Λάκης Λαζόπουλος: Αν ο Αριστοφάνης ζούσε σήμερα, δεν θα έπαιζε στην τηλεόραση

«Τα διδακτορικά δεν είναι διαβατήριο για να αντιλαμβάνεται κανείς το χιούμορ»

Μεγάλη συνέντευξη στο περιοδικό «Down Town» που κυκλοφορεί σήμερα παραχώρησε ο Λάκης Λαζόπουλος με αφορμή την επιστροφή των «Δέκα Μικρών Μήτσων» στην τηλεόραση. Μετά από δύο χρόνια αποχής από τη μικρή οθόνη, ο διάσημος δημιουργός ανοίγει την καρδιά του στη δημοσιογράφο Φανή Πλατσατούρα και μιλά για την ανάγκη να δουλεύει, για τον πόλεμο που δέχθηκε, τη σάτιρα, τον μοναδικό όρο που έβαλε στον ΑΝΤ1 και πολλά άλλα…

Απολαύστε τη συνέντευξη:

-Ήρθατε πρώτος στο ραντεβού μας. Είστε πάντα τόσο τυπικός;

«Είχα πάντα μια περίεργη σχέση με τον χρόνο. Μια αιώρηση θα τη χαρακτήριζα. Σαν να βρίσκομαι πάνω σε μια κούνια και εκείνη να πηγαίνει πάνω κάτω, ώσπου κάποια στιγμή χάνεις την αίσθηση του πού βρίσκεσαι. Αυτή η μη αίσθηση του χρόνου με συνόδευε από παιδί. Ήμουν πάρα πολύ καλός μαθητής. Θυμάμαι, λοιπόν, να αντιγράφω από τον διπλανό μου στο θρανίο μόνο τις ημερομηνίες. Θυμάμαι, επίσης, συχνά τον εαυτό μου σκυμμένο σε μια γωνιά του σχολείου να προσπαθεί να θυμηθεί τι ώρα, τι μέρα και τι χρόνο έχουμε».

-Πώς το εξηγείτε αυτό;

«Δεν ξέρω ποτέ δεν θυμάμαι τι έχω να κάνω αύριο. Αυτά είναι κανονισμένα από τη γραμματέα μου. Θυμάμαι μόνο τι έχω να γράψω. Τον χρόνο τον μετρώ δημιουργικά. Γι’ αυτό και ποτέ στη ζωή μου δεν έχω φορέσει ρολόι. Τελειώνει κάτι μέσα μου όταν τελειώσει η ευχαρίστηση που το δημιούργησε».

-Ακολουθείτε κάποια συγκεκριμένη ιεροτελεστία όταν γράφετε;

«Χρειάζομαι πάντα έναν μικρό χώρο για να γράψω. Τα έπιπλα αναστατώνουν το μυαλό μου και το απασχολούν. Επίσης όταν γράφω θέλω τα πάντα να είναι κλειστά. Αν ανοίξει μια πόρτα σταματάει το μυαλό μου και μπορεί να κάνω δύο ώρες να συνέλθω. Γράφω πάντα στο κρεβάτι και πάντα χειρόγραφα. Καμία μουσική, κανένας θόρυβος κανένα τηλέφωνο ανοιχτό. Είναι όλα στο αεροπλανάκι που λέω εγώ».

-Πάντα κάτι γράφετε. Δεν έχετε ανάγκη να κατεβάσετε το στυλό, να ταξιδέψετε, να χαλαρώσετε; Αυτό που λέμε να χαρείτε τη ζωή;

«Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ αυτό το άντε τώρα να σταματήσω να δουλεύω για να ξεκουραστώ και να διασκεδάσω. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι όπου από μικρό παιδί έμαθα ένα πράγμα, όσο ψηλά και αν φτάσεις, όσα και αν αποκτήσεις ή χάσεις πρέπει να δουλεύεις. Τελείωνα το Γυμνάσιο ή το Λύκειο και δούλευα τα καλοκαίρια στο εργοστάσιο ζαχάρεως. Και αργότερα φοιτητής σπούδαζα και παράλληλα έκανα τον πλασιέ ή έβαφα τα κάγκελα στις πολυκατοικίες. Έτσι έμαθα. Γι’ αυτό και αν δεν δουλεύω δεν αισθάνομαι καλά. Το μυαλό μου δεν ηρεμεί, πάντα κάτι σκέφτεται».

