19-02-2021

Αλίκη Βουγιουκλάκη: 23 χρόνια χωρίς το πιο «λαμπρό αστέρι» (video)

Πέρασαν 23 χρόνια από τη μέρα που έσβησε για πάντα το λαμπερό χαμόγελο της Αλίκης Βουγιουκλάκη σκορπίζοντας θλίψη στο πανελλήνιο.

Η ηθοποιός «έφυγε» σε ηλικία 62 χρονών νικημένη από τον καρκίνο. Πριν «φύγει» είχε ταξιδέψει στο εξωτερικό για θεραπεία και τότε on camera ζητούσε από τον κόσμο να προσευχηθεί για εκείνη.

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου 1934 στο Μαρούσι Αττικής από τον Ιωάννη Βουγιουκλάκη δικηγόρο πρώην Νομάρχη Αρκαδίας και την Αιμιλία Κουμουνδούρου.

Η οικογένειά της κατάγεται από το χωριό Λάγια της Μάνης. Κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής ο πατέρας της ήταν κατοχικός νομάρχης, και εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ. Ο θάνατος του πατέρα της στοίχισε ακριβά, δεν είχε την πατρική στοργή και η μητέρα της ανέλαβε μόνη της να μεγαλώσει τα τρία παιδιά, την Αλίκη, τον Αντώνη και τον Τάκη Βουγιουκλάκη.

Το 1952 έδωσε κρυφά από την οικογένειά της εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου από την οποία αποφοίτησε τρία χρόνια μετά με Λίαν Καλώς, λόγω της αυστηρής βαθμολόγησης του Δημήτρη Χορν.

Προτού ακόμη αποφοιτήσει από τη Σχολή ξεκίνησε τη σταδιοδρομία της από το θέατρο. Ο πρώτος της θεατρικός ρόλος ήταν στο έργο Κατά Φαντασίαν Ασθενής του Μολιέρου το 1953 και η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση έγινε στην ταινία Το Ποντικάκι το 1954.

Κατά τη διάρκεια της φοίτησης της στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου συμμετείχε χωρίς άδεια της Σχολής στην παράσταση Ρωμαίος και Ιουλιέτα.

Τότε συζητήθηκε από τον σύλλογο των διδασκόντων της Σχολής η παραμονή της ή όχι στη Σχολή: Ο Καρθαίος είχε ισχυρισθεί πως δέχθηκε την επίσκεψη της θείας του Νίκου Χατζίσκου, και του ζήτησε να επιτρέψει ως διευθυντής της Σχολής να παίξει η Βουγιουκλάκη στις παραστάσεις του Εθνικού Κήπου. Ο διευθυντής είπε πως ο κανονισμός της Σχολής δεν το επέτρεπε, αλλά δεν διαβιβάστηκε σωστά στην Βουγιουκλάκη, η οποία παραπλανήθηκε και χωρίς να αντιμετωπίσει το ζήτημα υπεύθυνα, συμμετείχε στις παραστάσεις.

Η Βουγιουκλάκη αιτήθηκε συγχώρεσης από το Συμβούλιο των καθηγητών, επικαλούμενη πως και στο παρελθόν είχε αρνηθεί πρόταση συμμετοχής της σε παράσταση του θιάσου της Κοτοπούλη. Τελικά ο Καρθαίος πρότεινε την επιεική κρίση της σε κάτι που συμφώνησε και ο Ροντήρης. Σύντομα καθιερώθηκε στο χώρο και λόγω της εξαιρετικής δημοτικότητας που απέκτησε στο ευρύ κοινό ονομάστηκε (από τον Φιλοποίμενα Φίνο αρχικά) «Εθνική Σταρ» της Ελλάδας.

Το 1960, κέρδισε το βραβείο ερμηνείας Α’ Γυναικείου ρόλου στο 1ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία της στην ταινία Μανταλένα, σε σκηνοθεσία Ντίνου Δημόπουλου, ενώ η ίδια ταινία εκπροσώπησε την Ελλάδα στο διεθνές κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών, όπου άφησε πάρα πολύ καλές εντυπώσεις.

Το 1961 η Αλίκη Βουγιουκλάκη συγκρότησε τον δικό της θίασο, ανεβάζοντας τα έργα Καίσαρ και Κλεοπάτρα, Χτυποκάρδια στο θρανίο, Ο Πρίγκιψ και η χορεύτρια κ.ά. Αργότερα γνωρίστηκε με τον Φιλοποίμενα Φίνο και άρχισε μια μόνιμη συνεργασία με την εταιρία του, τη Φίνος Φιλμ. Μαζί έκαναν μερικές από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές επιτυχίες του ελληνικού κινηματογράφου, ανάμεσά τους οι ταινίες: Αστέρω, Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο, Μανταλένα, Το κλωτσοσκούφι, Η Αλίκη στο ναυτικό, Η Λίζα και η άλλη, Η ψεύτρα, Το δόλωμα, Η αρχόντισσα κι ο αλήτης, Υπολοχαγός Νατάσσα, Η κόρη του ήλιου, Η Μαρία της Σιωπής κ.α.. Οι, μεταξύ άλλων, κινηματογραφικοί της ρόλοι, άλλοτε της χαριτωμένης σκανδαλιάρας μαθήτριας, άλλοτε του πλουσιοκόριτσου που επαναστατεί εναντίον του πλούσιου πατέρα της, άλλοτε της φτωχής και ασήμαντης κοπέλας που καταφέρνει να ανέβει κοινωνικά, να επιτύχει και να δοξαστεί, είχαν και συνεχίζουν να έχουν, μεγάλη απήχηση στο κοινό εξασφαλίζοντας στην ηθοποιό σπάνια δημοτικότητα ενώ η ταινία Υπολοχαγός Νατάσα ήταν η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου για τρεις δεκαετίες. Επίσης οι δύο επόμενες μεγαλύτερες εισπρακτικές κινηματογραφικές επιτυχίες ανήκουν στην Αλίκη Βουγιουκλάκη.

https://www.youtube.com/watch?v=F4AQINweIZY

Η σημαντική εμπορική κάμψη που σημείωσε από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 ο ελληνικός κινηματογράφος ώθησε την Αλίκη να ασχοληθεί σχεδόν αποκλειστικά με το θέατρο, ανεβάζοντας συνολικά πάνω από 53 θεατρικές παραστάσεις. Το 1975 αλλάζει τον μέχρι τότε τρόπο ανεβάσματος των μιούζικαλ, φέρνοντας στην Ελλάδα τα μιούζικαλ-υπερπαραγωγή, με το έργο του Νιλ Σάιμον Καμπίρια. Ανέβασε επίσης με μεγάλη επιτυχία και άλλα έργα του είδους, όπως το Καμπαρέ, Ωραία μου κυρία, Τζούλια, Άννυ Εβίτα, Βίκτωρ-Βικτώρια με τελευταίο το μιούζικαλ Η μελωδία της ευτυχίας.

Σήμερα θεωρείται μια από τις πιο δημοφιλείς ηθοποιούς του θεάτρου και του κινηματογράφου με ταινίες οι οποίες αγαπήθηκαν από τέσσερις διαφορετικές γενιές και συνεχίζουν να αποκτούν νέο κοινό, ακόμα και μετά τον θάνατό της. Με την πάροδο των χρόνων η Αλίκη Βουγιουκλάκη ξέφυγε από την σφαίρα του απλού ηθοποιού/καλλιτέχνη και έγινε το σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής.

Η Αλίκη Βουγιουκλάκη έχει χαρακτηριστεί από πολλούς κριτικούς, δημοσιογράφους αλλά και από διεθνείς καταξιωμένους Έλληνες σκηνοθέτες όπως ο Κώστας Γαβράς  σαν ένα πανευρωπαϊκό αν όχι παγκόσμιο φαινόμενο διότι καμιά άλλη ηθοποιός δεν ήταν τόσο αγαπητή και δημοφιλής στο κοινό μιας χώρας, για τόσο μεγάλη χρονική περίοδο, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Το 1960 βραβεύτηκε με το βραβείο Α’ Γυναικείου Ρόλου στο Φεστιβάλ Ταινιών Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία της στη ταινία «Μανταλένα». Αποκαλείται επίσης «το Φαινόμενο Αλίκη».

