκιμαντέρ με τον τίτλο «Η Ελλάς του 1938 ομιλεί», το οποίο προορίζεται για κινηματογραφικές αίθουσες στις ΗΠΑ, στις περιοχές όπου μένουν Έλληνες. Το ντοκιμαντέρ σπάει κυριολεκτικά τα ταμεία των αμερικανικών κινηματογράφων, ενώ ζητούνται κόπιες στη Λατινική Αμερική.

Το 1940 στην επιθεώρηση «Παύσατε πυρ» η Βέμπο τραγουδά τη νέα της επιτυχία «Το καινούργιο φεγγάρι». Στην επιθεώρηση εκείνη η Σ. Βέμπο γνώρισε και τη Γεωργία Βασιλειάδου όπου και της υποσχέθηκε να τη βοηθήσει διαβλέποντας το ταλέντο της. Το καλοκαίρι της ίδια χρονιάς ανεβαίνει η επιθεώρηση «Βραδινές τρέλες» στην οποία η Βέμπο τραγουδά το υπέροχο βαλς «Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά». Τα σύννεφα του πολέμου, όμως, ολοένα και φουντώνουν…

Η «τραγουδίστρια της νίκης» και το έπος του ’40

Με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, η καριέρα της εκτοξεύεται. Συμμετέχει στην παράσταση «Πολεμική Αθήνα» που ανεβάζει το θέατρο Μοντιάλ, του Μίμη Τραϊφόρου τραγουδώντας σατιρικά και πολεμικά τραγούδια, όπως τα τραγούδια που έγραψαν ιστορία «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά» και «Κορόιδο Μουσολίνι».

Το «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά», που γνώρισε τεράστια επιτυχία, ήταν μια «παραγγελιά» της ίδιας προς τον Μίμη Τραϊφόρο, από τον οποίο ζήτησε να γράψει στίχους πάνω στη μελωδία της «Ζεχρά» του Μιχάλη Σουγιούλ, που της άρεσε πολύ.

Το θέατρο Μοντιάλ, που ήταν καθημερινά ασφυκτικά γεμάτο, ξεκινά να παραχωρεί τις μισές από τις εισπράξεις του για την ενίσχυση του μετώπου, ενώ η ίδια η Βέμπο προσφέρει στο Ελληνικό Ναυτικό 2.000 χρυσές λίρες.

Το 1941 η Βέμπο ερμηνεύει τα «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», «Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός», «Μας χωρίζει ο πόλεμος», ενώ το Γενικό Επιτελείο Στρατού στέλνει τους δίσκους της σε όλες τις μονάδες στο μέτωπο για να ενισχύσει το ηθικό των φαντάρων.

Ο μεγάλος έρωτας με τον Τραϊφόρο

Το τραγούδι «Παιδιά της Ελλάδος Παιδιά» υπήρξε αφετηρία για τον μεγάλο έρωτα της Βέμπο με τον Μίμη Τραϊφόρο. «Ενός έρωτα που έπεσε σαν οδοστρωτήρας στη ζωή μου και δεν άφησε όρθιες ούτε τις αναμνήσεις μου», είχε αναφέρει ο ίδιος.

«Ήμουν γεμάτος δέος απέναντι σ’ αυτή τη γυναίκα. Γιατί το μόνο που σου επέτρεπε ήταν να τη σέβεσαι. Δεν τολμούσα να σηκώσω τα μάτια μου να την κοιτάξω».

Το ζευγάρι συναντιέται καθημερινά κρυφά στο Ζάππειο. Κρυφά γιατί η Σοφία παρόλο που είναι φτασμένη τραγουδίστρια και συντηρεί την οικογένειά της, ζει κάτω από αυστηρές οικογενειακές αρχές και δεν θέλει να δίνει δικαιώματα. Ως μεγαλύτερη θέλει να είναι παράδειγμα για τα αδέλφια της, τον Τζώρτζη, την Αλίκη και τον Ανδρέα.

Με τον Μίμη Τραΐφόρο

Ο σπουδαίος συνθέτης, ωστόσο, είχε τη φήμη του «άτακτου», του «ατίθασου» σε ότι αφορά τις ερωτικές του σχέσεις, με αποτέλεσμα η Βέμπο να ζηλεύει παράφορα. Το πιο ακραίο περιστατικό της ζήλιας της, είναι ότι δέρνει τη Σπεράντζα Βρανά, επειδή νομίζει πως κάτι τρέχει με τον Τραΐφόρο, κατά τη διάρκεια συμμετοχής και των τριών σε παραστάσεις στη Κωνσταντινούπολη με τον θίασο της Βέμπο.

Μετά από τον μακροχρόνιο και πολυκύμαντο δεσμό τους το ζευγάρι τελικά παντρεύεται το 1957 και τους χωρίζει μόνο ο θάνατος της μεγάλης ερμηνεύτριας.

Η δολοφονική επίθεση εναντίον της, οι φυλακές Αβέρωφ και οι απαγορεύσεις

Πίσω στη δεκαετία του ’40, λίγο πριν μπουν οι Γερμανοί στην Αθήνα, της επιτίθενται καθώς βγαίνει από το θέατρο Μοντιάλ. Όπως περιγράφει η ίδια στην αυτοβιογραφία της: «ξαφνικά ένιωσα ένα τρομερό σε δύναμη κρύο χτύπημα στο πρόσωπο. Ήταν σαν σιδερένια γροθιά. Σωριάστηκα αμέσως. Επρόλαβα να φωνάξω: “Με σκότωσες, παλιάνθρωπε”. Τίποτα άλλο, λιποθύμησα».

Το πρωί της άλλης ημέρας το τηλέφωνο του σπιτιού της χτυπάει και αμέσως μια βαριά φωνή τής λέει: «Σ’ τα σπάσαμε τα μούτρα για να μην μπορής να βγαίνης στο θέατρο και να λες αυτά που λες. Μην στεναχωριέστε, τους απάντησα, θα τα πω από το ραδιόφωνο. Ήταν φανεροί πλέον οι δολοφόνοι μου: ή φασίσται Ιταλοί ή άνθρωποι της Γκεστάπο».

Ακολουθεί σύλληψή της από τη Γκεστάπο και μεταφορά της στις φυλακές Αβέρωφ. Την ξαναπηγαίνουν στη Γκεστάπο και τη βάζουν να υπογράψει ένα χαρτί ότι δεν θα ξανατραγουδήσει πατριωτικά τραγούδια.

Εκείνη το κάνει, αλλά συνεχίζει να στέλνει μηνύματα μέσω των τραγουδιών της, όταν όμως οι Ιταλοί της απαγορεύουν τελείως το τραγούδι, δεν μπορεί να ασκήσει το επάγγελμά της. Ώσπου παίρνει πίσω την άδεια και εμφανίζεται ντυμένη στα γαλανόλευκα να δίνει παράσταση ανήμερα την 28η Οκτωβρίου. «Οι Ιταλοί ελύσσαξαν αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν πια τίποτα», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Με την είσοδο των ναζιστικών στρατευμάτων στην Αθήνα η Βέμπο φυγαδεύεται μεταμφιεσμένη σε καλόγρια στη Μέση Ανατολή όπου συνεχίζει να τραγουδά για τα ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα της περιοχής σχεδόν τρεισήμισι χρόνια από το 1942 έως το 1946.

Μετά το τέλος του πολέμου πηγαίνει στις ΗΠΑ, όπου την καλεί απόδημος ελληνισμός. Όμως, η επιστροφή στην Ελλάδα είναι πάντα στη σκέψη της. «Η Ελλάδα με δημιούργησε και σ’ αυτή θέλω να γυρίσω. Θέλω να τελειώσω της καριέρα μου στον τόπο που μου τα έδωσε όλα και με το παραπάνω», αναφέρει.

Επιστροφή στην Ελλάδα και κινηματογράφος

Έτσι επιστρέφει στην Ελλάδα το 1949, ύστερα από πρόσκληση του Γενικού Επιτελείου Στρατού για περιοδεία στις μαχόμενες μονάδες κατά την περίοδο του Εμφυλίου. Την ίδια χρονιά αποκτά δική της θεατρική στέγη στο Μεταξουργείο, το «Θέατρον Βέμπο».

Η Σοφία Βέμπο στη «Στέλλα»

Το 1955 συμμετέχει στην ταινία «Στέλλα» και το 1959 εμφανίζεται στην ταινία «Στουρνάρα 288» σε διπλό ρόλο, της ηλικιωμένης καθηγήτριας πιάνου κυρίας Ευγενίας (της διάσημης Τζένης Μπλανς) και της Σοφία Βέμπο. Χαρακτηριστική παραμένει η σκηνή στην οποία οι δύο γυναίκες συναντώνται και τραγουδούν μαζί.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 αραιώνει τις θεατρικές εμφανίσεις της, τις οποίες σταματά οριστικά στις αρχές της επόμενης δεκαετίας.

Το 1973 άλλο ένα γεγονός «σημαδεύει» τα τελευταία χρόνια της ζωής της: η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Το διαμέρισμά της βρίσκεται εκεί κοντά και η Βέμπο ανοίγει την πόρτα της για να δώσει άσυλο σε όσους συμμετείχουν στις πορείες. Όταν η Ασφάλεια έρχεται στο κατώφλι της λέει στον επικεφαλής: «Εγώ δε φοβήθηκα τον Ντούτσε, δε φοβήθηκα τον Χίτλερ. Είναι δυνατόν τώρα να φοβηθώ εσάς; Είναι ποτέ δυνατόν να φοβηθώ τους δικούς μου;».