-Αυτό που μου περιγράφετε τώρα δεν είναι – πώς να το πω – δεν είναι βασανιστήριο;

«Ναι, είναι βασανιστήριο για έναν άνθρωπο να σκέφτεται μέρα νύχτα τρόπους για να λύσει μια άσκηση, αλλά φαντάζομαι πως όταν πια τη λύνει η αίσθηση του βασανιστηρίου φεύγει μέσα σε ένα δευτερόλεπτο. Ζηλεύω με την καλή έννοια τους ανθρώπους που είναι χαλαροί, ήρεμοι και ξέρουν να ζουν για τον εαυτό τους. Δεν θεωρώ δηλαδή ότι το δικό μου καλούπι είναι το σωστό και των άλλων το λάθος».

-Και όταν δεν δουλεύετε ποιο είναι το καλύτερο πράγμα που κάνετε;

«Α, το καλύτερο μου είναι να πηγαίνω να κάθομαι σε έναν βράχο στη θάλασσα. Μόνος μου».

-Σε ποιον βράχο;

-«Για πολλά χρόνια πήγαινα σε έναν συγκεκριμένο βράχο στη Σέριφο. Κολυμπούσα κανένα μισάωρο μέχρι να φτάσω εκεί και ύστερα καθόμουν στον βράχο για τέσσερις, πέντε, έξι ώρες. Γενικά όταν είμαι μόνος μου είμαι καλύτερα».

-Να πω την αλήθεια, μου τη βγάζετε αυτή την αίσθηση, ότι είστε ένας πολύ μοναχικός άνθρωπος.

«Μα μου αρέσει αυτό, δεν θεωρώ τη μοναξιά τιμωρία. Από παιδί θυμάμαι ήθελα να φεύγω, να απομακρύνομαι να πηγαίνω κάπου μόνος μου. Νομίζω ότι η ψυχή είναι σαν τον παλιό, κλειστό θάλαμο με τις φωτογραφίες. Τίποτα δεν εμφανίζεται αν δεν βαφτεί ένα μαύρο γύρω. Και αν μπει λίγο λάθος φως, καίγεται το φιλμ που φτιάχνεις».

-Στο πλαίσιο αυτής της μοναχικότητας θα λέγατε ότι έχετε αφήσει τον κόσμο να γνωρίσει και να πλησιάσει τον πραγματικό Λάκη και όχι μόνον αυτόν της TV;

«Στον κόσμο δεν είπα ποτέ ψέματα. Αυτήν τη γραμμή των ψεμάτων δεν την ακολούθησα. Αλλά δεν άφησα και να με γνωρίσουν. Ξέρεις υπάρχει μια προσωπική στιγμή στην ιστορία του καθενός που λες ως εδώ και αυτή η στιγμή καθοδηγεί ύστερα τη ζωή μας. Γράφω ένα βιβλίο που λέγεται «Η Νύχτα που Μεγάλωσα». Μέσα εκεί, λοιπόν, περιγράφω αυτή την καθοριστική στιγμή στη δική μου ζωή. Μια στιγμή που έχει σταθεί στο μυαλό και στην ψυχή μου. Στις σελίδες αυτού του βιβλίου υπάρχουν επίσης και σκηνές που περιγράφουν πώς αντιμετώπιζα κάθε φορά έναν πόλεμο που μου γινόταν, ποια στρατηγική ακολουθούσα μέσα μου, τι έλεγα και τι όχι».

-Ποια είναι αυτή η καθοριστική στιγμή στη δική σας ζωή;

«Θα σου πω μια ιστορία. Ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ σιωπηλός άνθρωπος. Έδινε την εικόνα του αθόρυβου και απόμακρου. Όταν λοιπόν ήμουν μικρός υπήρχαν μεγάλες εντάσεις μεταξύ μας. Ένιωθα ότι ήταν πολύ αυστηρός και υπερβολικά πειθαρχημένος και αυτήν τη στρατιωτική πειθαρχία ζητούσε και από εμάς. Είχε ένα ντουλάπι όπου έβαζε μέσα τα πράγματά του. Όταν πέθανε ψάξαμε να βρούμε το κλειδί της ντουλάπας. Έπειτα από κάποιο διάστημα ψάχνοντας τα πάντα, αυτό το κλειδί βρέθηκε και το ντουλάπι άνοιξε. Εγώ λοιπόν γνώρισα τον πατέρα μου όταν άνοιξα αυτό το ντουλάπι. Τον κατάλαβα όταν είχε φύγει ήδη από τη ζωή.

