«Έφυγε» ο Χρήστος Πασαλάρης – Το τελευταίο του άρθρο

Στα 93 του χρόνια...

«Έφυγε» σήμερα το πρωί από τη ζωή, στα 93 του χρόνια, ο Χρήστος Πασαλάρης, ο «δάσκαλος» της δημοσιογραφίας, που με τη ζωή, τη δράση του, την οξυδερκή πέννα του και τη συγγραφική του δραστηριότητα σημάδεψε τον ελληνικό Τύπο, αλλά και την πολιτική ζωή του τόπου. Γεννημένος στις 14 Ιουλίου του 1925, πρόσφερε στην ενημέρωση για πάνω από 75 χρόνια, ως συντάκτης, διευθυντής εφημερίδων και περιοδικών και αρθρογράφος μέχρι την τελευταία ώρα.

Ο Χρήστος Πασαλάρης σπούδασε Ιατρική και Πολιτικές Επιστήμες στην Αθήνα και Δημοσιογραφία στις ΗΠΑ. Ο πατέρας του έδρασε στο γαλλικό σοσιαλιστικό κίνημα και η μητέρα του, γεννημένη στο Μοναστήρι, ήταν κόρη του Μακεδονομάχου Ναούμ Κωνσταντινίδη, οπλαρχηγού του Παύλου Μελά. Σύζυγός του υπήρξε η σπουδαία ζωγράφος Λούη Σηλυβρίδου-Πασαλάρη. Στην Κατοχή (1941-1944), ο Χρήστος Πασαλάρης (με το ψευδώνυμο «Αλέξης») έδρασε στον παράνομο Τύπο της Αντίστασης. Συνελήφθη από τους Γερμανούς και φυλακίστηκε στο Γουδί και στο Χαϊδάρι .

Ξεκίνησε την επαγγελματική καριέρα το 1946 στον «Ριζοσπάστη» ως αθλητικός συντάκτης και ως αρχισυντάκτης. Το 1946 μεταφέρθηκε εξόριστος στη Μακρόνησο ως τα τέλη του 1950, μαζί με τους Μίκη Θεοδωράκη, Θανάση Κανελλόπουλο, Κώστα Δεσποτόπουλο, Γρηγόρη Μπιθικώτση, Γιάννη Βούλτεψη και άλλους.

Μετά την απόλυσή του, το 1951 εργάστηκε ως αρχισυντάκτης στις εφημερίδες «Ταχυδρόμος», «Έθνος», «Φιλελεύθερος», «Αθηναϊκή» και «Εμπρός». Συνεργάτες του υπήρξαν τότε οι Αλέκος Φιλιππόπουλος, Γιάννης Καψής, Τάκης Λαμπρίας, Δημήτρης Μαρούδας, Νίκος Φώσκολος, Κώστας Πρετεντέρης, Αλέκος Σακελλάριος, Κωστής Χαιρόπουλος, Νταίζη Μαυράκη και άλλοι. Στενός του φίλος μέχρι την τελευταία ώρα ο Μανώλης Γλέζος. Από το 1953, εργάστηκε επί 17 χρόνια στο συγκρότημα Λαμπράκη ως Αρχισυντάκτης και Διευθυντής Σύνταξης στην εφημερίδα «Τα Νέα». Αποχώρησε το 1970 λόγω πολιτικής διαφωνίας με την ιδιοκτησία, όπως για τον ίδιο λόγο είχε αποχωρήσει και από το «Εμπρός».

Από το 1970 ως το 1974 ήταν διευθυντής στο περιοδικό «Επίκαιρα» του Γιάννη Πουρνάρα με ξεχωριστούς συνεργάτες τον Φρέντυ Γερμανό, τον ΚΥΡ (Γιάννη Κυριακόπουλο), τον Νίκο Μαστοράκη, τον Γιώργο Λιάνη, τον Γιώργο Μπέρτσο, οδηγώντας το περιοδικό σε μεγάλες κυκλοφορίες. Αποχώρησε και πάλι όμως λόγω πολιτικής διαφωνίας με την ιδιοκτησία. Λίγο πριν από την πτώση της χούντας εκλήθη να διευθύνει την τιμωρημένη «Βραδυνή», η οποία τον Ιούλιο του 1974, με την επάνοδο του Κωνσταντίνου Καραμανλή ξεπέρασε τα 300.000 φύλλα. Μετά την αποχώρησή του από τη «Βραδυνή», λόγω και πάλι πολιτικής διαφωνίας με την ιδιοκτησία, εκλήθη το 1975 να διευθύνει την «Απογευματινή» του Νάσου Μπότση, που επί πολλά χρόνια διατήρησε την κορυφαία θέση στην κυκλοφορία.