Η επιλογή της Αλίκης να υπηρετήσει ως το τέλος της καριέρας της την εικόνα που την καθιέρωσε στο μεγάλο κοινό και να μην δοκιμαστεί έντονα σε ρόλους του μεγάλου ρεπερτορίου, ήταν οι λόγοι που αμφισβητήθηκε από το πιο επιλεκτικό και απαιτητικό κοινό με ακραίες κάποιες φορές αντιδράσεις.

Διάφοροι κριτικοί είχαν επιφυλάξεις κυρίως με τα στερεότυπα τα οποία εισήγαγε και όχι με το ταλέντο ή με τον επαγγελματισμό της.

Στην εκπομπή/ντοκιμαντέρ του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΙ, «Μεγάλοι Έλληνες» (που βασίστηκε στην αντίστοιχη παραγωγή του αγγλικού τηλεοπτικού σταθμού BBC) και που προβλήθηκε το 2009, η Αλίκη Βουγιουκλάκη συμπεριλήφθηκε στη λίστα των “Μεγάλων Ελλήνων” μετά από ψηφοφορία, καταλαμβάνοντας την 88η θέση.

Στις 18 Ιανουαρίου 1965 παντρεύτηκε με το Δημήτρη Παπαμιχαήλ, συμφοιτητή της στην Δραματική Σχολή, ο οποίος όπως η ίδια εξομολογείται αργότερα, ήταν ένα μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή της. Κουμπάροι ήταν ο Βίκτωρ Μιχαηλίδης, ο Θεοφάνης Δαμασκηνός και ο Δημήτρης Μακρίδης. Το γλέντι που ακολούθησε άφησε εποχή.

Στις 4 Ιουνίου 1969 γεννήθηκε ο γιος τους, Γιάννης. Μαζί πρωταγωνίστησαν σε πολλά κινηματογραφικά και θεατρικά έργα, από τα πιο εμπορικά και πετυχημένα στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Στις 5 Ιουλίου 1975, οι δύο ηθοποιοί πήραν διαζύγιο, λόγω ασυμφωνίας χαρακτήρων.

Η Αλίκη, έπειτα από πέντε χρόνια σχέσης, έκανε έναν δεύτερο γάμο με τον Κύπριο επιχειρηματία Γιώργο Ηλιάδη στις 25 Ιανουαρίου 1982, ο οποίος δεν κράτησε πολύ και έμεινε μυστικός ακόμα και μετά τη λήξη του.

Ο γάμος έγινε στο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών και το αποκάλυψε το 1993 η ίδια σε συνέντευξή της στον Νίκο Χατζηνικολάου στην τηλεοπτική εκπομπή Ενώπιος Ενωπίω.

Στην παράσταση Εβίτα την περίοδο 1981-1982 γνωρίζει τον Βλάσση Μπονάτσο με τον οποίο ήταν μαζί από τον Απρίλιο του 1982 μέχρι το Δεκέμβριο του 1987 σύμφωνα με τα περιοδικά της εποχής. Τελευταίος σύντροφος της ζωής της για οκτώ χρόνια (1988-1996) ήταν ο ηθοποιός Κώστας Σπυρόπουλος.

Σημαντικό κεφάλαιο της καριέρας ήταν επίσης τα τραγούδια που ερμήνευσε ως ηθοποιός, τόσο στις κινηματογραφικές της ταινίες όσο και στις θεατρικές της παραστάσεις. Σημαντικοί Έλληνες συνθέτες και στιχουργοί όπως οι Σταύρος Ξαρχάκος, Μίμης Πλέσσας, Μάνος Λοΐζος, Γιάννης Μαρκόπουλος, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Νίκος Γκάτσος, Θάνος Μικρούτσικος, Γιώργος Ζαμπέτας, Μίκης Θεοδωράκης κ.α. με κορωνίδα τον Μάνο Χατζιδάκι, έντυσαν μουσικά/στιχουργικά τα κινηματογραφικά και θεατρικά της έργα.

Στην τελευταία κατοικία της τη συνόδευσε πλήθος κόσμου.

Πέρασαν 23 χρόνια και κανείς δεν έπαψε να μιλάει για εκείνη και να προβάλλονται οι ταινίες της σαν να ήταν χθες.

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