13-04-2021

Νεκρός βρέθηκε στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού ο ισοβίτης, Θεόφιλος Σεχίδης

Νεκρός βρέθηκε σήμερα το πρωί στο Ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού ο 46χρονος ισοβίτης, Θεόφιλος Σεχίδης, ο οποίος κρατείτο εκεί από το 2001.

Σύμφωνα με πληροφορίες, πιθανή αιτία θανάτου είναι η ανακοπή καρδιάς, καθώς αντιμετώπιζε σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα εδώ και χρόνια και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Πάντως, η ιατροδικαστική έκθεση θα αποτυπώσει τα αίτια θανάτου.

Όπως έγινε γνωστό, ήταν υπέρβαρος και την ώρα του μπάνιου, σήμερα το πρωί, παρουσίασε δυσκολία αναπνοής και μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο κρατουμένων, όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατός του.

Ο Θεόφιλος Σεχίδης συνελήφθη στις 8 Αυγούστου του 1996 επειδή δολοφόνησε και, στη συνέχεια, τεμάχισε μέλη της οικογένειάς του (τον πατέρα, τη μητέρα, τον θείο του, την αδερφή του και τη γιαγιά του) στη Θάσο, καθώς πίστευε ότι είχαν συνωμοτήσει εναντίον του για να τον σκοτώσουν.

Το 2017, μετά από 21 χρόνια εγκλεισμού του, είχε υποβάλει αίτηση αποφυλάκισης, η οποία όμως είχε απορριφθεί.

Το χρονικό

Στις 8 Αυγούστου του 1996 το νησί της Θάσου συγκλονίζεται μετά την αποκάλυψη της πενταπλής ανθρωποκτονίας του μαζικού δολοφόνου Θεόφιλου Σεχίδη.

Ο 24χρονος τότε φοιτητής Νομικής συλλαμβάνεται και ομολογεί το αποτρόπαιο έγκλημα που διέπραξε τρεις μήνες πριν και συγκλόνισε όλη την Ελλάδα.

Στις 19 και 20 Μαϊου 1996 σκότωσε πέντε μέλη της οικογένειάς του, το θείο του, τον πατέρα του, τη μητέρα του, την αδελφή του και τη γιαγιά του. Μετέπειτα, τους τεμάχισε και μετέφερε τα άψυχα μέλη τους με το αυτοκίνητό του μέσω ferry boat στην Καβάλα.

Ο ψυχικά διαταραγμένος δολοφόνος, «έσπασε» κατά τη διάρκεια της ανάκρισης του από τις αρχές σχετικά με την εξαφάνιση των πέντε αυτών ανθρώπων και ομολόγησε.

Ο ίδιος υποστήριξε πως υπήρχε οργανωμένο σχέδιο εξόντωσής του από την πλευρά τους και με το να τους σκοτώσει τους πρόλαβε πρώτος. «Βρισκόμουν σε άμυνα», είχε πει χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, ο πρώτος φόνος έγινε το πρωί της 19ης Μαΐου, στην περιοχή του Λιμένα. Ο Σεχίδης πήγε εκεί με τον θείο του Βασίλη για να συζητήσουν. Ωστόσο, η συζήτηση έγινε έντονη και οι δύο τους άρχισαν να τσακώνονται.

«Προσπάθησε να με χτυπήσει με ένα μαχαίρι. Τον έσπρωξα και έπεσε σε γκρεμό, από ύψος 10 μέτρων. Κατέβηκα κάτω και τον είδα να ψυχορραγεί. Και για να μη βασανίζεται άλλο, του έκοψα με το μαχαίρι το κεφάλι», υποστήριξε ο δράστης. Στη συνέχεια είπε πως έκρυψε το πτώμα σε κάτι θάμνους. Μετά έφυγε, αγόρασε ένα καινούριο πουκάμισο και ένα μονόκαννο κυνηγετικό όπλο και πήγε σπίτι να περιμένει τους υπόλοιπους της οικογένειας.

Γύρω στις 7:30 της ίδιας μέρας μπήκε στο σπίτι ο πατέρας του Θεόφιλου, ο Δημήτρης, και τότε ξέσπασε νέος καυγάς. «Ο πατέρας μου είχε ένα μαχαίρι, φοβήθηκα», είχε καταθέσει. «Μόλις γύρισε για να πάει στην τουαλέτα, τον πυροβόλησα και έπεσε νεκρός. Μετά του έκοψα την καρωτίδα μ’ ένα μαχαίρι». Λίγο μετά, μπήκε στο σπίτι και η μητέρα του Μαρία.

«Κρατούσε κι αυτή μαχαίρι. Της άρπαξα το χέρι, την αφόπλισα και της έκοψα τον λαιμό με το μαχαίρι», είπε ο Σεχίδης, αλλά ο ιατροδικαστής διαπίστωσε ότι είχε κι αυτή πυροβοληθεί στο κεφάλι. Ακολούθησε η αδελφή του Έμμυ, που είχε ακούσει την φασαρία, μπήκε στο σαλόνι, κρατώντας ένα τασάκι για να αμυνθεί. Ο Σεχίδης υποστήριξε πως κρατούσε και αυτή μαχαίρι«Μου όρμησε και τη σκότωσα με τον ίδιο τρόπο», είπε.

