Τα 200 χρόνια από την συγγραφή της περίφημης τραγωδίας «Μάνφρεντ» του Λόρδου Βύρωνα, τίμησε ο Όμιλος Μπάιρον για τον Φιλελληνισμό και τον Πολιτισμό, παρουσιάζοντας στη Στοά του Βιβλίου, μία καινούργια μετάφρασή της.

Ο «Μάνφρεντ», όπως παρουσιάζεται από τον ίδιο τον συγγραφέα, συνιστά ένα «mental theatre» (διανοητικό θέατρο), ένα έργο δηλαδή, προορισμένο για ανάγνωση και όχι για σκηνική παρουσίαση. Εμπνευσμένος από τον «Φάουστ» του Γκαίτε, ο Μπάιρον δανείζεται για τον Μάνφρεντ τη μορφή του φαουστικού ήρωα, ενός ανθρώπου που έχει εντρυφήσει στις απόκρυφες μαγικές τέχνες, αλλά σε αντίθεση με τον πρώτο, δεν ζητά την αιώνια νιότη, ή την καρδιά μιας νέας και όμορφης γυναίκας, αλλά τη συγγνώμη μίας αγαπημένης που δεν βρίσκεται εν ζωή.

Παρότι το δράμα εκτυλίσσεται στις μεσαιωνικές Άλπεις σε ένα ξεκάθαρα χριστιανικό περιβάλλον, ο Μπάιρον δημιουργεί στον Μάνφρεντ έναν δεύτερο, καταραμένο Ορφέα, που αναζητά την αγαπημένη του Αστάρτη στον κόσμο των νεκρών, για να κερδίσει τη συμφιλίωση μαζί της για ένα κρίμα του που δεν προσδιορίζεται, αλλά αρκεί για να τον στοιχειώσει για πάντα. Στο διανοητικό του θέατρο, ο Μπάιρον προβαίνει σε μια μοναδική από σκηνής φιλοσοφία, όπου η χριστιανική ιδέα της αμαρτίας και της εξιλέωσης, συνυπάρχει με το «Καλόν» του Πλάτωνα, και ερωτοτροπεί με τις γνωστικιστικές δοξασίες για τη φύση του Δημιουργού. Ο υποψιασμένος αναγνώστης μπορεί ακόμη να διαπιστώσει αντιστοιχίες ανάμεσα στις τελευταίες στιγμές του Μάνφρεντ και του Οιδίποδα, πινελιές από τα δόγματα της Ελεατικής φιλοσοφικής παράδοσης και του δυτικού εσωτερισμού – όλα αυτά, σε ένα ενιαίο σύνολο, με κεντρικούς άξονες μόνιμα θέματα προβληματισμού του ποιητή, όπως τα όρια ανάμεσα στην ελευθερία, την αγάπη και την ομορφιά, την πάλη ανάμεσα στο πνεύμα του ανθρώπου και τη φύση του.

Ο Μάνφρεντ βεβαίως, δεν είναι άγνωστος και στο σημερινό ελληνικό κοινό. Στην αγορά κυκλοφορεί ακόμη η μετάφραση του Αθ. Οικονόμου από τις εκδόσεις «Οδός Πανός», ενώ το 2000 το «Αμφιθέατρο» του Σπύρου Ευαγγελάτου είχε ανεβάσει το έργο σε συμπαραγωγή με τα μουσικά σύνολα της ΕΡΤ, με τη μουσική που έχει γράψει πάνω σ’ αυτό ο Ρόμπερτ Σούμαν. Αυτό που κομίζει η εκδοχή των εκδόσεων Χάρη Πάτση σε μετάφραση της Ιταλο-Κύπριας Άννας-Μαρίας Μαραγκού (με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο «Εύχαρις»), είναι κατ’ αρχάς η δίγλωσση παρουσίαση του έργου με αντιπαραβολή της μετάφρασης με το αγγλικό πρωτότυπο, αλλά και η χρήση δανείων από τη λόγια ελληνική γλώσσα, που δίνουν και μια αδιόρατη έμφαση στις κλασσικιστικές όψεις του έργου, που στις μέρες μας συνήθως υποβαθμίζονται.

Όπως ανέφερε η ίδια η μεταφράστρια, στόχος της ήταν μια πιστή «αντιστοίχιση της μετάφρασης με το πρωτότυπο, ακόμα και στα σημεία στίξης και με ίδιο αριθμό στίχων, που με βοήθησαν να αποφύγω τον πλατιασμό… Ελπίζω η ιδιάζουσα γραφή μου να είναι αντάξια του ποιητικού λόγου» σημείωσε.

Για «ιδιαίτερη μετάφραση, άκρως ποιητική» έκανε λόγο ο ηθοποιός Γ. Παπαγιάννης ο οποίος απήγγειλε και αποσπάσματα από το βιβλίο, ενώ ο παλαίμαχος δημοσιογράφος του BBC Π. Ναθαναήλ που συντόνισε τη συζήτηση, εκτίμησε πως αποτελεί «μία από τις καλύτερες μεταφράσεις που υπάρχουν, καθώς διαβάζοντάς την, δεν αποκομίζεις την εντύπωση πως το κείμενο έχει γραφεί σε άλλη γλώσσα».

Τέλος, ο πρόεδρος του Συνδέσμου Μπάιρον, Πάνος Τριγάζης, αναφέρθηκε στην προσωπικότητα και τον φιλελευθερισμό του ποιητή, καθώς και στις προσπάθειες του Συνδέσμου για την ανάδειξη του έργου του. Ανάμεσα στις προτάσεις που κατέθεσε, ήταν και η ίδρυση ενός Κέντρου Βυρωνικών Σπουδών και Διαπολιτισμικής Επικοινωνίας, σε συνεργασία με το δήμο Βύρωνα και την Περιφέρεια Αττικής.

 

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