Νίκος Μωραΐτης: Τζένη και Αλίκη – αλλά κυρίως Τζένη




του Νίκου Μωραΐτη

Ξημέρωσε η μέρα που έφυγε η Τζένη Καρέζη. 27 Ιουλίου 1992. Έκλαιγα σαν να έχανα δικό μου άνθρωπο. Πήγα στο προσκύνημα στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης. Την είδα κάτω από το τζάμι, ντυμένη στα λευκά, με το φόρεμα από το «Διαμάντια και μπλουζ». Έλαμπε σαν ζωντανή.

Καρέζη – Βουγιουκλάκη. Πάντα σε αυτό το δίπολο έβλεπα τις δύο διαφορετικές Ελλάδες που γεννήθηκαν μεταπολεμικά και κρατούν μέχρι σήμερα. Από τη μία, η ξανθιά, ανάλαφρη Ελλάδα. «Η Αλίκη είναι η Ελλάδα της αντιπαροχής», έγραφε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στο βιβλίο του Προσωπολατρίες, μιας επαρχίας που έγινε πρωτεύουσα, που γκρέμισε τα πάντα για ένα δυάρι με θέα στον φωταγωγό. Η Καρέζη ήταν το αντίπαλο δέος, η μελαχροινή, πιο εστέτ, πιο διανοούμενη, με λιγότερες ταινίες και περισσότερο θέατρο.

Ακόμη και στο δίπολο Αριστερά – Δεξιά η καθεμία έχει τη θέση της. Η Αλίκη με τον τέως και τον Καραμανλή, η Καρέζη με το Μεγάλο μας Τσίρκο να κάνει κάθε βράδυ αντίσταση στη Χούντα, να την τρέχουν στην Ασφάλεια, να την κλείνουν φυλακή. Και, ύστερα, η Τζένη των μεγάλων ρώσων σκηνοθετών, του Εφρέμοφ και του Στούρουα, που ήρθαν στην Ελλάδα τη δεκαετία του ‘80 αποκλειστικά για να τη σκηνοθετήσουν.

Η Αλίκη, δέσμια της εικόνας της, σταματούσε ακόμα και τη ροή της παράστασης για να μιλήσει στο γερασμένο θεατρικό κοινό της της δεκαετίας του ‘80. Και οι κυρίες του Κολωνακίου χειροκροτούσαν ευτυχισμένες.

Η Τζένη, η γυναίκα που έσπασε σε κομμάτια την εικόνα της σταρ, έκανε τη μεγάλη θεατρική στροφή και μας έδωσε δέκα χρόνια σπουδαίων ρόλων. Από τη συγκλονιστική Μάρθα στο «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Έντουαρντ Άλμπι το 1982 μέχρι την Άννα στο «Διαμάντια και μπλουζ» της Λούλας Αναγνωστάκη το 1991, το κύκνειο άσμα της, με μία Καρέζη που ήξερε ότι φεύγει, γι’ αυτό ήταν πιο μεγάλη από τον ρόλο, πιο σπαρακτική από ποτέ. Ό,τι πιο λαμπερό έχω δει στη ζωή μου, ήταν τα μάτια της Καρέζη στη σκηνή. Να κρατούν το δάκρυ στην άκρη τους.

Είχα δει και την Αλίκη, σε ένα θεατρικό που καβαλούσε μηχανή επί σκηνής, με δερμάτινο τζάκετ και οδηγό τον Κώστα Σπυρόπουλο, σε έναν εναγώνιο αγώνα απόδειξης της αιώνιας νεότητας – σκέτη απελπισία.

Μεγαλώνοντας, λυπάμαι συχνά για την Καρέζη. Λυπάμαι που η τύχη δεν της έδωσε άλλα δέκα χρόνια ζωής, να κάνει το θέατρο που λάτρευε. Να ανάβει το τσιγάρο στη σκηνή. Να δαγκώνει το κάτω χείλι. Να μιλάει με εκείνο τον θεατρικό της στόμφο που έχω ακόμα μέσα στ’ αφτιά μου. Μου λείπει. Θέλω να τη δω στο θέατρο, μία στιγμή μόνο, αχ να γινόταν…

Μεγαλώνονας, έμαθα να μην αντιπαθώ την Αλίκη ως «Καρεζικός». Βλέπω με την κόρη μου «Το ξύλο βγήκε απ’ τον παράδεισο» και είναι έξοχη, παίζει τόσο καλά, πριν την καταπιεί η «εθνική σταρ» και τα «μ’ αγαπάς βρε μούργο;». Την πονάω εντέλει, γιατί δεν μπόρεσε ποτέ να ξεφύγει από την εικόνα της, γιατί δεν βρήκε έναν άντρα να αφεθεί στο πλευρό του, γιατί πάλεψε μόνη με νύχια και με δόντια, γιατί δεν αφέθηκε να μεγαλώσει, δε χάρηκε καμία της ρυτίδα, δεν έκανε κανένα ερμηνευτικό άλμα – κάθε φορά που πήγαινε να παίξει καλά, άδειαζε το θέατρο κι εκείνη αναγκαζόταν να παίζει πάλι όχι τον ρόλο αλλά την Αλίκη.

Ξημέρωσε η μέρα που έφυγε η Τζένη Καρέζη. 27 Ιουλίου 1992. Έκλαιγα σαν να έχανα δικό μου άνθρωπο. Πήγα στο προσκύνημα στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης. Την είδα κάτω από το τζάμι, ντυμένη στα λευκά, με το φόρεμα από το «Διαμάντια και μπλουζ». Έλαμπε σαν ζωντανή. Ήταν ένα σοκ. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα νεκρό στη ζωή μου. Ήμουν μόλις 19 ετών και έμελλε να δω πολλά μετά.





Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook