Δημήτρης Σταράκης: Μίκη μας, πρόσεχε

Το συλλαλητήριο της Αθήνας αποτελεί παρελθόν. Ο κεντρικός του πυρήνας όμως, όχι. Το ζήτημα με την ονομασία των Σκοπίων παραμένει ανοιχτό από πολλές πλευρές. Ταυτόχρονα είναι ένα από τα πολλά ανοιχτά ζητήματα της χώρας, η μοίρα της οποίας είναι αναπόδραστη στο να τα αντιμετωπίζει. Η νευραλγική μας θέση στη Mεσόγειο και στα Βαλκάνια αποτελεί πάντοτε μια σκακιέρα γεωπολιτικών στρατηγικών και παιχνιδιών.

Η ανακίνηση του θέματος για το όνομα του γειτονικού κρατιδίου ώθησε τους Έλληνες να διαδηλώσουν σε διάφορα μέρη του κόσμου. Ο κοινωνικός ψυχολόγος Michael Billig μίλησε κάποτε για τον «μπανάλ εθνικισμό» των δυτικών κρατών, όχι τον ακραίο εθνικισμό που εκφράζεται από πράξεις βίας προς τους φορείς μια άλλης εθνικής ταυτότητας, αλλά αυτών των κοινών, καθημερινών αναπαραστάσεων κάτω από την ταυτότητα που ονομάζεται έθνος. Υπό αυτήν την έννοια, το Σκοπιανό είναι πάντοτε ένα ζήτημα που θα κινητοποιεί τους Έλληνες, αφού το γειτονικό κράτος επιθυμεί να χτίσει τη δική του ταυτότητα με το να θεωρηθεί ως ο φορέας της «πραγματικής προέλευσης» της Μακεδονίας. Αυτή η κίνηση προκαλεί αντίδραση, η οποία εκφράζεται με τη μορφή των μαζικών συλλαλητηρίων, όπως αυτό της περασμένης Κυριακής. Διαβάσαμε σε αρκετές απόψεις ότι στο συλλαλητήριο θα πήγαιναν μόνο ακροδεξιοί. Θεωρώ λανθασμένο αυτό το μπόλιασμα, αφού οι φορείς του «μπανάλ εθνικισμού» δεν είναι επικίνδυνοι, ολοκληρωτικοί, διψασμένοι για αίμα άνθρωποι. Αντίθετα, κινητοποιούνται από ζητήματα τα οποία δεν οδηγούν αυτόματα σε ακραίες πεποιθήσεις. Η συγκίνηση για το συλλαλητήριο μπορεί να είναι αντίστοιχη με τη νίκη ενός Ολυμπιονίκη ή τη διάκριση μιας εθνικής ομάδας, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι «θα φάμε όποιον κερδίσαμε» ή «θα λιανίσουμε όποιον διαφωνεί μαζί μας», όπως επιθυμεί να κάνει ο φασισμός. Αυτό για την ακραία περιφορά της λέξης «φασίστας», η οποία κινδυνεύει να χάσει την ισχύ της, όταν γίνεται πλέον καραμέλα, με αποτέλεσμα να μην διακρίνουμε τους πραγματικούς φασίστες, οι οποίοι ωραιοποιούν εαυτό αφού επιθυμούν διακαώς την εξουσία.

Στο συλλαλητήριο όμως υπήρξαν και επικίνδυνα μπολιάσματα, ως παράπλευρα γεγονότα, τα οποία δε θα πρέπει να μείνουν απαρατήρητα. Εννοώ το χιουμοριστικό εναρκτήριο σχόλιο στο λόγο του Μίκη Θεοδωράκη: «Καλοί μου Έλληνες, αδέρφια μου φασίστες, ναζιστές, τρομοκράτες, αναρχικοί, τραμπούκοι». Μια τέτοια έναρξη θα μπορούσε να ήταν χιουμοριστική, αν δεν υπήρχαν όντως εκεί μπροστά στον Μίκη οι «ηττημένοι της γενιάς του ‘40», σύμφωνα με τον αρχηγό τους. Θυμίζω εδώ ότι βασική γραμμή των ανθρώπων αυτών είναι να γελοιοποιήσουν κάθε επιχείρημα που τους εμφανίζει ως νοσταλγούς χιτλερικών συμβόλων και ιδεολογίας. Έτσι, λοιπόν, κάτι δεν πάει καλά με ένα τέτοιο χιούμορ, γιατί μέσω ακριβώς της διαδικασίας του χιούμορ μπορούμε ακόμη και να στρογγυλέψουμε κάποιες επικίνδυνες άκρες. Όταν σε χειροκροτούν απόγονοι βασανιστών στη Μακρόνησο και άνθρωποι που χτυπούν με μίσος άλλους ανθρώπους σε τηλεοπτικό στούντιο, τότε θα πρέπει να υπάρξει ένας προβληματισμός για την αγκάλη που απευθύνεις, ακριβώς επειδή, μέσω του χιούμορ, τους καλείς ως τέτοιους. Ακόμα περισσότερο, όταν συγκεκριμένοι άνθρωποι σου τονίζουν ότι υπήρξε «λαμπρό στοιχείο» της ζωής σου η παρουσία στου στη νεολαία του δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά και «παραγράφουν» τα ενδιάμεσα σου. Ποια είναι αυτά τα «ενδιάμεσα»: Οι αγώνες σου κατά της δικτατορίας, η εξορία στη Μακρόνησο και το πάθος σου για λευτεριά και ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μίκη μας, πρόσεχε τους εφήμερους χειροκροτητές, οι οποίοι εμφανίζονται σήμερα με το θράσος να σου δώσουν…συγχωροχάρτι.

Τέλος, ένα γενικότερο σχόλιο, το οποίο για μένα εμπεριέχει όλη την ουσία: Άκουσα δύο διαδηλωτές να τονίζουν εμφατικά ότι, δεν έχουν πρόβλημα να δέχονται πλήγματα στην οικονομία, αρκεί να μην πλήττονται η πατρίδα, η θρησκεία και η οικογένεια. Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι ακριβώς το αντίθετο: Όσο η αδύναμη οικονομία, με την έννοια της καθημερινής μας ικανότητα που δε μας επιτρέπει να έχουμε ένα εισόδημα το οποίο μας επιτρέπει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, τόσο θα στρεφόμαστε σε έννοιες όπως αυτές και θα θεωρούμε ότι θα πρέπει να δίνουμε «τα πάντα» για την ακεραιότητα τους, αφήνοντας ανοιχτό το δρόμο για τον ερχομό επικίνδυνων πατριδοκάπηλων. Έτσι επιδρά η οικονομική ανέχεια και τα πολιτικά αδιέξοδα στα σύμβολα. Αυτό το φαινόμενο είναι το πραγματικό πρόβλημα, σε μία χώρα που έχει χτυπηθεί από την μνημονιακή λιτότητα και οι πολίτες της αναζητούν πολιτικές διεξόδους εν μέσω ισχυρών συμβόλων.