Το ερωτικό κάλεσμα του τριζονιού (γρύλου) έθεσαν επί του μικροσκοπίου επιστήμονες, αποκαλύπτοντας για πρώτη φορά πώς συνηθίζει να φλερτάρει το συγκεκριμένο αρσενικό έντομο το θηλυκό αντικείμενο του πόθου του.

Η ανακάλυψη ανήκει τόσο σε ερευνητές του Τμήματος Ζωολογίας του Πανεπιστημίου Κέμπριτζ, όσο και στον Έλληνα της διασποράς, Κωνσταντίνο Κωσταράκο, ερευνητή στο Ινστιτούτο Ζωολογίας του αυστριακού Πανεπιστημίου Καρλ-Φράντσενς του Γκρατς).

Με τη βοήθεια μικροσκοπικών ηλεκτροδίων που εισήγαγαν στον εγκέφαλο των εντόμων, ανακάλυψαν μια μικρή ομάδα μόλις πέντε νευρώνων στον εγκέφαλο των θηλυκών γρύλων, που τους επιτρέπουν να αναγνωρίζουν το τραγούδι-φλερτ των αρσενικών.

Είναι η πρώτη φορά που ανακαλύπτεται ένα τέτοιο εξειδικευμένο ακουστικό νευρωνικό δίκτυο στον εγκέφαλο του γρύλου, με τους ερευνητές να πιστεύουν ότι κάτι ανάλογο συμβαίνει και σε άλλα είδη, που έχουν μεγαλύτερους εγκεφάλους.

Πάντως αν και μικρός, ο εγκέφαλος του γρύλου έχει έως ένα εκατομμύριο νευρώνες και από αυτούς μόνο οι πέντε «ακούνε» το ερωτικό κάλεσμα του άλλου φύλου.

Τα έντομα, τα πουλιά και τα άλλα ζώα που χρησιμοποιούν ήχους για να επικοινωνούν μεταξύ τους, πρέπει να είναι σε θέση να ξεχωρίζουν το τραγούδι του δικού τους είδους από τα τραγούδια των άλλων ειδών. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω ενός εξειδικευμένου εγκεφαλικού κυκλώματος, που επεξεργάζεται τα ακουστικά σήματα.

Τα αυτιά των γρύλων βρίσκονται τοποθετημένα στα μπροστινά πόδια τους. Όταν ακούνε ένα τιτίβισμα, τα νευρικά κύτταρα των αυτιών τους, μεταφέρουν τους ήχους αρχικά στον θώρακά τους και μετά στον εγκέφαλό τους. Στη συνέχεια, το εγκεφαλικό κύκλωμα των πέντε εξειδικευμένων νευρώνων αναλαμβάνει να «διαβάσει» αυτόν τον «κώδικα Μορις» του άλλου τριζονιού.

Όπως στον κώδικα των σημάτων Μορς, στο τιτίβισμα του γρύλου περιέχονται ηχητικοί παλμοί, που διακόπτονται από κενά διάρκειας λίγων χιλιοστών του δευτερολέπτου. Είναι η ανεπαίσθητα διαφορετική διάρκεια αυτών των «σιωπών» ανάμεσα στους παλμούς του ήχου, που δίνει στο κελάηδημα τον μοναδικό και διακριτό ρυθμό του.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Science Advances«.

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