Τον Απρίλιο του 1983, μετά το θάνατο του Νάσου Μπότση και λόγω πολιτικής πάλι διαφωνίας με τον εκδότη Νίκο Μομφεράτο, δέχθηκε πρόταση του Άρη Βουδούρη για την δημιουργία του «Ελεύθερου Τύπου», με επιτελείς τον Γιάννη Βούλτεψη και τον Ανδρέα Μπόμη. Η εφημερίδα κατέρριψε αμέσως ρεκόρ κυκλοφορίας με 250.000 φύλλα. Η συνεργασία όμως με την ιδιοκτησία δεν μακροημέρευσε λόγω και πάλι διαφωνίας σε θέματα πολιτικής και δεοντολογίας.

Αμέσως μετά ο Χρήστος Πασαλάρης ως διευθυντής της «Μεσημβρινής» τετραπλασίασε την κυκλοφορία της, διατηρώντας παράλληλα το κύρος της. Από το 1990 ως τον Ιούνιο του 2009, εργάστηκε ως διευθυντής ή σύμβουλος έκδοσης και αρθρογράφος στις εφημερίδες «Απογευματινή» και «Ελεύθερος Τύπος» και από το 2014 ως κύριος αρθρογράφος και σύμβουλος έκδοσης στην εφημερίδα Realnews. Ακολούθησε η συνεργασία του με την «Ελευθερία του Τύπου».

Από το 1968 έως το 2015, εργάστηκε ως καθηγητής δημοσιογραφικών σπουδών σε σχολές δημοσιογραφίας, πλήθος δε γνωστών σήμερα δημοσιογράφων υπήρξαν μαθητές του. Ειδικά, η «Απογευματινή», ο «Ελεύθερος Τύπος» και η «Μεσημβρινή» υπήρξαν τα «μεγάλα σχολεία» της ελληνικής δημοσιογραφίας, με το δίδυμο Πασαλάρη – Βούλτεψη να δημιουργούν τη νέα γενιά δημοσιογράφων. Ανάμεσά τους, η Σοφία Βούλτεψη, ο Νίκος Χατζηνικολάου, ο Άρης Πορτοσάλτε, ο Θοδωρής Δρακάκης, ο Πέτρος Καρσιώτης, η Λιάνα Κανέλλη, η Νίτσα Λουλέ, η Πηνελόπη Γαβρά, η Αγγελική Νικολούλη, η Μαρία Χούκλη, η Μάρω Λεονάρδου και πολλοί άλλοι. Παράλληλα, ως καθηγητής στη δημοσιογραφική σχολή του «Αντέννα», δίδαξε και την επόμενη γενιά δημοσιογράφων.

Πολυβραβευμένος, παρασημοφορήθηκε τον Φεβρουάριο του 2016 με τον Χρυσό Φοίνικα. Έχει δύο φορές τιμηθεί με το Βραβείο Μπότση από το Ίδρυμα Μπότση (1986 και 1998) για την ευδόκιμη υπηρεσία του, από το «Ίδρυμα Ιπεκτσί» (1989) για το καλύτερο ρεπορτάζ. Από την Ακαδημία Αθηνών (1985) για το βιβλίο του «Μια ζωή τίτλοι». Από το Δήμο Αθηναίων με χρυσό μετάλλιο για την προσφορά του στο λειτούργημα. Από το ελληνικό κράτος με το μετάλλιο αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης, όπως επίσης και από την οργάνωση «Μπουμπουλίνα» για τον ίδιο λόγο. Από την Μαριάννα Βαρδινογιάννη για την προσφορά πινάκων της αείμνηστης συζύγου του Λούης για τα καρκινοπαθή παιδιά. Το 1909 η Βουλή καθιέρωσε «Ετήσιο βραβείο κοινοβουλευτικού ρεπορτάζ» στο όνομα του Χρήστου Πασαλάρη.

Πολυγραφότατος, έγραψε τα βιβλία «Πώς να γίνετε δημοσιογράφος» (1970, έξι εκδόσεις, «Οι άσσοι της αστροναυτικής», (1970, δύο εκδόσεις), «Καλημέρα νέα τεχνολογία» (1983), «Η πράσινη αλεπού» (1987), «Μια ζωή τίτλοι» (1989, πέντε εκδόσεις), «Στου κουφού την πόρτα» (1992), «Οι βαρόνοι των Media» (τρεις εκδόσεις), «Όρτσα και μη φοβάσαι» (1994), «Την αλήθεια και ας πονάει» (2002, δύο εκδόσεις), «Η ιστορία του Τύπου» (2006, δύο εκδόσεις», «Κάθε παλιό να σβηστεί» (2015). Τα τελευταία χρόνια διέθετε το σύνολο των εισπράξεων των βιβλίων του υπέρ των απόρων σπουδαστών της δημοσιογραφίας.

Η κηδεία του Χρήστου Πασαλάρη θα γίνει την Τετάρτη 14 Μαρτίου στις 2 μετά το μεσημέρι στην Παναγίτσα του Παλαιού Φαλήρου.

