Νίκος Μωραΐτης: Γιατί εκλογές τον Μάιο

Το «δεν έκανε όλα όσα υποσχέθηκε» μπορεί να είναι ένας επαρκής λόγος καταψήφισης της κυβέρνησης στις ευρωεκλογές, όταν όμως οι βουλευτικές εκλογές γίνονται την ίδια μέρα, άλλο ερώτημα υπερισχύει: «Θα αφήσουμε αυτούς που καταλήστευσαν και χρεοκόπησαν τη χώρα να επιστρέψουν;». Εκεί η απάντηση είναι εύκολα «όχι».

του Νίκου Μωραΐτη

Ένα το κρατούμενο: Είναι δεδομένο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα χάσει τις αυτοδιοικητικές εκλογές. Το είχε πάθει και το 2014. Την ώρα που κέρδιζε τις ευρωεκλογές με 4%, έχανε δήμους και νομούς. Είναι πολύ απλό: Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ερείσματα στους δήμους, για να το πούμε πιο απλά, πασόκοι και νεοδημοκράτες έχουν τακτοποιήσει και διορίσει τους δημότες τα τελευταία 40 χρόνια. Αυτούς ξέρουν οι ψηφοφόροι, αυτούς εμπιστεύονται.

Δεύτερο το κρατούμενο: Οι ευρωεκλογές από μόνες του δεν έχουν ισχυρό διακύβευμα. Λειτουργούν παραδοσιακά ως «χαλαρή ψήφος» και κυρίως ως ψήφος διαμαρτυρίας απέναντι στην εκάστοτε κυβέρνηση. Κι εδώ τα πράγματα είναι απλά: Αφού ο Τσίπρας θα κυβερνάει και αύριο (δεν υπάρχει κίνδυνος να βγει ο Μητσοτάκης), γιατί να μην του τραβήξουμε τ’ αφτί; Γιατί να μην τον τιμωρήσουμε για όσα δεν έκανε; Με αυτό το σκεπτικό θα ψηφίσουν οι πολίτες στις ευρωεκλογές και έτσι η Νέα Δημοκρατία θα τις κερδίσει άνετα.

Αν όμως – με την τιμωρητική αυτή ψήφο – η Νέα Δημοκρατία βρεθεί να προηγείται κατά 4-5 μονάδες, αυτό σημαίνει παγίωση μίας εικόνας. Και, αυτόματα, ο γραφικός Κυριάκος που γελάει μαζί του ο κόσμος θα αρχίσει να φαντάζει ως «πρωθυπουργός εν αναμονή». Υπάρχει και η αντίστοιχη προϊστορία: όποια κυβέρνηση χάνει ευρωεκλογές, συντρίβεται στις εθνικές εκλογές που ακολουθούν. Με 4% έχασε ο Σαμαράς τις ευρωεκλογές του 2014, με 8,5% έχασε τις βουλευτικές εκλογές που ακολούθησαν. Με 4,5% έχασε ο Καραμανλής τις ευρωεκλογές το 2009, με 10,5% τις βουλευτικές που ήρθαν λίγους μήνες μετά.

Αν αφήσει ο Τσίπρας να διαμορφωθεί κλίμα νίκης της ΝΔ τον Μάιο, δεν μπορεί να το αναστρέψει τον Οκτώβριο. Αντίθετα, η επιλογή του να κάνει τις εθνικές εκλογές μαζί με ευρωεκλογές – αυτοδιοικητικές, αλλάζει όλο το παιχνίδι: ο φακός φεύγει από τις δύο ήσσονες αναμετρήσεις και επικεντρώνεται στις βουλευτικές εκλογές. Εκει υπάρχει το ισχυρό διακύβευμα που λείπει από ευρωεκλογές και δημοτικές: Ποιος θα κυβερνάει αύριο; Ο Τσίπρας ή ο Μητσοτάκης; Ο άνθρωπος που έβγαλε τη χώρα από τα Μνημόνια ή ο γόνος της πιο διεφθαρμένης οικογένειας που πέρασε ποτέ από τη χώρα;

Θα κυβερνήσει αυτός που αύξησε τον κατώτατο μισθό ή εκείνος που δεν ήθελε την αύξησή του; Αυτός που κράτησε με νύχια και με δόντια τις συντάξεις ή εκείνος που τις μείωσε 12 φορές; Αυτός που πέρασε μία σειρά νομοσχεδίων για τις μειονότητες και τη διαφορετικότητα ή εκείνος που τις καταψήφισε; Αυτός που έδωσε υγειονομική περίθαλψη σε όλους ή εκείνος που ζητούσε πεντάευρα; Αυτός που θέλει 10.000 προσλήψεις σε παιδεία – υγεία ή ο υπουργός των απολύσεων; Αυτός που βγάζει από το συρτάρι σκάνδαλα εκατομμυρίων ή εκείνος που καλύπτει κάθε εμπλεκόμενο σε σκανδαλώδεις υποθέσεις; Αυτός που δεν τον κρατάει κανένας ή η μαριονέτα του Αλαφούζου;

Αν ο πρωθυπουργός επιλέξει την τριπλή κάλπη, αλλάζει άρδην το σκηνικό των εκλογών του Μαΐου. Και, φυσικά -πλην των αυτοδιοικητικών εκλογών που έχουν αυτόνομα τοπικά και πελατειακά χαρακτηριστικά-, όποια ψήφος πέφτει στην κάλπη των εθνικών εκλογών, η ίδια πάνω – κάτω πέφτει και στη διπλανή κάλπη των ευρωεκλογών. Με έναν σμπάρο, ο Τσίπρας κερδίζει δύο εκλογικές αναμετρήσεις. Γιατί το «δεν έκανε όλα όσα υποσχέθηκε» μπορεί να είναι ένας επαρκής λόγος καταψήφισης της κυβέρνησης στις ευρωεκλογές, όταν όμως οι βουλευτικές εκλογές γίνονται την ίδια μέρα, άλλο ερώτημα υπερισχύει: «Θα αφήσουμε αυτούς που καταλήστευσαν και χρεοκόπησαν τη χώρα να επιστρέψουν;». Εκεί η απάντηση είναι εύκολα «όχι».

Διαβάζονται ΤΩΡΑ


Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook