21-10-2020

Λάκης Λαζόπουλος: Φαίνεται σαν να ζούμε έναν διαρκή επιτάφιο

 

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα Πρώτο Θέμα και τη δημοσιογράφο Τίνα Μανδηλαρά, ο Λάκης Λαζόπουλος, προχώρησε σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση για την αγαπημένη του Τασούλα που «έφυγε» από τη ζωή πριν ένα χρόνο

Ο αγαπημένος ηθοποιός στη συνέντευξή του στο «Πρώτο Θέμα» μιλάει για όλα όσα τον θύμωσαν, τον συγκίνησαν και τον πλήγωσαν στην εποχή της πανδημίας. Ετοιμάζει τη θεατρική του αντεπίθεση, στήνοντας δραματική σχολή, ενώ θα παίξει στην «Προδοσία» του Πιντερ.

Στο μικρό διαμέρισμα του Κολωνακίου που κάποτε φιλοξενούσε τον γνωστό σκηνογράφο Διονύση Φωτόπουλο και τους πιο εμβληματικούς θεατράνθρωπους, εκεί όπου ακούστηκαν φράσεις από τα πιο μνημειώδη έργα και όπου δεσπόζουν ακόμα στους τοίχους οι φιγούρες του Τσαρούχη, ο Λάκης Λαζόπουλος έχει στήσει το δικό του ορμητήριο.

Από εκεί ετοιμάζει τη θεατρική του αντεπίθεση, στήνοντας δραματική σχολή, παίζοντας στην «Προδοσία» του Πίντερ και μιλώντας για όλα όσα τον θύμωσαν, τον συγκίνησαν και τον πλήγωσαν.

Επίσης, δείχνει ότι τα καταφέρνει με τη συγγραφή: διαβάζοντάς μας μάλιστα ένα άκρως εξομολογητικό και συγκινητικό απόσπασμα από το βιβλίο που ετοιμάζεται να εκδώσει για τη σχέση του και τις κοινές στιγμές με τη σύζυγό του Τασούλα που έφυγε από τη ζωή, δείχνει πως είναι έτοιμος να αποκαλύψει ιστορίες που κανείς δεν μπορεί να φανταστεί.

-Δεν ξέρω πού κινείσαι και πού βρίσκεσαι, αλλά τελευταία ακούω ξανά παντού τις ατάκες σου, όπως το «τι τραβάμε κι εμείς οι χορεύτριες» και το «Πάμε πλατεία» ειδικά την τελευταία…

«Ξέρεις, αυτές οι ατάκες είναι συνδεδεμένες με συγκεκριμένα βιώματα έχουν ιστορία από πίσω. Το Εμείς οι χορεύτριες είχε να κάνει με ένα παλιό περιστατικό στην Καβάλα, όταν κάναμε ένα γύρισμα αργά τη νύχτα, και επειδή δεν προλαβαίναμε να βρούμε χορεύτριες, αναγκαστήκαμε να βάλουμε άνδρες και να τους μεταμφιέσουμε σε γυναίκες. Οπότε κάποιος από αυτούς, αγανακτισμένος ο κακομοίρης, αναφώνησε: «Τι τραβάμε κι εμείς οι χορεύτριες» κι έτσι βγήκε η φράση. Όσο για το «Πάμε πλατεία» όντως το ακούω κι εγώ παντού και νομίζω ότι κάνω ταξίδι στον χρόνο, αφού τα περίπτερα μοιάζουν να είναι τα νέα μπαρ και οι περιπτεράδες οι νέοι μπάρμαν. Το τι μπίρα πουλάει το περίπτερο ούτε πατατάκια, ούτε προφυλακτικά, ούτε τίποτα στις δέκα το βράδυ δεν λέγεται».