Το τελευταίο του άρθρο

Το άθρο που ακολουθεί και δημοσιεύει η ιστοσελίδα parapolitika.gr ήταν το τελευταίο του:

«Πού να φανταζόμουν πως θα ξυπνούσα μια μέρα και θα έβλεπα την Αθήνα γεμάτη πονεμένους, με τον πόνο να είναι επιδημία αφάνταστου μήκους και πλάτους. Πού να φανταζόμουν την Αθήνα γεμάτη «κλινικές πόνου», με τα νοσοκομεία να έχουν ειδικά τμήματα, με τρεις γιατρούς που δεν προφταίνουν να φροντίσουν πονεμένους ανθρώπους, και με τα παυσίπονα να πωλούνται σαν στραγάλια από τα φαρμακεία.

Ο πόνος όμως είναι διαφορετικός σε κάθε πονεμένο πολίτη, αλλιώς ενεργεί σε έναν υπάλληλο, αλλιώς σε έναν καθηγητή, αλλιώς σε έναν εργάτη, αλλιώς σε μια φοιτήτρια. Η μεγάλη πλειοψηφία των πονεμένων νιώθει τον πόνο στη μέση, «ωχ, η μέση μου» κραυγάζουν οι γυναίκες, καθώς σηκώνονται από το τραπέζι. Για τον ίδιο πόνο ένας υπάλληλος ζητάει «ρεπό» και ένας αγρότης διώχνει τις μύγες από το μέτωπό του.

Το περιβάλλον κάθε πονεμένου, η γυναίκα του, η μάνα του, του ζητάει να βάλει αντίσταση, να κάνει υπομονή, να αντισταθεί, αλλά και εκείνος τους φωνάζει «ελάτε στη θέση μου και τότε τα λέμε»…

Ο ίδιος ο πονεμένος καθώς συζητάει με τον εαυτό του προσπαθεί να είναι ειλικρινής και να απαντήσει στα ερωτήματα: «Βρε αδερφέ, μήπως πράγματι υπερβάλλω; Μήπως πράγματι είμαι χαϊδεμένος και ζητάω συμπαράσταση; Μήπως θα μπορούσα να ξεχάσω τον πόνο μου με εργασία;».

Ο βαριά πονεμένος, όμως, όσο προσπαθεί να σκοτώσει τον πόνο του με δραστηριότητα τόσο υποκύπτει στον πόνο και στις συνέπειες που φέρνουν αναρίθμητα παυσίπονα, όπως είναι η νύστα, ο κάματος, η παραίτηση από κάθε προσπάθεια.

Η επιδημία του πόνου που έχει εξαπλωθεί στην αθηναϊκή κοινωνία πρέπει γρήγορα να καταπολεμηθεί, όχι βέβαια με παυσίπονα αλλά με κοινωνική δραστηριότητα, που είναι έργο των κομμάτων και των αρχηγών τους, αλλά μήπως και αυτοί δεν περνάνε τις μέρες τους με «ωχ» και με παυσίπονα.

Κάτι συναρπαστικό θα έχει αυτή η χώρα για να χαμογελάσει, να σηκωθεί από την καρέκλα της και να ξεμουδιάσει τρέχοντας μέχρι την απέναντι παρέα…

Η Ελλάδα του πόνου πρέπει σύντομα να γίνει η Ελλάδα της χαράς. Δεν είναι δύσκολο να το πετύχει, φτάνει οι αρχηγοί της να σταματήσουν την γκρίνια, να βάλουν το μυαλό τους όχι να σκέφτεται τι θα πει εναντίον του αντιπάλου, αλλά πώς θα τον αγκαλιάσει αδερφικά και μαζί θα λύσουν εθνικά προβλήματα και μαζί θα διώξουν ακόμα και τον πόνο. Το 2018 δεν επιτρέπει απογοήτευση και μουρμούρες.

Περιμένει από όλους προσπάθεια, αισιοδοξία, επιθετικότητα και δίψα για αλλαγές. Όταν στην παρέα ένας κραυγάζει «πάμε, παιδιά» τότε κολλάει και ο διπλανός και ο παρά διπλανός.

Η αισιοδοξία μετατρέπεται σιγά σιγά σε «επιδημία» και τότε όλα αλλάζουν, και τότε η Ελλάδα του 2018 οδηγεί στην Ελλάδα του 2021, που από το 1821 δεν το βάζει κάτω και φωνάζει «θέλω να ζήσω και θα ζήσω».

Τέσσερις φορές οδηγήθηκε στον θάνατο και άλλες τόσες τα έβγαλε πέρα με τις δικές της δυνάμεις, πολύ περισσότερο σήμερα που ο πονεμένος λαός της ζει σπουδαίες αλλαγές και περιμένει ακόμα σπουδαιότερες».

Δείτε Επίσης