Πιο υγιείς αρτηρίες τείνουν να έχουν οι νεαρές γυναίκες που θηλάζουν τα μωρά τους, συγκριτικά με τις συνομήλικές τους, που χρησιμοποιούν τεχνητό γάλα για το σιτισμό των βρεφών τους, υποστηρίζει νέα επιστημονική μελέτη.

Ερευνητές του συστήματος υγείας Kaiser Permanente της Βόρειας Καλιφόρνια, με επικεφαλής τη Δρ. Έρικα Γκούντερσον, ανέλυσαν στοιχεία από 846 Αμερικανίδες, ηλικίας 18 και 30 ετών, οι οποίες τη δεκαετία του 1980 είχαν συμμετάσχει σε μελέτη για την καρδιαγγειακή υγεία. Οι συμμετέχουσες είχαν υποβληθεί σε υπερηχογραφικό έλεγχο της καρωτίδας, είκοσι χρόνια μετά την έναρξη της μελέτης.

Όπως διαπιστώθηκε, όσες είχαν θηλάσει τα παιδιά τους ένα μήνα ή καθόλου είχαν περισσότερη πάχυνση του αρτηριακού τοιχώματος της καρωτίδας. Αντιθέτως, όσες είχαν θηλάσει τα παιδιά τους για δέκα ή και περισσότερους μήνες είχαν τις καθαρότερες αρτηρίες.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι καρωτιδικές αρτηρίες παρέχουν αίμα στον εγκέφαλο και η σκλήρυνση των αρτηριακών τοιχωμάτων τους αποτελεί σημάδι αθηροσκλήρωσης. Δηλαδή, οικοδόμησης πλάκας, η οποία αν «σπάσει» μπορεί να οδηγήσει σε έμφραγμα ή εγκεφαλικό.

«Οι γυναίκες που είχαν θηλάσει τα παιδιά τους έτειναν να είναι πιο αδύνατες, καλύτερα μορφωμένες και περισσότερο σωματικά δραστήριες, τόσο σε νεαρή ηλικία, όσο και 20 χρόνια αργότερα», σημείωσε η Δρ. Σούζαν Στέινμπαουμ από το Νοσοκομείο «Lenox Hill» της Νέας Υόρκης και συνέχισε:

«Αυτό σημαίνει ότι το όφελος για τις αρτηρίες δεν είναι απόρροια μόνον του θηλασμού, αλλά του συνολικότερου υγιούς πλαισίου ζωής της γυναίκας».

Σε αυτό συνηγορεί και η Δρ. Γκούντερσον, υπογραμμίζοντας ότι ο θηλασμός κάνει καλό τόσο στο σωματικό βάρος της γυναίκας, όσο και στην αρτηριακή της πίεση.

«Όταν μια γυναίκα θηλάζει το παιδί της, το σώμα της εκκρίνει οξυτοκίνη, ορμόνη που συντελεί στη μείωση της αρτηριακής πίεσης. Η εγκυμοσύνη είναι μια εξαιρετικά στρεσογόνος διαδικασία και έχει μεγάλες απαιτήσεις από το καρδιαγγειακό και μεταβολικό σύστημα της γυναίκας. Ο θηλασμός είναι ο τρόπος για να επαναπρογραμματιστούν τα συστήματα αυτά μετά την κύηση», κατέληξε.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό έντυπο Obstetrics and Gynecology.

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