Η ψυχική διαταραχή και τι έλεγαν οι ειδικοί

Επί πέντε μήνες ο καθηγητής ψυχιατρικής Γιώργος Καπρίνης, μαζί με τον ψυχίατρο Χρήστο Σκαρόπουλο παρακολούθησαν το Θεόφιλο Σεχίδη και συνέταξαν σχετική πραγματογνωμοσύνη. Σύμφωνα με αυτή, στον 24χρονο φοιτητή καταλογίστηκε πλήρης ευθύνη και επίγνωση των πράξεών του, καθώς ήταν «άτομο προσανατολισμένο στο χώρο, το χρόνο και τον εαυτό του και έχει καλά οργανωμένο λόγο, απαντά με ευθύτητα, έχει χιούμορ, απουσιάζει όμως το συναίσθημα».

Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν ήταν πως δεν πάσχει από σχιζοφρένεια, αλλά από σχιζότυπη διαταραχή, η οποία θα μπορούσε να αναπτυχθεί σε σχιζοφρένεια, όμως δεν συνέβη κάτι τέτοιο. «Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι στην περίπτωσή του είχε μειωμένες αντιστάσεις στην ιδέα διάπραξης των εγκλημάτων. Πάντως, δε χρήζει θεραπευτικής αγωγής. Στις συζητήσεις που κάναμε μάς είπε ότι είχε τη γνώμη πως είναι νόθο παιδί και γι’αυτό ήθελε να τους εξοντώσει». Πέρα από την κατάσταση τού ίδιου του Θεόφιλου, όμως, σημασία δόθηκε και στην οικογενειακή κατάσταση, καθώς όπως δήλωσε ο Χρήστος Σκαρόπουλος«η οικογένεια Σεχίδη είχε πολλές ιδιομορφίες και ο Θεόφιλος διαβίωσε σε εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες».

Τα θύματα του Σεχίδη

Ωστόσο το 2010 ο ψυχίατρος στον ΟΚΑΝΑ του Αττικού Νοσοκομείου, Γεώργιος Τζεφεράκος, ο οποίος προσέφερε τις υπηρεσίες του στα καταστήματα κράτησης της ψυχιατρικής πτέρυγας Κορυδαλλού εκείνη την περίοδο, εξέφρασε την άποψή του για το αν τελικά είναι ψυχικά υγιής ο Θεόφιλος Σεχίδης ή όχι. «Ο Θεόφιλος Σεχίδης πάσχει από σχιζοφρένεια. Μερικές φορές, ειδικά στις αρχικές φάσεις της ψυχικής νόσου, είναι δύσκολο να τεθεί μια οριστική διάγνωση. Στις ψυχιατρικές διαγνώσεις ο παράγοντας “χρόνος” παίζει πολύ σημαντικό ρόλο, γιατί η κλινική εικόνα του ασθενούς εμπλουτίζεται ή και αλλάζει».

Μιλώντας για τα χαρακτηριστικά της σχιζοφρένειας ο κ. Τζεφεράκος δηλώνει: «Η σχιζοφρένεια χαρακτηρίζεται από παραληρητικές ιδέες, τις οποίες πιστεύει με απόλυτη βεβαιότητα ο ασθενής, και ψευδαισθήσεις, η αίσθηση δηλαδή ότι υπάρχει ένα αισθητηριακό ερέθισμα, χωρίς αυτό να υπάρχει στην πραγματικότητα. Η σχιζοτυπική διαταραχή είναι διαφορετική από τη σχιζοφρένεια. Πρόκειται, δηλαδή, για διαταραχή προσωπικότητας, που μοιάζει με τη σχιζοφρένεια, όμως δεν είναι».

Η συγκεκριμένη υπόθεση είναι από τις πιο ιδιαίτερες στα ελληνικά χρονικά, καθώς υπάρχει μια κλιμάκωση βίας αφού «μετά τον ένα φόνο ερχόταν ο επόμενος, γιατί κάποιος εμφανιζόταν εκείνη την ώρα, κάποιος γινόταν μάρτυρας κι έτσι δημιουργήθηκε αυτή η κλιμάκωση» αναφέρει ο καθηγητής εγκληματολογίας Γιάννης Πανούσης.

«Είναι άλλο πράγμα ένας που πάει και σκοτώνει πέντε άτομα σε ένα δωμάτιο κι άλλο πράγμα όταν μέσα από μία σειρά “κακών συγκυριών” αναγκάζεται ο θύτης να σκοτώσει τον έναν μετά τον άλλον, οπότε και έχουμε έναν γιο πατροκτόνο, μητροκτόνο και αδελφοκτόνο, θέλοντας να εξαφανίσει οποιαδήποτε σύνδεση με τις ρίζες του. Με το αίμα του σκοτωμένου αρνούμαστε τη συγγένεια αίματοςμε το θάνατο αναιρούμε τη ζωή που δώσαμε ή πήραμε, με τη θυσία του άλλου αφανίζουμε στην ουσία “τον άλλο μας τον εαυτό”, δηλαδή αυτό-κτονούμε», σχολιάζει ο κ. Πανούσης και υποστηρίζει πως το έγκλημα αυτό δεν ήταν κάτι προσχεδιασμένο, καθώς κάθε θύμα εμφανιζόταν περίπου τη στιγμή που ο θύτης είχε τελειώσει με το προηγούμενο.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