Η συνάντηση με έναν από τους εκατοντάδες «Ριχάρδους»

Γράφει ο Γιάννης Βασιλακόπουλος

Συνελήφθη ο Ριχάρδος. Και μερικοί, κατά πως το συνηθίζουν συχνά σ αυτήν τη χώρα, «έπεσαν από τα σύννεφα» . Γιατί; Μα διότι, ένας τάχατες σοβαρός επιχειρηματίας, πολυτελώς διαβιών και αλαζονικά φωτογραφιζόμενος με πολιτικούς του φίλους, οι οποίοι με τη σειρά τους δήλωναν υπερήφανοι «που τον έχουν φίλο» δεν μπορεί να «καταλήγει στη φυλακή». Ελάτε, τώρα, να δούμε, γιατί στην πραγματικότητα, ακόμα και η επίσημη – και, ακριβά διαφημιζόμενη- «νομότυπη» δραστηριότητα του, κινείται στα όρια της νομιμότητας και, σίγουρα, έχει πατήσει για τα καλά στο μονοπάτι της απόλυτης ανηθικότητας. Ο «ήρωας» του ρεπορτάζ μας, είναι ένας άλλος «μικρός Ριχάρδος» – από τους χιλιάδες που υπάρχουν στη χώρα και βγήκαν κατά τη διάρκεια της ανθρωπιστικής κρίσης, σαν τα … σαλιγκάρια μετά τη βροχή κι έγιναν ξαφνικά, «ευυπόληπτοι συνδαιτυμόνες» πολυτελών δεξιώσεων.

Μια «τρύπα» σε έναν ημιώροφο στα νότια προάστια είναι ο τόπος του ρεπορτάζ, αλλά κυρίως, τόπος μαρτυρίου, εκατοντάδων απεγνωσμένων συμπολιτών μας… Τα παλιά, προ κρίσης, χρόνια τα πάθη, μονάχα, για τον τζόγο ας πούμε «ξέσερναν» εκεί βαριά τα βήματα της απελπισίας. Τα τελευταία δέκα χρόνια, συγκροτημένοι, πάλαι ποτέ επιτυχημένοι άνθρωποι, συρρέουν εκεί όχι για να «ταΐσουν» κάποιο πάθος τους. Αλλά για να κάνουν τη ζωή τους, να πάει παραπέρα.

Ένας θηριώδης τύπος ξεδιπλώνεται πίσω από ένα μικρό γραφείο καθώς τελειώνει ο μακρύς διάδρομος, κι έχει για φόντο ακριβά κοσμήματα και πολύτιμα χαλιά με έντονα ίχνη της λάγνας ανατολής. Δίνει το χέρι του, με αυτό το παγωμένο βλέμμα του θηρίου μπρος στο θήραμα, σε μια ταλαιπωρημένη μεσήλικα, που ‘χει, όμως, εμφανή δείγματα παλιάς γοητείας κι ύστερα επεξεργάζεται, με βουλιμία, ένα πανάκριβο άφθαρτο μονόπετρο και της λέει : «Λοιπόν, 350 ευρώ κυρία Βάσω μου κι είσαι μια χαρά».

«Μα … μόνο; Αυτό είναι το μονόπετρο της κόρης μου… Των αρραβώνων της… Πριν δυο χρόνια. Κόστισε δυόμιση χιλιάδες . Τώρα την έχω βαριά άρρωστη … Βάλε κάτι παραπάνω κύριε Σ».

Ο άλλος κάνει μια κίνηση να την ξεφορτωθεί. «Δεν βγαίνω κυρία Βάσω μου… Μη με στενοχωρείς. Κι αν δεν μπορέσεις να μου τα δώσεις, εγώ που θα σε βρω; Μην επιμένεις».

Κι η «κυρία Βάσω» έφυγε σκυφτή. Ήμασταν εκεί. Κι ακούσαμε τον θηριώδη «Σ» να παζαρεύει, την επόμενη στιγμή, το μονόπετρο για 6 χιλιάδες ευρώ. «Βαρύ διαμάντι, σου λέω», το διαφήμιζε σε συνομιλητή του, στο τηλέφωνο. «Μπα πού να βρει τα λεφτά να το ζητήσει, πίσω», του έκαμψε και τις τελευταίες του ενστάσεις. Και του πούλησε και εκδούλευση: «Και για την άλλη δουλειά μίλησα με το μεγάλο που δουλεύω. Πες πως έγινε…»

Ερώτηση: Αυτό δεν είναι τοκογλυφία; Ή μήπως είναι τόσο … νόμιμο που «καταντάει» ηθικό; Ρωτήσαμε κι εμείς τον «Σ» … Κι η απάντηση ήταν εκκωφαντικά πρόστυχη: «Τα πάντα είναι δούναι και λαβείν, αδελφέ. Κι ύστερα, το μαγαζί είναι δηλωμένο ενεχυροδανειστήριο. Και μετά τι θα μου κάνουν; Εγώ είμαι στην προσωπική ασφάλεια του τάδε», μου απάντησε υπεροπτικά. Θα ήταν βιαστικό να τον αποκαλέσω… μικρό Ριχάρδο, γιατί μπορεί να χύθηκε περισσότερο αίμα απόγνωσης σε αυτήν την αποκρουστική τρύπα των Νοτίων Προαστίων, από ότι στα εκατόν-τόσα πολυδιαφημιζόμενα από τα ιδιωτικά κανάλια «καταστήματα» του προφυλακισμένου τηλεστάρ- αν και λογικά το αποκλείω… Ξέρω όμως πως ξέροντας τι «δουλειά» κάνει δεν θα τον συναναστρεφόμουν άνετα. Σε αντίθεση με κάποιους πολιτικούς που άφηναν τη «φιλία» τους με το Ριχάρδο, να διαφημίζεται μέσω χαλαρών φωτογραφιών. Ή, μήπως δεν ήξεραν τι δουλειά κάνει;

Δείτε Επίσης