Σε ό,τι αφορά λοιπόν αυτό που με ρώτησες πριν αν άφησα τον κόσμο να με γνωρίσει, θα σου απαντήσω πως θεωρώ ότι είναι πιο σημαντικό να βγει κάτι καλό για εμένα όταν ανοιχτεί το ντουλάπι παρά να το προβάλω εγώ. Έχω μια μανία σαν τον συγχωρεμένο τον πατέρα μου να κρατάω πολλά πράγματα για εμένα, να τα καταγράφω και να αφήνω τις κακίες να περνούν γιατί αλλιώς θα χάσω χρόνο από το ταξίδι μου. Κι εγώ έχω το ταξίδι μου, έχω τα πανιά μου, δεν θέλω να με κατεβάζουν από το πλοίο».

-Αν επιτρέπεται, τι είχε μέσα εκείνο το ντουλάπι του πατέρα σας;

«Όταν τελείωσα το σχολείο έπρεπε να δώσω εξετάσεις για να περάσω στο πανεπιστήμιο. Επειδή φοβόμουν μήπως κοπώ ήθελα να γραφτώ και σε μια σχολή του εξωτερικού για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο. Τότε ήταν πολύ της μόδας να γράφονται τα παιδιά σε πανεπιστήμια της Ιταλίας. Το είπα στον πατέρα μου αυτό και θυμάμαι τόσο έντονα τον καβγά που επακολούθησε σαν να έγινε χτες. Μου απάντησε χαρακτηριστικά: Δεν έχεις καμία συναίσθηση της πραγματικότητας. Εμείς δεν έχουμε λεφτά να ζήσουμε κι εσύ μου ζητάς λεφτά για πανεπιστήμιο στην Ιταλία; Δεν είμαι τράπεζα εγώ να πληρώνω τις δικές σου σπουδές. Να στρώσεις τον κώλο σου μέχρι αυτός να γίνει κοτλέ, για να περάσεις σε ελληνικό πανεπιστήμιο. Μου ξέκοψε μαχαίρι κάθε πιθανότητα να φύγω στην Ιταλία. Πέρασα τελικά σε ελληνικό πανεπιστήμιο, τελείωσα τη Νομική, ο πατέρας μου πέθανε χρόνια αργότερα. Με είχε γράψει στην Ιταλία. Δεν μου το είπε ποτέ. Το βρήκα γραμμένο εκεί μέσα σ’ εκείνο το ντουλάπι. Και αυτό είναι το μικρότερο απ’ όσα βρήκα εκεί μέσα.

Από αυτόν τον πατέρα λοιπόν και μ’ αυτόν τον τρόπο έμαθα ότι δεν χρειάζεται να πουλάς καλοσύνες. Η αλήθεια είναι διακριτική και έχει από τη φύση της μια ευγένεια. Θα καθίσει λίγο παραπέρα. Το ψέμα είναι πάντα μπροστά. Ζούμε στην εποχή της επίδειξης τού όλα πρέπει να γίνονται στα φανερά και όλα να απαντώνται. Εγώ δεν έχω κανέναν λόγο να απαντήσω. Ξέρω τον χαρακτήρα μου, ξέρω ποιος είμαι, ξέρω τη στόχευσή μου και ξέρω τι νιώθω μέσα μου. Και η βεβαιότητα αυτή για το τι είμαι με κάνει να κοιμάμαι ήσυχος τα βράδια».

