Μανώλης Καλουδάς: Η αληθινή ιστορία του τζίτζικα και του μέρμηγκα




Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας τζίτζικας και ένας μέρμηγκας σε ένα πανέμορφο λιβάδι, που το αγκάλιαζε ο ήλιος εννιά μήνες τον χρόνο.

Ίσως το πιο όμορφο μέρος του κόσμου.  

Ήταν καλοκαίρι και ο μέρμηγκας δούλευε σκληρά από το πρωί μέχρι το βράδυ, 12ωρο, με υποκατώτατο μισθό, χωρίς συλλογική σύμβαση εργασίας και χωρίς να πληρώνεται τις υπερωρίες. Για άδεια ούτε λόγος. Τα δε μικρά μυρμηγκάκια, στη φωλιά του, έκλαιγαν στη μαμά μυρμηγκίνα που δεν έβλεπαν συχνά τον μπαμπά τους. Η μαμά είχε συνηθίσει να λείπει ο μέρμηγκας από τη φωλιά. Τα μυρμηγκάκια όχι.

Ο τζίτζικας, από την άλλη, ιδιοκτήτης της εταιρείας που δούλευε ο μέρμηγκας, περνούσε «ζάχαρη». Ξυπνούσε ό,τι ώρα ήθελε, παράγγελνε delivery από γνωστό σουσάδικο και όταν δεν τραγουδούσε ανέβαζε φωτογραφίες στο instagram με στιγμιότυπα από την προσωπική του ζωή. Φωτογραφίες με άλλους γνωστούς τζίτζικες, από την αποφοίτηση του γιου του στο Χάρβαρντ, από διακοπές στην Πάρο και στη Μύκονο με σαμπάνιες, το τζιπ του και φυσικά τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του. Όλοι οι τζίτζικες είχαν την ανάγκη να δείξουν ότι έχουν υποδειγματικές οικογένειες. Ήταν στο DNA τους.

Ήρθε το φθινόπωρο. Τα χρήματα που είχε μαζέψει ο μέρμηγκας δεν ήταν αρκετά για να καλύψουν τις οικονομικές υποχρεώσεις του χειμώνα και έτσι για πρώτη φορά στην ιστορία των παραμυθιών ζήτησε από τον τζίτζικα να δουλεύει καθημερινά 12ώρο και τον χειμώνα. Δεν υπήρχε νομικό κόλλημα, αφού κάποιοι άλλοι τζίτζικες είχαν προβλέψει γι’ αυτό το σενάριο.

«Ωραία», του απάντησε ο τζίτζικας της ιστορίας μας και συνέχισε: «Θα μου υπογράψεις ένα χαρτί που να λέει ότι σε περίπτωση απόλυσης δεν θα έχεις καμία οικονομική απαίτηση». «Μα…», ψέλλισε χαμηλοφώνως ο μέρμηγκας, αλλά αμέσως «κατάπιε» τις ενστάσεις του και έβαλε φαρδιά – πλατιά την υπογραφή του. Σκέφτηκε την οικογένειά του και τα funds τζιτζικιών που περίμεναν να πάρουν το σπίτι του για να το δώσουν τζάμπα σε άλλους τζίτζικες, φίλους τους.

Όσο ο μέρμηγκας δούλευε, ο τζίτζικας έπαιρνε δάνεια με «αέρα», μεγάλωνε την εταιρεία του και προσελάμβανε νέα μυρμήγκια με τους ίδιους όρους. Είχε κι άλλα δάνεια, αλλά και χρέη στην εφορία, τα οποία δεν πλήρωσε ποτέ γιατί είχε μπάρμπα τζίτζικα στην Κορώνη.

Ο τζίτζικας της ιστορίας μας είχε πάρει και ΕΣΠΑ, όπως όλοι οι καλοί τζίτζικες. Με τα χρήματα μετέτρεψε τη φωλιά του σε σωστό παλάτι και τη δήλωσε ως «μουσείο λαϊκής τέχνης». Πισίνες, τζακούζι, playroom και με ό,τι περίσσεψε αγόρασε κι ένα σκάφος.

Ο μέρμηγκας συνέχισε να δουλεύει σκληρά, να πληρώνει τους φόρους, τις δόσεις του δανείου του στην «Τζίτζικας Bank» και τα φροντιστήρια των παιδιών του. Κάποια στιγμή ο μέρμηγκας αρρώστησε και πήγε στο νοσοκομείο, το οποίο δεν μπορούσε να πληρώσει γιατί δεν ήταν πια δημόσιο και το είχε αγοράσει ένας πλούσιος τραπεζίτης τζίτζικας.

Έτσι, άφησε τo δάνειo του σπιτιού του απλήρωτo για να ξεχρεώσει το νοσοκομείο και η τράπεζα του πήρε το σπίτι. Ο μέρμηγκας τελικά πέθανε και η οικογένειά του μετακόμισε στη φωλιά των παππούδων.

Ο τζίτζικας συνέχισε κανονικά τη ζωή του. Συνέχιζε να πηγαίνει στην εκκλησία, ν’ ανεβάζει φωτογραφίες στο instagram, να παίρνει «θαλασσοδάνεια» και γενικώς περνούσε ζωή και κότα.

Για τον τζίτζικα ήταν πάντα καλοκαίρι…





Κάνε like στη σελίδα μας στο Facebook