«Κραυγές λευτεριάς»

Το 1974 κυκλοφορεί από την Columbia μια συλλογή με τίτλο «Η Σοφία Βέμπο στα τραγούδια του ’40». Ήταν η πρώτη φορά που συγκεντρώθηκε σε ένα δίσκο ένα μέρος αυτού του υλικού. Στο οπισθόφυλλο η Σοφία Βέμπο σημείωνε τα εξής:

«Αγαπημένοι φίλοι των τραγουδιών μου

Τα δώδεκα τραγούδια του πολεμικού μου δίσκου, δεν είναι δώδεκα κοινά, καθημερινά τραγούδια. Είναι δώδεκα κραυγές λευτεριάς, δώδεκα σπίθες περηφάνιας!...
Δεν τραγουδάω εγώ σ’ αυτό το δίσκο. Τραγουδάει η ψυχή της Πατρίδας, η ψυχή της ράτσας, η ψυχή του αδούλωτου λαού μας…
Είναι τραγούδια που η δόξα, τους έχει βάλει μουσική σε στίχους που τους έχει γράψει, η λεβεντιά η Ελληνική.
Κανένας μου δίσκος δεν μ’ έκανε τόσο περήφανη όσο ετούτος!…
Μ’ αυτό μου το δίσκο, θαρρώ πως αφήνω στις καινούργιες γενιές μια κληρονομιά Ελληνικού θάρρους, Ελληνικής λεβεντιάς και Ελληνικής… αποκοτιάς.
Ευχαριστώ και την «Κολούμπια» και τον Τραϊφόρο γι’ αυτή την τόσο γόνιμη και τόσο Ελληνική έμπνευσή τους.

Με αγάπη
Σοφία Βέμπο

Υ.Γ.: Έξω από αστεία, πιστεύω πως είναι ότι πρέπει και τα λέει όλα, αυτό το ιστορικό κείμενο με το οποίο θα ασχοληθούν οι ιστοριοδίφες του μέλλοντος.

Γεια χαρά».

Η Σοφία Βέμπο, «έφυγε» από τη ζωή το πρωί της 11ης Μαρτίου του 1978 σε ηλικία 68 ετών και η κηδεία της μετατράπηκε σε ένα πάνδημο συλλαλητήριο.

Χαρακτηριστικές ερμηνείες

– Αγάπη μου η ώρα φτάνει
– Ανθρωπός μου
– Απόψε σε θυμάμαι
– Ας ήταν για λίγο για λίγα λεπτά
– Άσε τον παλιόκοσμο να λέει
– Αφήστε με να πιω
– Αχ να γύριζαν τα χρόνια τα παλιά
– Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του
– Βιολιστή τσιγγάνε
– Δεν είν’ αυτή ζωή δεν είναι
– Δεν έχεις τίποτα μα έχεις κάτι
– Δεν κλαίω πια
– Δεν ξέρω τι κρύβει η καρδιά σου
– Ειρήνη
– Ζεχρά
– Θα καθόμουνα πλάι σου
– Θέλω να μπορούσε να γίνει
– Καινούργια τώρα ζωή
– Καλό σου ταξίδι
– Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου
– Κάποιο μυστικό
– Κάποιος κάπου κάποτε
– Κάτι με τραβά κοντά σου
– Κι αν μ’ αγαπάς μη μου το πης
– Κλαις
– Κορόιδο Μουσολίνι
– Κρασί
– Λόντρα, Παρίσι, Νιού Γιόρκ
– Μ’ αρέσει
– Μαριτάνα
– Μάρω, Μάρω
– Μη φύγης ξανά
– Μονά ζυγά
– Να γιατί ακόμα σ’ αγαπώ
– Να η Αθήνα
– Να με παίρνανε τα σύννεφα
– Να μην έφευγα ξανά
– Νάνι-νάνι
– Ο Γιάννος κι η Παγώνα
– Ομόνοια Πλας
– Όπου κι’ αν πας θα θυμάσαι
– Όταν γυρίζουν τα χελιδόνια
– Πάντα μαζί
– Παρελθόν
– Πόσο λυπάμαι
– Ποτέ δεν θα στο πω
– Ραντεβού στην Αθήνα
– Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ο μόνος
– Σ’ αγαπώ και μ’ αρέσει η ζωή
– Σβήσε το φως και γεμάτη γαλήνη
– Σουβενίρ ντ’ Ατέν
– Σπανιόλικο τραγούδι
– Στην ακρογιαλιά
– Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός
– Συγγνώμη σου ζητώ, συγχώρεσέ με
– Ταμπακιέρα
– Το καινούργιο φεγγάρι
– Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά
– Το φεγγάρι είναι κόκκινο
– Φεριχά
– Χειμώνας
– Χωριάτα
– Ψεύτικα βγήκανε όσα ονειρεύτηκα

Πηγές: ogdoo.gr, Μηχανή του χρόνου, sansimera.gr, in.gr, wikipedia.gr

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