-Κάποιος μου έλεγε ότι τώρα που έχουμε χάσει το χιούμορ μας χρειαζόμαστε τον Λάκη. Και αυτό το ακούω συνέχεια τώρα…

«Έχεις δίκιο, κι εμένα μου το λένε τώρα περισσότερο από πριν. Κοίτα, νομίζουμε πάντα οι Έλληνες ότι με το που αλλάζουμε τις κουρτίνες ότι αλλάζουμε και ως λαός. Ότι η θέα μπορεί να είναι διαφορετική, ενώ ξέρουμε ότι πάντα η ίδια είναι. Αργά ή γρήγορα θα βρεθούμε να κοιτάμε τις ίδιες εικόνες, οπότε όταν λείπει αυτός που έκανε τη σάτιρα δεν Ξέρεις πραγματικά πού να κοιτάζεις. Νιώθεις ότι σου λείπει ένα αίσθημα σαν να μην έχεις θερμόμετρο. Γι’ αυτό και μοιάζει σαν να είμαστε ξαφνικά ένας λαός χωρίς θερμομέτρηση: βγαίνουν όλη μέρα τα λιβάνια και φαίνεται σαν να ζούμε. Ξανά μανά, έναν διαρκή επιτάφιο. Σαν να έχει κολλήσει η εικόνα και να κάνουμε περιφορά του ηγέτη στο ριπίτ. Δεν το βλέπεις ότι οι ειδήσεις είναι όλες ίδιες; Δεν διαφοροποιείται κανείς και ακούγεται παντού το ίδιο. Σαν να κοιτάει το ένα κανάλι το άλλο και να συμφωνούν μεταξύ τους. Καλά τα λέτε, κι εμείς καλά τα λέμε, όλα καλά. Όλα είναι φιμωμένα. Είναι σαν να βρίσκεσαι σε νοσοκομείο και σαν οι συγγενείς του ασθενούς να συμφωνούν κουνώντας όλοι μαζί το κεφάλι ότι πρέπει να κοπεί το πόδι».

-Εσύ δεν βλέπεις πια τηλεόραση;

«Μα δεν νομίζω ότι βλέπει ο κόσμος τηλεόραση αν εξαιρέσεις κάποιες πολύ ωραίες σειρές όπως οι Άγριες Μέλισσες. Ειδικά οι νέοι μοιάζουν να έχουν στραφεί σε άλλες μορφές θεάματος».

-Αλήθεια, πώς βιώνεις αυτό που ζούμε με τον κορωνοϊό και όλη αυτή την τρέλα;

«Καταρχάς, είναι κάτι που πιστεύω πως θα το ζήσουμε για πολύ καιρό, ότι δεν είναι κάτι παροδικό. Η ζωή μας έχει αλλάξει άρδην, δεν είναι μια παρένθεση, αλλά μια νέα πραγματικότητα. Είναι ένας καινούριος κόσμος. Ο φόβος για το απρόσμενο και το αόρατο δεν θα μας αφήσει και δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι ηγέτες του κόσμου χρησιμοποίησαν μία λέξη για να περιγράψουν τη νέα κατάσταση: είπαν ότι πρόκειται για πόλεμο. Αυτό λένε όλοι. Και είναι ένας πόλεμος μεταμορφωμένος σε μια νέα τάξη, αφού υπάρχει μια μετάβαση από τις πολεμικές βιομηχανίες στον πόλεμο που πλέον συνδέεται με τις φαρμακευτικές εταιρείες και τις νέες τεχνολογίες. Τι σημαίνει αυτό; Ότι μπορεί να διαθέτεις το αεροπλανοφόρο και όλα τα κατάλληλα μέσα, αλλά ο στρατιώτης δεν θα μπορεί να επιβιβαστεί σε αυτό γιατί θα είναι ασθενής και θα κολλάει. Άρα πιο ισχυρός είναι αυτός που θα βρει γρήγορα το φάρμακο και αυτός που θα μπορεί τεχνολογικά να έχει την πρόσβαση στην πληροφορία για τον ιό. Γιατί εννοείται πως ο ιός υπάρχει, αλλά αντίστοιχα υπάρχουν και αμέτρητα σενάρια για το τι μας επιφυλάσσει το μέλλον, πόσοι εκατοντάδες ιοί μπορούν να υπάρξουν στο μέλλον, τους οποίους δεν μπορούμε καν να προβλέψουμε, ούτε να διανοηθούμε. Το κακό είναι ότι με αυτό που συμβαίνει μοιάζει να έχει παγώσει η ανθρωπότητα, αφού έχουν σταματήσει η συχνότητα συνεύρεσης, τα αγγίγματα, τα σώματα κρατιούνται μακριά το ένα από το άλλο και τη θέση τους έχουν πάρει το κράτημα και η καχυποψία. Σαν να έχει γίνει η επιφύλαξη, ταλέντο. Και η πραγματικότητα είναι ότι πλέον έχουμε περάσει στον νέο αιώνα, τον 21ο, των αδιανόητων σεναρίων και της τεχνολογίας. Από δω και πέρα θα είμαστε έρμαιά της».

-Έχω την αίσθηση ότι μιλάς με το ένστικτο σου, το οποίο πάντοτε άκουγες. Με αυτό δεν είναι που αναγνωρίζεις και τους ανθρώπους;

«Σχεδόν μόνο με το ένστικτο. Ώρες ώρες έχω την αίσθηση πως στην προηγούμενη ζωή μου ήμουν υποσυνείδητο. Βλέποντας έναν άνθρωπο δεν ακούω τι μου λέει, αλλά παρατηρώ τις κινήσεις του, τις χειρονομίες, το βλέμμα μπαίνω μέσα του σαν χάκερ. Χακάρω ψυχικά αρχεία αν μπορεί κάποιος να χακάρει ψυχικά αρχεία. Κι αυτό το είχα από μικρός, σαν να έφευγε ο ήχος την ώρα που ερχόμουν σε επαφή με κάποιον και να έβλεπα τι κρύβεται από πίσω. Θυμάμαι τη μάνα μου να με κρύβει από διάφορους συγγενείς γιατί τους έλεγα αυτό που αισθανόμουν χωρίς τότε να συνειδητοποιώ γιατί ότι δεν συμπαθώ την τάδε θεία ή τον τάδε ξάδελφο. Κάτι διέκρινα από τότε και δεν μπορούσα να το κρύψω, αλλά ούτε και να καταλάβω γιατί δεν μπορούσε κανείς να λέει αυτό που σκέφτεται. Ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι νομίζουν πως λέγοντας αυτό που σκέφτονται δεν θα γίνουν αρεστοί. Είναι καλό να ρωτάς και να εκφράζεις την αλήθεια».

-Τι νομίζεις ότι τους κρατάει; Ο φόβος;

«Είναι ένας τρόπος να μπορούν όλοι να ξεφεύγουν παίζοντας διάφορους ρόλους από μικροί, υπακούοντας σε εντολές όπως κάνε το καλό, να μιλάς ευγενικά, να είσαι το τάδε ή το δείνα. Να κρύβεις, δηλαδή, την αλήθεια πίσω από κινήσεις, χειρονομίες, νοήματα. Αλλά αυτό αυτομάτως σε κάνει, επειδή φοβάσαι, να είσαι υποτελής στον άλλο, δηλαδή δεύτερος και να χάνεις έτσι το ένστικτό σου. Δυστυχώς εκπαιδευτήκαμε να παίζουμε ρόλους από μικροί, επειδή είμαστε κοινωνικός λαός και δεν είμαστε σαν τους ξένους που αδιαφορούν ο ένας για τον άλλο. Τι κουβέντα να πιάσεις με τον άλλο στη Γερμανία και με ποια πρόφαση; Μιλώντας για τον καιρό, που είναι έτσι και αλλιώς χάλια;»

-Εσύ πότε ξεμπέρδεψες με αυτούς τους ψεύτικους ρόλους στην πραγματική σου ζωή αν ξεμπέρδεψες;

«Νομίζω εκεί γύρω στα τριάντα. Δεν ξέρω αν ξεμπέρδεψα, αλλά πια είχα τη δυνατότητα να τα παρακολουθώ από απόσταση. Ή μάλλον το παιδί που είχα μέσα μου έμεινε να τα παρατηρεί από απόσταση».

