Ο μη επεμβατικός προγεννητικός έλεγχος αναλύει δείγματα αίματος της μητέρα, στα οποία εμπεριέχονται κλάσματα τόσο εμβρυϊκού όσο και δικού της DNA. Στόχος είναι ο εντοπισμός τυχόν εμβρυϊκών ανωμαλιών που σχετίζονται με χρωμοσώματα που είναι ένοχα για γεννητικές ανωμαλίες ή καταστάσεις όπως το σύνδρομο Down.

Ωστόσο, ο προγεννητικός έλεγχος αποδεικνύεται τώρα ότι δεν αποκαλύπτει μόνο τυχών προβλήματα στο έμβρυο και επιπλοκές στην κύηση, αλλά και την ύπαρξη καρκινωμάτων στον οργανισμό της μέλλουσας μητέρας.

Αυτό υποστηρίζει νέα επιστημονική μελέτη, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο επιστημονικό έντυπο Journal of the American Medical Association.

Ερευνητές του Ινστιτούτου Έρευνας Μητέρας Παιδιού στο Ιατρικό Κέντρο «Tufts» της Βοστόνης, με επικεφαλής την Δρ Νταϊάνα Μπιάντζι, ανέλυσαν στοιχεία από 125.000 γυναίκες που είχαν υποβληθεί σε μη επεμβατικό προγεννητικό έλεγχο το διάστημα 2012 -2014.

Περισσότερες από 3.700 γυναίκες είχαν θετικά αποτελέσματα για μια ή περισσότερες ανωμαλίες σε πέντε διαφορετικά χρωμοσώματα που σχετίζονται με γεννητικές ανωμαλίες, ενώ τελικά δέκα εξ αυτών των γυναικών διαγνώστηκαν τελικά με καρκίνο.

«Όσες περισσότερες ανωμαλίες εντόπιζε ο προγεννητικός έλεγχος, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητα η έγκυος να έχει καρκίνο. Φυσιολογικά, ο έλεγχος μπορεί να εντοπίσει μια ανωμαλία. Ωστόσο, επτά στις δέκα γυναίκες είχαν περισσότερες από μία. Αν πρόκειται για μια ανωμαλία, είναι απίθανο να πρόκειται για καρκίνο», ανέφερε η Δρ. Μπιάντζι και πρόσθεσε ότι:

«Μπορεί η διάγνωση του καρκίνου να μην είναι ποτέ ένα καλό νέο, πόσω μάλλον κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, δίνει ωστόσο την ευκαιρία με πρώιμη διάγνωση να προκύψει ένα καλύτερο θεραπευτικό αποτέλεσμα».

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