Δημήτρης Σταράκης: Η ενοχή στον Γιώργο Λάνθιμο

Η νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, «Ο θάνατος του ιερού ελαφιού» έχει προκαλέσει και πάλι ποικίλες συζητήσεις για τα ζητήματα που θίγει. Έτσι, μου έδωσε το ερέθισμα να καταπιαστώ με μία κεντρική έννοια της ταινίας, η οποία είναι η ενοχή. Ο ταλαντούχος Έλληνας σκηνοθέτης μας δίνει τη δυνατότητα να θυμηθούμε και πάλι τις λειτουργίες της στον άνθρωπο και με ώθησε στο να μαζέψω τις σκέψεις μου γύρω από τη διάσταση αυτή.

Φρονώ ότι οι στιγμές της ταινίας αποτελούν μία ευκαιρία για να απομυθοποιήσουμε αυτήν την τόσο παρεξηγημένη κατάσταση, η οποία αποτελεί αναπόδραστο, συστατικό στοιχείο συγκρότησης της προσωπικότητας μας από την απαρχή του ερχομού μας στη ζωή. Αυτό επιτυγχάνεται επειδή η πλοκή του έργου ξεδιπλώνει τον ρόλο της ενοχής, αρχικά ως απαραίτητη διεργασία για την επίτευξη κοινωνικών δεσμών και στο τέλος ως διαβρωτικό στοιχείο παράλυσης κάθε δυνατότητας ανάληψης ευθύνης. Για να το κάνω αυτό, δανείζομαι ορισμένα βασικά ψυχαναλυτικά και εξελικτικά εργαλεία και επιχειρώ να απλοποιήσω όσο μπορώ τις σκέψεις μου.

Ο Στίβεν, σπουδαίος καρδιοχειρουργός, κατανάλωσε αλκοόλ πριν από το χειρουργείο και προκάλεσε έτσι τον θάνατο του ασθενούς του. Αυτό το γεγονός προκάλεσε μεγάλη ενοχή στον δράστη, η οποία τον κινητοποιεί για να φροντίσει τον ορφανό πλέον από πατέρα γιο. Οι πράξεις του είναι γεμάτες από φροντίδα και πατρική στοργή, προκειμένου να ξορκίσει έτσι με πράξεις και όχι με σκέψεις το κατακλυσμιαίο άγχος που του ενεργοποιεί η ανάμνηση του οδυνηρού αυτού συμβάντος. Το Υπερεγώ, αυτή η ψυχική κατασκευή που εσωτερικεύει στον άνθρωπο τους κοινωνικούς κανόνες και τις υπαγορεύσεις, φροντίζει εδώ έτσι ώστε ο Στίβεν να επιδιώκει να εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή για το παιδί που άφησε χωρίς τον ένα του γονιό. Αυτή η διάσταση και η ένταση της ενοχής αποτελεί ένας σημαντικό παράγοντα για την συγκρότηση και τη συμβίωση του ανθρώπου. Δεν είναι λίγες οι φορές όπου οι ενοχές μας για μια πράξη ρυθμίζουν τις μετέπειτα συμπεριφορές μας, χωρίς να γίνονται αφόρητες για εμάς. Μπαίνουμε εδώ στον πειρασμό να θυμηθούμε τον Φρόυντ και ένα από τα συμπεράσματα του στο “Τοτέμ και Ταμπού”: ο μύθος για τον συμβολικό, αρχέγονο φόνο του πατέρα από τα παιδιά του δεν τα γέμισε τελικά μόνο με αισθήματα ικανοποίησης, αλλά και ενοχής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, συμπληρώνει, την ανάληψη ευθύνης για τη δημιουργία δεσμών και ανάληψης ευθυνών, πάνω και με βάση το αμφίσημο αποτέλεσμα και την ενοχή που προήλθε από αυτήν την πράξη. Βλέπουμε λοιπόν ότι η ενοχή δε σαμποτάρει πάντοτε τα πλάνα και τις συμπεριφορές μας, όπως ενδεχομένως νομίζουμε ότι ισχύει παντού και πάντοτε, αλλά βοηθά μερικές φορές να ενισχύσουμε την ενσυναίσθηση μας και να συνυπάρξουμε καλύτερα.