-Άρα ο Λάκns δεν εξαπάτησε, δεν πρόδωσε, δεν παραπλάνησε;

«Όχι είπα αυτά που πίστευα και αν έκανα κάποια λάθη, τα πλήρωσα. Κατάφερα να αποκτήσω δυνατή σχέση με το κοινό. Με αγάπησαν και μου έδωσαν τα πάντα. Είναι λογικό και να θυμώσουν μαζί μου και να νευριάσουν. Θυμώνεις πάντα μ’ αυτόν που αγαπάς. Ασφαλώς εγώ μπορώ να τους νευριάσω. Γιατί σε μένα έχουν δώσει και από μένα περιμένουν να τους ανταποδώσω ό,τι έδωσαν. Και πρέπει να το σεβαστώ αυτό το πράγμα. Και αυτό έμαθα από το σπίτι μου να το κάνω.

Η μάνα μου μού έλεγε: «Ό,τι και να λένε, ό,τι και να γράφουν εσύ θα κοιτάς τον κόσμο στα μάτια και αν έχεις κάνει λάθος στα μάτια τους θα το δεις και θα πεις συγγνώμη έκανα λάθος ή συγγνώμη δεν έκανα λάθος». Εκεί απευθύνομαι λοιπόν εγώ. Εκεί κοιτάω και πουθενά αλλού. Στο κοινό. Γι’ αυτό και δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να έχω έναν δημοσιογραφικό κύκλο προστασίας. Γιατί δεν θέλω να μεταχειρίζομαι τους ανθρώπους. Αυτό μπορεί να εισπράττεται ως απόσταση, αλλά μπορεί να μην είναι και απόσταση. Μπορεί να είναι ότι εγώ θέλω την αξιοπρέπειά τους όρθια. Δεν έχω σηκώσει ποτέ το τηλέφωνο να παραπονεθώ για ό,τι έχει γραφτεί ή να πω «αλλάξτε το», και αυτό ως δημοσιογράφος θα το ξέρεις. Δεν με ενδιαφέρει. Γράψτε ό,τι θέλετε. Αδικήστε με λοιπόν».

-Είστε δηλαδή της λογικής ότι δεν απαντάω ποτέ ό,τι και αν ειπωθεί για εμένα;

«Δεν χρειάζεται να απαντάς. Γιατί να ξοδεύεις ενέργεια απαντώντας σε κακοήθειες; Εδώ γίνεται ένας πόλεμος Και όταν γίνεται πόλεμος ανταλλάσσονται πυροβολισμοί και υπάρχουν τραυματίες. Τον γνωρίζω τον πόλεμο, δεν μου είναι κάτι άγνωστο. Όπως γνωρίζω ότι αν αρχίσεις τις συνομιλίες και τις απαντήσεις σημαίνει ότι μένεις ακίνητος, άρα σκοτώνεσαι πιο εύκολα».

-Ναι αλλά ως άνθρωπος δεν πληγώνεστε, δεν θυμώνετε, δεν στενοχωριέστε;

«Τα κάνω έργα αυτά. Γράφω τώρα ένα θεατρικό που λέγεται «Τα Ποντίκια» και αφορά ακριβώς αυτό το θέμα. Μιλά για έναν άνθρωπο που δεν πληγώνεται».

-Υπάρχει άνθρωπος που δεν πληγώνεται;

«Μα εκεί είναι το θέμα. Είναι ένας άνθρωπος που φτιάχνεται για να μην πληγωθεί και βλέπεις αν τελικά αυτό γίνεται ή όχι».

-Εκτός από το νέο σας θεατρικό, μου μιλήσατε πριν για το νέο σας βιβλίο με τίτλο «Η Νύχτα που Μεγάλωσα». Θα ήταν πολύ προσωπικό αν ρωτούσα ποια ήταν αυτή η νύχτα;

«Υπάρχει πράγματι μια νύχτα στη ζωή μου που μεγάλωσα. Δεν θα την πω όμως».

-Συνήθως μεγαλώνουμε όταν χάνουμε τους γονείς μας. Μέχρι τότε είμαστε παιδιά.

«Ναι, η μητέρα μου είναι η νύχτα που μεγάλωσα. Αλλά υπάρχει κι άλλη μια νύχτα που προτιμώ να μην την αναφέρω. Βασικά όταν πέθανε η μητέρα μου δεν μεγάλωσα έπαψα να είμαι παιδί. Γιατί δεν είχα να ακούσω από κάποιον αυτό το «παιδί μου». Πώς μπορείς να είσαι παιδί όταν δεν υπάρχει κάποια φωνή να σε πει «παιδί μου»; Αυτό το νιώθεις μόνο όταν κάποιος σου απευθύνει αυτήν τη φράση. Όταν αυτή η φράση παύει να ακούγεται στα αφτιά σου, τότε και εσύ παύεις να είσαι παιδί».

-Και δεν ξαναλές τη λέξη μαμά.

«Ναι, δεν την λες. Όλα αυτά που λέμε τώρα, όλες τις σκέψεις μου και τα συναισθήματά μου τα καταγράφω σε ένα τηλε-ημερολόγιο όπως το χαρακτηρίζω εγώ».

-Τι είναι αυτό το τηλε-ημερολόγιο;

«Ανοίγω το video και καταγράφω ό,τι νιώθω εκείνη τη στιγμή. Ύστερα δεν το ξαναβλέπω. Αυτός είναι ο δικός μου τρόπος εξομολόγησης».

-Σας ακούω τόση ώρα που μιλάτε και λέτε πράγματα που αγνοούσα εντελώς για εσάς. Νιώθετε ένας παρεξηγημέvos άνθρωπος;

«Αν δεν μπορεί κανείς να σε εξηγήσει, μοιραία θα πάει στο να σε παρεξηγήσει. Αλλά να σου πω κάτι; Ό,τι λύνεις το πετάς κιόλας. Στα τραπέζια ακόμα είναι οι ασκήσεις που παρέμειναν άλυτες, όχι οι λυμένες. Άρα, η παρεξήγηση είναι μια σχέση πολύ πιο ωραία απ’ ό,τι πολλοί πιστεύουν. Γενικά είμαι της σχολής Επίκουρου. «Αλήθεια είναι ό,τι νιώθουμε εμείς όχι, ό,τι μας λένε οι άλλοι».

Όποιος θέλει να ακούει τους δημοσιογράφους λόγω διαφόρων συμφερόντων μπορεί να το κάνει. Δεν μπορώ να επέμβω εγώ για να διορθώσω τη φήμη μου. Όπως λέει και το τραγούδι «έγινες φήμη και γι’ αυτό δεν φυλακίζεσαι». Δεν υπήρξα στη ζωή μου ο παρακαλετάκιας που πηγαίνει και χτυπάει τις πόρτες για να διορθώσει τα πάντα. Με έχουν κατηγορήσει για πολλά πράγματα, αλλά όχι για παρακαλετάκια. Θα πληρώσω πολλά διόδια ναι, αλλά δεν θα παρακαλέσω εγώ σ’ αυτά τα διόδια».

-Μία από τις βασικές κατηγορίες είναι ότι ο Λαζόπουλος έχει ισχυρούς φίλους, ο Λαζόπουλος μπορεί να κατευθύνει πράγματα και καταστάσεις, σηκώνοντας απλώς το ακουστικό του τηλεφώνου του. Τι ισχύει από αυτά και τι όχι;

«Αυτό έχει απάντηση, αλλά θα είμαι σκληρός στην απάντησή μου. Κατ αρχάς αυτοί οι ισχυροί φίλοι αν υπάρχουν πού είναι να με συνδράμουν; Δεύτερον, δεν νομίζω ότι κανένας άνθρωπος που πάνω απ όλα βάζει τα λεφτά, θα καθίσει να βοηθήσει κανέναν. Οι ισχυροί φίλοι θα σε αφήσουν μέσα σε ένα δευτερόλεπτο όταν τα συμφέροντά τους αλλάξουν. Αυτό που δεν ξέρουν όλοι αυτοί για εμένα είναι ότι έχω μια εσωτερική πίστη, δικιά μου. Αυτή η πίστη με βοηθά.

Ναι, ο καθένας θα ήθελε μια ομπρέλα, εγώ όμως έχω μάθει να βγαίνω στη βροχή. Όταν είσαι σε ένα κανάλι είναι λογικό ότι θα γνωρίσεις κάποιους ανθρώπους. Με άλλους όμως περνάμε τις μέρες μας, με άλλους τις ώρες μας και με άλλους τα χρόνια μας. Και εγώ αυτούς τους ανθρώπους υπολογίζω και αυτοί οι άνθρωποι είναι δίπλα μου. Σταθερά, πολλά χρόνια τώρα. Όπως δίπλα τους είμαι κι εγώ».

