Νίκος Μωραΐτης: Όταν έκλαψα τον Μίκη

Για εμάς, για όσους κατάγονται από προοδευτικές οικογένειες, ο Μίκης Θεοδωράκης τελείωσε χθες. Και τον κλάψαμε σαν δικό μας άνθρωπο. Γιατί τέτοιος ήταν. Ήταν η μουσική υπόκρουση των βρεφικών ή παιδικών ή νεανικών μας χρόνων. Ήταν το σάουντρακ της Ιστορίας.

του Νίκου Μωραΐτη

Καταρχάς, ας το πω για μία ακόμη φορά, μπας και το καταλάβει και το τελευταίο αγράμματο φασιστοειδές: Ποιος Έλληνας θέλει ένα κράτος με το όνομα Μακεδονία στα βόρεια σύνορά του; Κανείς. Ποιος κατάφερε να έχουμε -εδώ και 26 χρόνια- ένα κράτος με το όνομα Μακεδονία στα βόρεια σύνορά μας; Οι πατριδοκάπηλοι, οι στρατόκαυλοι, οι Σαμαράδες που διαδήλωσαν χθες, μαζί βεβαίως με πλήθος ανυποψίαστων ή ρομαντικών που αγνοούν ότι αν δεν βρεθεί μία κάπως καλύτερη λύση τώρα, όλος ο κόσμος θα συνεχίσει να αποκαλεί τα Σκόπια Μακεδονία – σκέτο.

Ποιος προσφέρει υπηρεσία στην πατρίδα; Αυτός που γνωρίζει την αρνητική πραγματικότητα και προσπαθεί να την τροποποιήσει ή εκείνος που παριστάνει ότι η Μακεδονία τού ανήκει ενώ την έχασαν οι ακροδεξιοί Σαμαράδες που χειροκροτεί;

Όμως όλα αυτά για εμένα μπήκαν σε δεύτερο πλάνο, όταν άκουσα από τον Μίκη Θεοδωράκη τη φράση: «Η πιο επικίνδυνη μορφή φασισμού είναι η αριστερόστροφη». Ανατριχίλα.

Ο μεγάλος Έλληνας, μπροστά στους δολοφόνους του Φύσσα και του Τεμπονέρα -ή μάλλον μπροστά στους επενδεδυμένους με την ελληνική σημαία δολοφόνους του Φύσσα και του Τεμπονέρα-, να ταυτίζει το φασισμό με την Αριστερά!

Ποιος Ρίτσος; Ποιος Βάρναλης; Ποια κόκαλα προγόνων; Ποιο χώμα που «είναι δικό τους και δικό μας»; Ο Μίκης των αγώνων, της Μακρονήσου, της Δημοκρατίας να γίνεται το πλυντήριο της Χρυσής Αυγής, του κάθε Τζήμερου και του κάθε Κασιδιάρη – οι οποίοι βέβαια έσπευσαν να τον επαινέσουν δημοσίως με αναρτήσεις τους στο twitter για αυτά ακριβώς τα λόγια.

Μεγάλωσα σε μία οικογένεια με μόνιμη θέα τα τραγούδια του Μίκη. Με θείους στην εξορία λόγω Χούντας και στην ξενιτιά λόγω Εμφυλίου. Για εμάς, για όσους κατάγονται από προοδευτικές οικογένειες, ο Μίκης Θεοδωράκης τελείωσε χθες. Και τον κλάψαμε σαν δικό μας άνθρωπο. Γιατί τέτοιος ήταν. Ήταν η μουσική υπόκρουση των βρεφικών ή παιδικών ή νεανικών μας χρόνων. Ήταν το σάουντρακ της Ιστορίας.

Κλάψαμε από πίκρα, από οργή, από μία άφατη θλίψη για την ήττα, για την προδοσία, για τους αγώνες, για την κληρονομιά, για τη σκόνη του χρόνου, για την αφέλειά μας – ο καθένας είχε κι από ένα λόγο να κλάψει, πάντως τον Μίκη τον κλάψαμε σαν δικό μας άνθρωπο.

Εύχομαι να ζήσει χίλια χρόνια, αλλά όταν πια φύγει από αυτόν τον μάταιο κόσμο, τα δικά μας δάκρυα είναι στερεμένα. Ας πάει ο Κασιδιάρης να τον κλάψει.