 

Ο Μάρτιν, ο γιος του πατέρα που πέθανε στο χειρουργείο, γνωρίζει το ένοχο μυστικό. Το τραύμα της απώλειας του πατέρα του και η μη απόδοση δικαιοσύνης θρέφει τη διάθεση του για εκδίκηση. Μία εκδίκηση αρχαϊκής προέλευσης, όταν ο άνθρωπος δεν είχε ελαχιστοποιήσει τις απειλές από το εξωτερικό περιβάλλον και χρησιμοποιούσε τη βία ως ενστικτικό εργαλείο επιβίωσης και αυτοσυντήρησης.

Για να εκδικηθεί όμως, ο έφηβος Μάρτιν ενεργοποιεί διαρκώς τον μηχανισμό άμυνας που αποκαλούμε “μόνωση”: Αφηγείται το συμβάν σαν μία άχρωμη ιστορία, απωθώντας το αφόρητο συναίσθημα που προκαλεί η απώλεια της πατρικής φιγούρας από την ανεύθυνη συμπεριφορά του Στίβεν.  Αυτό του επιτρέπει να επιβιώνει, απωθώντας αποτελεσματικά την συναισθηματική ένταση, ενώ την ίδια στιγμή τον φτάνει σε07 σημείο κυνισμού και απώλειας κάθε προοπτικής να μπορέσει να μπει στη θέση του άλλου.

Η εφηβική περίοδος, μία εποχή θαλάσσιας αναταραχής με στόχο την ανεύρεση νέων λιμανιών ταράσσεται από το τραυματικό αυτό γεγονός και ο Μάρτιν βιώνει την εφηβική παντοδυναμία εκλογικεύοντας και εξιδανικεύοντας το σχέδιο του: Επιθυμεί αυτός να βρει λύση για την αναζήτηση συντρόφου για τη μητέρα του και ζητά την πρωτογενή ικανοποίηση της πρωτόγονης, ανεπεξέργαστης επιθυμίας του: Θέλει να προκαλέσει την οδύνη της απώλειας στον ίδιο τον δράστη, μια οδύνη απώλειας και πόνου ίδια με αυτή που ένιωσε και αυτός. Η μη απόδοσης δικαιοσύνης για το έγκλημα μας θυμίζει έντονα το συμπέρασμα που έβγαλε ο Φρόυντ σε ένα από τα σπουδαιότερα δοκίμια του, “Ο πολιτισμός πηγή δυσφορίας”: Σε κοινωνίες όπου η αίσθηση της αδικίας κυριαρχεί, τα μέλη της παύουν να συναινούν στους κανόνες της και τότε η πίστη τους στην κοινωνική οργάνωση ταράσσεται επικίνδυνα. Ο Μάρτιν μοιάζει να βγαίνει μέσα από το φροϋδικό δοκίμιο και να αναζητά την ικανοποίηση αυτού που αποκαλούμε ως “ενόρμηση θανάτου”: Τον αφανισμό του άλλου που προκάλεσε ματαιώσεις και απώλειες, ακόμα και αν μέσω της διαδικασίας αυτής μπορεί να προκαλέσει τον δικό του αφανισμό. Είναι χαρακτηριστικός και πάλι εδώ ο ρόλος της ενοχής. Ο Μάρτιν έχει απολέσει κάθε διάσταση της δικής του ενοχής, με αποτέλεσμα να απελευθερώνει την επιθετικότητα του, η οποία  έχει φορέσει τον μανδύα του σκληρού κυνισμού, χωρίς όμως να στερείται της καταστροφικής δυναμικής της.