-Τελευταία κατηγορηθήκατε έντονα και για τη δήλωση σας ότι μένετε σε ένα σπίτι 40 τμ. Πολλοί ήταν εκείνοι που σκέφτηκαν: «Αν μένει ο Λάκης σε 40τμ, τότε τι να πούμε εμείς;

«Όταν λέω ότι μένω στα 40 τετραγωνικά, εννοώ ότι ο χώρος που εγώ χρησιμοποιώ είναι 40 τετραγωνικά. Το ρήμα δεν είναι «έχω», το ρήμα είναι «μένω». Εγώ τα ελληνικά μου έχω μάθει να τα προσέχω γιατί είμαι συγγραφέας. Καταλαβαίνω ότι υπάρχουν και άνθρωποι μέσα στα πάνελ που δεν έχουν τη γνώση να δώσουν την πρέπουσα σημασία στα ρήματα.

Για να το ξεκαθαρίσω, λοιπόν: Ναι μένω σε 40τμ σπίτι. Δίπλα είναι το γραφείο μου, που είναι 60τμ, άρα το σύνολο είναι 100τμ. Και επίσης 14 χρόνια έμενα σε 55τμ και αυτή είναι η αλήθεια. Όχι, όμως, ότι δεν έχω ένα σπίτι στην Πάρο, που είναι μεγάλο ή ένα άλλο σπίτι στη Σέριφο που είναι μεγαλύτερο και δεν θυμάμαι να παρακάλεσα ποτέ κάποιον να μου μεγαλώσει τα τετραγωνικά».

-Να ρωτήσω πώς σας φάνηκε και η δήλωση των ημερών από τον Πέτρο Κωστόπουλο ότι ξεβλάχεψε με τα περιοδικά του την Ελλάδα;

«Ό,τι και να γίνει ο Πέτρος Κωστόπουλος είναι ακόμα από τον Βόλο και εγώ ακόμα από τη Λάρισα. Νομίζω ότι αυτό απαντά σε όλα. Συγκεκριμένα εγώ δεν είμαι Βλάχος, είμαι Καραγκούνης. Αλλά μεγάλωσα με Βλάχους, με Καραγκούνηδες, με Σαρακατσάνους και αυτοί οι άνθρωποι είναι η περιουσία μου και η αληθινή μου περιουσία είναι το χωριό μου και αν θες τη γνώμη μου πιστεύω ότι όταν ένας άνθρωπος αποκόπτεται από τις ρίζες του γίνεται κούτσουρο για τζάκι και πολλοί έπεσαν σ’ αυτή την παγίδα και έγιναν ξυλεία.

Εγώ θέλω να θυμάμαι ότι είμαι από τη Λάρισα, ότι μεγάλωσα και έζησα εκεί, ότι εκεί είναι ο τάφος της μάνας μου και του πατέρα μου, άρα εκεί είναι και οι ρίζες μου. Νομίζω ότι με τη φράση αυτή ο Κωστόπουλος προσπάθησε να αμυνθεί. Βρίσκουν κατά καιρούς έναν άνθρωπο και του τα φορτώνουν όλα. Και γενικά οι πολιτικοί σε αυτό τον τόπο δεν φταίνε ποτέ, φταίνε οι δημιουργοί, οι καλλιτέχνες, κ.ο.κ. Είναι ένα φοβερό πράγμα».

-Στο τελευταίο επεισόδιο των «Δέκα Μικρών Μήτσων» σατιρίσατε τη βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Ελένη Αυλωνίτου, με την ίδια να απαντά ότι είστε ένας κομπλεξικός άνθρωπος που αδυνατείτε να δεχτείτε ότι μια ωραία γυναίκα μπορεί συγχρόνως να είναι μορφωμένη και να έχει πολιτικό λόγο. Τι απαντάτε σ’ αυτό;

«Δεν έχω κανένα πρόβλημα να δεχτώ όλα τα στοιχεία που αναφέρει η κυρία Αυλωνίτου στο μικρό μανιφέστο της αυτοεκτίμησής της. Παρά τα διδακτορικά, σίγουρα δεν έχει ιδέα πώς λειτουργούσε και πώς λειτουργεί η σάτιρα. Κομπλεξικός είναι κυρίως αυτός που δεν μπορεί να δει τον εαυτό του σε άλλον καθρέφτη παρά μόνο στον δικό του. Μια πλούσια γυναίκα στην Εκάλη σχολιάζει ό,τι αυτής δεν της αρέσει κατά τη δική της κρίση. Αυτό είναι ο ρόλος. Τα διδακτορικά δεν είναι διαβατήριο για να αντιλαμβάνεται κανείς το χιούμορ. Η σάτιρα πάντως δέχεται και τη γνώμη της κυρίας Αυλωνίτου. Ο καθένας είναι ελεύθερος να λέει τις σκέψεις του».

-Σε ό,τι αφορά γενικά στη σάτιρα στην ελληνική TV, είδαμε πολλές σατιρικές εκπομπές να κάθονται το τελευταίο διάστημα μέσα σε ένα βράδυ (βλέπε Αλ Τσαντίρι, Ελληνοφρένεια ). Πόσο τυχαίο είναι αυτό;

«Καθόλου τυχαίο αυτό και είναι κάτι που είχα επισημάνει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Φαίνεται κι ας χρησιμοποιήσουμε τη λέξη φαίνεται, ότι υπάρχει οδηγία, η οποία κατά τη δική μου άποψη προέρχεται απ’ έξω και την εκτελεί το εγχώριο σύστημα εξουσίας τηλεόρασης και ελεγχόμενων social media. Σε λίγο η πολιτική σάτιρα θα είναι παρελθόν για την ελληνική ιδιωτική τηλεόραση. Θα επιτρέπεται μόνο χαβαλές ή lifestyle σάτιρα, γενικά η σάτιρα σε επίπεδο σαχλαμάρας. Το πολιτικό σύστημα θεωρεί επικίνδυνη την πολιτική σάτιρα. Αν ο Αριστοφάνης ζούσε σήμερα δεν θα έπαιζε στην τηλεόραση κι αν αυτοί οι πολιτικοί που υπάρχουν σήμερα υπήρχαν στην αρχαιότητα, ο Αριστοφάνης δεν θα έπαιζε ούτε στην Επίδαυρο».

-Επιστρέψατε τηλεοπτικά με τους «Δέκα Μικρούς Μήτσους» στον ΑΝΤ1. Νιώθετε ότι δεν είχε κλείσει αυτό το κεφάλαιο;

«Ξέρω ότι οι Μήτσοι αντέχουν στον χρόνο. Αρχικά ήθελα να κάνω οκτώ επεισόδια, αλλά λόγω των καθυστερήσεων καταλήξαμε στα πέντε και κάπως έτσι κλείνει ο κύκλος τους. Χρειάστηκε σχεδόν ένας χρόνος συζητήσεων με τον ΑΝΤ1 μέχρι να συμφωνήσουμε. Ο κύριος όρος ήταν ένας. Να έχω την ελευθερία να λέω αυτό που σκέφτομαι. Και τίποτε άλλο. Για εμένα πάντα αυτός είναι ο όρος».

-Άρα, ο Λάκης ήρθε για να μείνει αυτήν τη φορά στην τηλεόραση;

«Όχι δεν έχω κάτι τέτοιο στο κεφάλι μου. Αν δεν βρω τις συνθήκες να κάνω όπως θέλω τα πράγματα δεν μένω ποτέ. Δεν με ενδιαφέρει να είμαι στην τηλεόραση απλώς για να είμαι. Με ενδιαφέρει να μπορώ να προσφέρω κάτι σημαντικό και να βγει ένα ωραίο αποτέλεσμα, κάτι που να νιώθω κι εγώ καλά. Αν βρεθεί κάτι μετά τους Μικρούς Μήτσους που να με ενδιαφέρει έχει καλώς. Αλλιώς δεν θα κάνω με το ζόρι τηλεόραση. Έχω εκατομμύρια άλλα πράγματα στο κεφάλι μου».