-Αλήθεια πώς και δεν το έχεις σκοτώσει το παιδί μέσα σου, ειδικά με όλα όσα έχουν συμβεί;

«Ευτυχώς, δεν έχω άλλο τρόπο δεν μπορώ να το νικήσω. Προσπαθώ να απομακρυνθώ, αλλά νιώθω να με κοιτάει και να μου δίνει τον τόνο».

-Μήπως αυτός είναι ο λόγος που προσαρμόζεσαι σε νέες καταστάσεις;

«Αν το συναίσθημά σου δεν πειραχτεί με τα χρόνια που αποκλείεται να μην πειραχτεί , τότε είναι καλό να αφουγκράζεσαι την εσωτερική σου φωνή. Και εγώ προσπαθώ να καταλάβω από πού προέρχεται ακριβώς αυτή η ψυχραιμία και έχω καταλήξει ότι είναι το παιδί που έχω μέσα μου. Αυτό είναι που μου υπαγορεύει και τη γραμμή της σκέψης, η οποία μου ορίζει και τις ανάλογες αποφάσεις. Αυτός είναι ο άξονάς μου και δεν μπορώ να πράξω αλλιώς. Άλλωστε ποτέ δεν μπορούσα τις κωλοτούμπες: μπορεί κανείς να εκφράσει την άποψή του και να διαφοροποιηθεί στην πορεία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αλλάζει ιδεολογία ανάλογα με το πού φυσάει ο άνεμος. Ποτέ δεν άντεχα τους ανθρώπους που έρχονται εκ των προτέρων για να συμφωνήσουν σε όλα».

-Γι’ αυτό δεν απολογήθηκες παρότι σου καταμαρτυρούσαν τα πάντα;

«Μα απολογείται κάποιος που θεωρεί ότι έκανε λάθος. Είναι σαν να τρως ένα γλυκό και να παχαίνεις και μετά να ζητάς συγγνώμη από τη ζυγαριά. Και εγώ λοιπόν ζυγίστηκα από την ελληνική κοινωνία και αυτή θα με κρίνει. Αν η κοινωνία με ζυγίζει έτσι και όχι αλλιώς, έχει καλώς. Το θέμα είναι σε κάθε περίπτωση να μπορείς vα λες «πάμε παρακάτω».

-Δεν σκέφτηκες, αλήθεια, να αποσυρθείς;

ΔΗΜΟΦΙΛΕΣ  Μάγια Τσόκλη: Τι είπε για τον γάμο του πατέρα της με τη θεία της - «Είναι από τα ζευγάρια που ζηλεύεις» (video)

«Δεν σκέφτηκα ποτέ έτσι. Ξέρω να περιμένω. Με ησυχία και ηρεμία, όπως ένα παιδί περιμένει να ξεθυμώσουν η μαμά και ο μπαμπάς».

-Ναι, αλλά πηγαίνεις διαρκώς κόντρα…

«Μα είναι το παιδί μέσα μου που με πηγαίνει αλλού. Αυτό με κάνει να πηγαίνω κόντρα».

-Έχεις μετανιώσει, Λάκη;

«Έχω εντελώς άλλο σκεπτικό απ’ ότι φαντάζονται ότι μπορώ να έχω. Έχω συνηθίσει βέβαια ο καθένας να με αναλύει και να ασχολείται μαζί μου ανάλογα με τις δικές του συντεταγμένες, να παίρνει το δικό του μέτρο και να ζυγίζει τα πράγματα. Αλλά το μέτρο του καθενός τελικά είναι o χαρακτήρας του και η λογική των άλλων δεν έχει καμία σχέση με τη δική μου. Είναι σύνηθες ο κόσμος να σε ζυγίζει με τον δικό του τρόπο και να θέλει να ακολουθείς τη δική του λογική».