Σε μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες σκηνές του έργου, βλέπουμε τον γιατρό να κρατά όμηρο τον Μάρτιν, να τον βασανίζει προκειμένου να αποτρέψει τη θυσία ενός μέλους της οικογένειας, αλλά ο τελευταίος να μην εκφράζει τον πόνο που βιώνει. Εκτός από μία φορά: Κατά το δάγκωμα του δικού του χεριού, ο Μάρτιν πονά και εκφράζει ελεύθερα εκεί το βίωμα του, αμέσως μετά το δάγκωμα του χεριού του γιατρού. Αυτή η διαστροφική πράξη σαδομαζοχιστής προέλευσης μας θυμίζει ξανά μία από τις βασικές ερμηνείες των διαστροφών: Ορισμένες φορές, η πρόκληση πόνου θυμίζει και πάλι στο υποκείμενο την ενσώματη του διάσταση και χρησιμεύει ως στρατηγική υπενθύμιση της ύπαρξης του, μέσω της ακραίας ενεργοποίησης των αισθήσεων του. Φτάνουμε έτσι στο σημείο να θυμηθούμε και πάλι την ιδιαίτερη νοηματοδότηση που έχει για το υποκείμενο η διαστροφική πράξη, η οποία δεν αποτελεί μία πράξη δίχως λογική, αλλά αντίθετα, μία πράξη με συγκεκριμένη φόρτιση και χρησιμότητα. Έτσι λοιπόν, το βίαιο δάγκωμα, ο αυτοτραυματισμός του Μάρτιν αποτελεί μία από τις σπάνιες στιγμές όπου θυμάται και πάλι την ανθρώπινη του υπόσταση, φεύγει από τον εξιδανεικευμένο και υπερδύναμο κόσμο και θυμάται ξανά την αναπόδραστη τρωτότητα του.

Υπό την απειλή της απώλειας ενός αγαπημένου του προσώπου, ο Στίβεν έρχεται αντιμέτωπος με το απόλυτο χτύπημα στο ναρκισσιστικό του είδωλο: Αρχικά, αρνείται πεισματικά να δεχτεί στην γυναίκα του ότι είχε πιει πριν από τη μοιραία επέμβαση. Είναι εδώ ακριβώς όπου η ενοχή συνυπάρχει με τον φόβο και συγκεκριμένα το φόβο αποκάλυψης. Το κοινωνικό του κύρος που θρέφει το υπερτροφικό και άρα εύθραυστο Εγώ του δεν επιδέχεται την παραμικρή κριτική, τον παραμικρό λεκέ στο λευκό κολάρο της κοινωνικής του θέσης. Έτσι, η απειλή σε συνδυασμό με τις ενοχές που πασχίζει να απωθήσει δίχως επιτυχία πυροδοτούν μία ανεξάντλητη επιθετικότητα τόσο απέναντι στον Μάρτιν, όσο απέναντι και στα παιδιά του: Απειλεί με αφανισμό τον Μάρτιν και τη μητέρα του, αλλά απειλεί με αυστηρές τιμωρίες και τα ίδια του τα παιδιά.

Στη σκηνή όπου εκμυστηρεύεται στον γιο του ένα καλά κρυμμένο μυστικό από την παιδική του ηλικία, οι ενοχές και ο φόβος επιδρούν σε κάθε του κίνηση. Έτσι, ζητά από τον παράλυτο από την μεταφυσική κατάρα γιο του να μοιραστεί μαζί του ένα μυστικό. Το μοίρασμα της ενοχής, η αίσθηση ότι ο χειρουργός δεν είναι ο μόνος ένοχος σε αυτή την κατάσταση λειτουργεί ως ανακουφιστικός παράγοντας για το τραυματισμένο ναρκισσιστικό του είδωλο. Και είναι αυτός ο τραυματισμένος ναρκισσισμός που δεν ικανοποιείται όταν ο γιος του τονίζει ότι δεν έχει κανένα (ένοχο) μυστικό. Αποτέλεσμα: Η επιθετικότητα του πατέρα προς τον γιο απελευθερώνεται και η απειλή για τιμωρία του δεύτερου λειτουργεί και πάλι με σκοπό να επέλθει μία εύθραυστη ισορροπία στον φουρτουνιασμένο ψυχισμό του ένοχου πατέρα.

