«Μου έχει συμβεί να τρέχω στη Συγγρού γυμνός φορώντας μόνο ένα μποξεράκι να βρω κάποιον να με σώσει»

Ο γνωστός τραγουδιστής συγκλονίζει με την εξομολόγησή του.

Μιλάει για την περίοδο που είχε εθιστεί στο αλκοόλ και πάλευε με τις κρίσεις πανικού.

«Ήταν μια δύσκολη κατάσταση που βίωσα με το αλκοόλ, μια σκοτεινή περίοδος που με βοήθησε να ανακαλύψω τον εαυτό μου και κατά κάποιον τρόπο να απελευθερωθώ. Το ότι πάλεψα τους δαίμονές μου και τους αντιμετώπισα στα ίσα με βοήθησε να ωριμάσω. Και αποφάσισα να μιλήσω με την πρόθεση πως μπορεί να βοηθήσω κάποιους ανθρώπους που ίσως νιώθουν το ίδιο.

Όλα ξεκίνησαν με τη νίκη μου στο X Factor. Κάπου εκεί διχάστηκα, έχασα το κέντρο μου, στράφηκα εναντίον μου. Για τα επόμενα πέντε χρόνια νόμιζα ότι είχα τον έλεγχο και τελικά δεν τον είχα πουθενά. Εκείνη την περίοδο το αλκοόλ είχε γίνει καθημερινότητα και οι ποσότητες ήταν στην υπερβολή τους. Όταν σταματούσα να πίνω δεν σταματούσα. Από τα 22 μου μέχρι τα 28 ήταν μία τρέλα… Υπήρχε μεγάλη κόντρα ανάμεσα στα θέλω της δουλειάς και στα δικά μου. Και με το αλκοόλ ένιωθα ότι πετύχαινα να τα συνδυάσω. Ποτέ δεν έπινα για να απολαύσω το ποτό. Με το που άρχιζα, έπινα σφηνάκια με υποβρύχια για να μεθύσω. Σκοπός ήταν η μέθη. Δεν ήταν ότι έπινα το ποτό για την απόλαυση. Έπινα για να χαθώ, να φτιαχτώ. Είχα πόνο. Πολύ πόνο, που το ποτό τον κάλυπτε. Κάτι που δεν ίσχυε βέβαια», δήλωσε ο Λούκας Γιώρκας στο περιοδικό Down Town.

Σαν λύση για τις κρίσεις πανικού έβλεπε τότε το ποτό. «Το αλκοόλ ήταν μια λύση. Μια διέξοδος για να διοχετεύσω κάποια καταπιεσμένα συναισθήματα που είχα. Είμαι υπερευαίσθητος ως χαρακτήρας και η κατάχρηση ήρθε χωρίς να το καταλάβω. Είδα τον εαυτό μου στον καθρέφτη και είπα: “Τι κάνεις; Πώς έχεις καταντήσει έτσι, πού έχεις φτάσει”; Ήταν μια στιγμή που κατάλαβα ότι από εκεί και πέρα ακολουθούσε η άβυσσος. Και εκεί ζήτησα βοήθεια. Έβγαινα στον δρόμο και έτρεχα μέσα στον πανικό, έτσι ώστε αν κατέρρεα να βρεθεί ένας άνθρωπος να με δει και να με βοηθήσει. Μου έχει συμβεί να τρέχω στη Συγγρού γυμνός φορώντας μόνο ένα μποξεράκι, επιζητώντας κάποιος να με βρει να με σώσει. Νόμιζα ότι θα πάθω ανακοπή. Ένιωθα ότι πέθαινα, ότι φεύγω, ότι τελειώνει η ζωή μου. Έχει τύχει να ξυπνήσω σε παγκάκι και δεν ήξερα τι είχα κάνει το προηγούμενο βράδυ και πώς είχα βρεθεί εκεί. Είχε τύχει ένα βράδυ να φτάσω να πιω 60 υποβρύχια. Δεν σταματούσα».