-Πες μου για μια άλλη λογική, αυτή του θεάτρου. Επιστρέφεις φέτος δυναμικά σε αυτό. Δημιουργείς δραματική σχολή;

«Ήταν μια ιδέα γνωστού επιχειρηματία με τον οποίο αποφασίσαμε να ενώσουμε τις δυνάμεις μας: στόχος μας είναι να μπορούν οι νεότερες γενιές να ακολουθήσουν αυτό που πραγματικά επιθυμούν και να δημιουργήσουν πέρα από τη σκληρή λογική της επιβολής. Η λογική μου είναι καθένας από τους υπεύθυνους καθηγητές τους οποίους προτίμησα να είναι από νεότερες γενιές να μπορεί να εμπνέουν τα παιδιά μέσα σε ένα πλαίσιο συνεργασίας. Προτίμησα, εν προκειμένω, ακολουθώντας τη λογική των μοντέρνων μεγάλων εταιρειών, όπως της Google κ,λπ., να μην υπάρχουν διευθυντές, αλλά συντονιστές καθένας στον τομέα του. Δεν έδωσα οδηγία σε κανέναν, απλώς κοιτάω πώς μπορεί καθένας από αυτούς να πράξει το καλύτερο. Εν ολίγοις, αυτό που κάνω από την πλευρά μου είναι να στηρίζω εμπνευσμένους ανθρώπους ώστε να κάνουν αυτό που σκέφτονται, πέρα από ρόλους και αυθεντίες, γιατί δεν θεωρώ ότι οι νεότεροι πρέπει να είναι ένα δοχείο όπου μπορούν να βγάλουν τα κόμπλεξ τους οι μεγαλύτεροι. Δεν θέλω συνταγματαρχαίους στη σχόλη μου. Επίσης, έβαλα τα αγγλικά ώστε να μπορούν τα παιδιά να στέλνουν τα βιογραφικά τους στις μεγάλες πλατφόρμες του εξωτερικού, ενώ φρόντισα η σφραγίδα μας να είναι η καινοτομία: να έχουμε πρωτοποριακά πράγματα, όπως, για παράδειγμα, τη σωστοφωνία , δηλαδή τη διδασκαλία της σωστής φωνής του ρόλου που θα διδάσκω εγώ, ορθοφωνία θα διδάσκει ο Μοσχολιδάκης, ενώ υγιεινή φωνής θα διδάσκει η Καραχάλιου».

-Επίσης, φαίνεται να επιστρέφεις στον σκληρό πυρήνα του θεάτρου με την «Προδοσία» του Πίντερ…

«Η αλήθεια είναι πως όταν με πήρε o κύριος Παυλάκης και μου είπε ότι ο Αιμίλιος Χειλάκης θα ανεβάσει την «Προδοσία» του Πίντερ και με ήθελε να παίξω, αιφνιδιάστηκα, γιατί ήμουν εντελώς σε άλλη διάθεση: ήμουν βουτηγμένος στο βιβλίο μου, σκεφτόμουν να κάτσω στην Πάρο να ζωγραφίζω και να κάνω άλλα πράγματα. Επίσης σχεδίαζα να κάνω τον Αϊνστάιν, τον οποίο θα κάνω μετέπειτα. Γι’ αυτό και του απάντησα ότι θα ξαναδιαβάσω το έργο και θα δω αν είναι η ώρα για να προχωρήσω σε αυτό τον ρόλο. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι τόσο τον Αιμίλιο (σ.σ.: Χειλάκη) όσο και την Αθηνά (σ.σ.: Μαξίμου) τους ήξερα και τους εκτιμούσα απεριόριστα, γιατί δεν έχουν πάει το παραμικρό πίσω από αυτό που πιστεύουν το υπηρετούν με αγάπη, πίστη και συνέπεια, ενώ παράλληλα έχουν και οι δυο τους μια πολύ δυνατή θεατρική οντότητα. Κατ’ ουσίαν, τον εαυτό μου μέτρησα, αν μπορώ αυτό το διάστημα και αν είμαι σε θέση να παίξω τον ρόλο. Ευτυχώς, όμως, μπήκα σε αυτή την ωραία περιπέτεια και χαίρομαι που σκηνοθέτης μου είναι ο Αιμίλιος».

-Τι σε κέντρισε στον ρόλο ώστε να πεις το ναι;

«Το ότι κατάφερα και άφησα να μπουν σε ένα δωμάτιο της ψυχής μου που νόμιζα ότι είχα κλειστό. Σαν να ξεγυμνώθηκα και η αλήθεια είναι ότι δεν ανοίγω τα δωμάτια εύκολα. Καθόλου. Προτιμώ να υποστώ θυμούς, αγριότητες, τα πάντα, παρά να παίξω το θύμα και να με λυπηθούν. Αν είχα να διαλέξω, μάλιστα, μεταξύ λύπης και φθόνου και να πω πράγματα που θα άλλαζαν εντελώς τη στάση της κοινής γνώμης, θα διάλεγα, σε κάθε περίπτωση, το δεύτερο, ξέροντας ότι θα υποστώ τις συνέπειες».

-Μήπως το βιβλίο που γράφεις είναι η απάντηση σε όλα αυτά;

ΔΗΜΟΦΙΛΕΣ  «Talk of the town» τα εγκαίνια της έκθεσης της Στέλλας Καπεζάνου στη γκαλερί Ευριπίδη

«Όχι, σε καμία περίπτωση. Το βιβλίο είναι για τη γυναίκα μου, την Τασούλα. Είχα ανάγκη όταν έφυγε να γράψω ό,τι υπήρχε μέσα μου για να μεταφέρω τη φωνή εκείνης που είχε υποστεί όλο αυτό. Επίσης, μέσα από αυτό να δω πώς ακριβώς σκεφτόμουν, τι σήμαινε για μένα όλη αυτή η διαχείριση από τη μια του πολέμου και από την άλλη αυτής της ακραίας κατάστασης με την ασθένεια. Ένιωθα πραγματικά πολύ περίεργα εκείνη την περίοδο σαν να είχα βάλει ένα σκιάχτρο σε ένα αμπέλι και να παρακολουθούσα όλους να βαράνε και εγώ να είμαι μόνος μου κάπου μακριά. Ωστόσο, έμαθα πολλά πράγματα μέσα από αυτή την επώδυνη διαδικασία και ακόμα και μέσα από τη θεραπεία της Τασούλας προσπάθησα να κρατήσω πράγματα που θα μπορούσαν ειδικά όσον αφορά τη θεραπευτική μέθοδο να βοηθήσουν άλλους ασθενείς. Η ίδια άλλωστε το ήθελε, εφόσον πετύχαινε σε κάποιο βαθμό, να βοηθηθεί όσο γινόταν περισσότερος κόσμος. Παράλληλα βέβαια βγήκαν πολλά πράγματα στην πορεία που ούτε καν μπορούσα να φανταστώ, όπως το ότι η Τασούλα μού έγραφε, όλα αυτά τα χρόνια, γράμματα τα οποία δεν είχα δει ποτέ και ποτέ δεν μου τα έστειλε. Τα βρήκα όλα μαζεμένα σάμπως να ήξερε ή μάλλον ήταν βέβαιη ότι θα έφευγε πριν από εμένα και ήθελε να τα διαβάσω. Εκεί βρήκα πράγματα που δεν περίμενα με τίποτα ότι θα βρω».

Όπως;

«Δεν ήξερα καν ότι υπήρχαν πράγματα που ένιωθε και ποτέ δεν εξέφραζε: είδα να επαναλαμβάνει φράσεις ανήκουστες, να γράφει πράγματα που ούτε φανταζόμουν. Δεν μπορούσα να συνέλθω, ήμουν κλεισμένος επί δεκαπέντε μέρες και διάβαζα. Δεν ήξερα καν ότι είχε ένα τέτοιο κομμάτι γιατί θεωρούσα ότι είχαμε έναν τρόπο να μιλάμε, να συνεννοούμαστε και ξαφνικά είδα έναν άνθρωπο που δεν είχα ιδέα ότι υπάρχει. Ήταν σαν να άνοιξα ένα νέο κεφάλαιο γι’ αυτό και θέλω το βιβλίο αυτό να έχει τη δική της φωνή, να ακουστούν αυτά τα λόγια που, όσο δύσκολα και αν φαντάζουν για μένα, είναι αληθινά. Δεν θα φοβηθώ λοιπόν να τα αφήσω τα γράμματα αυτά και να της επιτρέψω να μου απευθύνει τόσο σκληρά τον λόγο, γιατί αλλιώς δεν θα ήμουν αληθινός. Όσο πιο αληθινό είναι αυτά, τόσο πιο πολύ θα καταλάβουν τι έχει τραβήξει αυτός o άνθρωπος δίπλα μου. Γιατί η Τασούλα τα πέρασε όλα αυτά επιλέγοντας να ζήσει με έναν άνθρωπο σαν κι εμένα».

-Ακόμα και αν κάποια στιγμή χωρίστηκαν οι ζωές σας;

«Μα δεν χωρίστηκαν. Η σχέση μας μεταμορφωνόταν, αλλά ποτέ δεν έσπασε γιατί πάντα υπήρχε αγάπη. Σαν να υπήρχε ένας μαγνήτης που μας τραβούσε, κάνοντάς μας να επιστρέφουμε, όπως τα μέταλλα που δεν χάνουν ποτέ τον μαγνητισμό τους. Αυτό είναι που με κατηύθυνε και τώρα ώστε να μη χάσω τον προσανατολισμό μου, αφήνοντας να ακουστούν τόσο προσωπικά πράγματα, θεώρησα ότι είναι ευκαιρία να ακουστεί εκείνη που δεν ήθελε να ακουστεί ποτέ, που πάντοτε ήθελε να κρατάει την ανωνυμία».

-Άνοιξες, επομένως, με το βιβλίο μια πόρτα που δεν είχες ανοίξει προηγουμένως;

«Σίγουρα. Αυτό θα είναι αφορμή να ανοίξω τον εαυτό μου προς κατευθύνσεις που ούτε καν έχω φανταστεί. Δεν ξέρω προς τα πού».

-Στο βιβλίο αποκαλύπτεις και πράγματα δικά σου, εκείνες τις εποχές με τις τηλεοπτικές σου κόντρες κ.λπ.;

«Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελα το βιβλίο να έχει πολλές περιγραφές που να μετατοπίζουν το ενδιαφέρον και την προσοχή από την Τασούλα σε εμένα. Αλλά ήθελα να δείξω τι σημαίνει να αντιμετωπίζει κανείς με συγκεκριμένο τρόπο καταστάσεις κρίσιμες, τη δημοσιότητα, τι σήμαινε να ζεις και να τα περνάς όλα αυτά. Γράφοντας λοιπόν την προσωπική μας ιστορία με την Τασούλα, κάποια στιγμή αναφέρομαι σε περιστατικά που θεωρώ ότι είχαν μεγάλη σημασία, όπως την ιστορία με το DNA. Πρόκειται για πραγματικό γεγονός: όταν κάποια στιγμή μού είχαν ζητήσει από συγκεκριμένο υπουργείο να κάνω μια διαφήμιση για κοινωφελή σκοπό κατά των ναρκωτικών, η Τασούλα μού είπε πως αν είναι να κάνεις τέτοια διαφήμιση, να ζητήσεις από τον υπουργό να σε εξετάσουν στο εξωτερικό, σε ειδικό κέντρο, για το αν έχεις πάρει ποτέ ουσίες. Και το αποτέλεσμα να το κρατήσεις και να τους το τρίψεις στα μούτρα αν χρειαστεί . Αυτό έκανα λοιπόν. Μου πήραν ό,τι υλικό χρειαζόταν, το DNA, και ακολούθησα αυτό που ουσιαστικά μου είχε πει η Τασούλα».