Στην τελευταία (και για μένα, καλύτερη) σκηνή του έργου, οι κατακλυσμιαίες ενοχές του πατέρα μοιάζουν να ορίζουν και την ύστατη του επιλογή: Υπό το βάρος των ενοχών για το ότι προκαλεί ο ίδιος τον αφανισμό ενός από τα μέλη της οικογένειας του, ο χειρουργός αρνείται να πάρει την ευθύνη αυτού του βασανιστικού διλήμματος και αφήνει την επιλογή στο τυχαίο. Κλείνει τα μάτια και μέσα από συνεχείς στροφές γύρω από τον εαυτό του πυροβολεί στην τύχη, προκειμένου να θυσιάσει ένας μέλος της οικογένειας τους για να σώσει τα υπόλοιπα. Αυτή ακριβώς η σκηνή μας θυμίζει τον ευεργετικό ρόλο που έχει για το υποκείμενο η άρνηση ανάληψης πλήρους ευθύνης για τις επιλογές μας στην καθημερινή ζωή: Μέσα από τις αμέτρητες αλληλεπιδράσεις μας, η δυνατότητα να αποδίδουμε την ευθύνη για τις δράσεις μας σε μία ανώτερη ή εξωτερική αρχή (έναν θεό, στην τύχη) μας επιτρέπει να διαχειριζόμαστε την πολλές φορές αφόρητη κατάσταση του να γίνουμε εμείς οι ίδιοι ο φορέας ευθύνης για τις πράξεις μας.

Αυτό ακριβώς μας δείχνει η νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, στην οποία για άλλη μια φορά γκρεμίζονται δίπολα και στη θέση τους χτίζονται φάσματα: Ο άνθρωπος ακροβατεί στη ζωή του μεταξύ της ανάληψης ευθύνης αλλά και της δυνατότητας να την αποφεύγει, προκειμένου να καταφέρει να επιβιώσει μέσα στην αναπόδραστη και αγχωτική πορεία προς την οριστική του φθορά. Ούτε η μία ούτε η άλλη κατάσταση, αλλά ακριβώς η εύθραυστη κίνηση μεταξύ τους συνθέτουν όλη την ανθρώπινη ζωή.

Έτσι λοιπόν, ο Γιώργος Λάνθιμος, μέσω της αναβίωσης αναπάντητων οριστικά και διαχρονικών ερωτημάτων, τα οποία ανέδειξαν τόσο μαεστρικά οι αρχαιοελληνικές τραγωδίες, μας δίνει την ευκαιρία να εξετάσουμε ξανά τον ρόλο της ενοχής στον άνθρωπο. Ένας ρόλος ο οποίος μπορεί να μας προβληματίσει γόνιμα και δημιουργικά, αποδομώντας το υπεραπλουστευτικό και έτσι ανούσιο δίπολο της απολύτως ευεργετικής ενοχής και της απολύτως διαβρωτικής ενοχής που μπορεί να έχει η λειτουργία της για μας.

ΥΓ: Διάβασα πρόσφατα σε κριτική της ταινίας στο New Yorker ότι ο ερχομός του 16χρονου Μάρτιν στην οικογένεια του Στίβεν θυμίζει έντονα τον ερχομό του όμορφου αγοριού στην οικογένεια του πλούσιου βιομηχάνου στο “Θεώρημα” του Παζολίνι. Ομολογώ ότι δεν έχω διαβάσει πιο άστοχη αντιστοιχία εδώ και καιρό.

Αντίθετα, η φιγούρα του έφηβου Μάρτιν, κατά την προσωπική μου γνώμη, μοιράζεται περισσότερα κοινά με την Άννα Μπάρτον, την κοπέλα που υποδύεται εξαιρετικά η Ζυλιέτ Μπινόζ στο “Damage”, πάνω σε δύο βασικά στοιχεία: Τη βασανιστική προσπάθεια επιβίωσης μετά το τραύμα της απώλειας και την επακόλουθη απουσία δισταγμών και ενσυναίσθησης ενόψει επερχόμενων κινδύνων. Μία φράση της Μπάρτον είναι αυτή που ενώνει το πεπρωμένο αυτών των τόσο διαφορετικών φιγούρων: “Οι ζημιωμένοι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι. Ξέρουν πώς να επιβιώνουν.”