-Και αυτό σας ηρέμησε;

«Κυρίως ηρέμησε την ίδια. Εγώ είχα πάντα την αρχή ότι αν κάτι έχει ενδιαφέρον είναι η παρεξήγηση και όχι η εξήγηση. Η ίδια όμως μου είπε ότι η παρεξήγηση τραβάει σε μάκρος, κουράζει και όταν δεν έχει τέλος, οι θεατές κάποια στιγμή απαυδούν και φεύγουν. Οπότε οφείλεις στο τέλος πάντα να δίνεις εξηγήσεις. Και σε αυτό σίγουρα, όπως και σε τόσα άλλα, η Τασούλα με ωφέλησε πολύ με την υπομονή της – ήρθε η ώρα λοιπόν με αυτό το βιβλίο να δοθεί ο λόγος σε αυτήν».

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Big Brother: Οριστικό τέλος για την 24ωρη μετάδοση – Υπάρχουν και άλλα «ροζ» βίντεο (video)

Μετά τα ροζ βίντεο της Χριστίνας Ορφανίδου, σειρά πήρε η Σοφία Δανέζη να απασχολήσει με παρόμοια θέμα, φέρνοντας μεγάλη αναστάτωση στο σπίτι του Big...

Συναγερμός στο «Big Brother»: Το ροζ βίντεο της Δανέζη, ο σάλος και η διακοπή του live streaming

Συναγερμός έχει σημάνει εδώ και λίγες ώρες στο σπίτι του «Big Brother» με ροζ βίντεο παίκτριας που διέρρευσε στο διαδίκτυο. Μετά το βίντεο της Χριστίνας...

Μάγια Τσόκλη: Τι είπε για τον γάμο του πατέρα της με τη θεία της – «Είναι από τα ζευγάρια που ζηλεύεις» (video)

Στην απώλεια της μητέρας της και τον γάμο του πατέρα της με τη θεία της αναφέρθηκε η Μάγια Τσόκλη σε μια εκ βαθέων συνέντευξη...

«Ζούμε έναν ολοκληρωτισμό που πλέον δεν κρατάει τα προσχήματα», λέει η Ακρίτα (ηχητικό)

«Ζούμε την απόλυτη δυστοπία, με έναν ολοκληρωτισμό που πλέον δεν κρατάει τα προσχήματα» τόνισε η Έλενα Ακρίτα, μιλώντας «Στο Κόκκινο» και τον Νίκο Ξυδάκη. Αναφέρθηκε...

Κανέλλη: Μην ξεχάσετε ποτέ τη σβάστικα στο τζάμι της κουζίνας του Ηλιόπουλου

Στη σβάστικα, σχηματισμένη από κάγκελα, στο παράθυρο της κουζίνας της μητέρας του καταδικασμένου για ένταξη στην εγκληματική οργάνωσης, Παναγιώτη Ηλιόπουλο, η οποία φαίνεται στο...

Δίκη Χρυσής Αυγής: Η πρόεδρος «άδειασε» την εισαγγελέα και την κάλεσε να τοποθετηθεί εκ νέου

Η πρόεδρος του δικαστηρίου, Μαρία Λεπενιώτη, αμφισβήτησε την αλήθεια σε όσα είπε τη Δευτέρα η εισαγγελέας, Αδαμαντία Οικονόμου, προκαλώντας την αντίδραση των συνηγόρων της...