Σαν σήμερα το 1908 στο Παρίσι της Γαλλίας, ήρθε στον κόσμο η γυναίκα που ανέπτυξε την θεωρία-επανάσταση για τα τότε δεδομένα ότι «γυναίκα δε γεννίεσαι, αλλά γίνεσαι».

Η στάση και οι ιδέες της Σιμόν ντε Μποβουάρ σε όλη την διάρκεια της ζωή της ξέφευγαν από τα στενά φεμινιστικά πλαίσια και διευρυνόντουσαν στην Αριστερά, τον υπαρξισμό, τη σεξουαλική απελευθέρωση, τη Γαλλική διανόηση επηρεάζοντας, έτσι, με έναν τρόπο πρωτόγνωρο την κοινωνία σε επίπεδο ιδεών αλλά και αξιών.

Μεγαλωμένη σε μία ξεπεσμένη αριστοκρατική οικογένεια, έλαβε τη βασική μόρφωση σε ιδιωτικά σχολεία. Ο πατέρας της ήταν άντρας αριστοκρατικής καταγωγής, συντηρητικός δεξιός -αν και άθεος- δικηγόρος που δούλευε για το κράτος και η μητέρα της γόνος ευκατάστατης αστικής οικογένειας και βαθιά θρησκευόμενη γυναίκα. Το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του ζευγαριού, ωστόσο, χάθηκε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι συντηρητικές απόψεις του πατέρα της, η αστική καταγωγή του και η θρησκευτική ανατροφή που επιδίωξε η μητέρα να δώσει στη νεαρή Σιμόν θα γίνουν αντικείμενο σφοδρών ενδο-οικογενειακών αντιπαραθέσεων ήδη από νωρίς, με την αντισυμβατική κόρη να εντρυφεί από μικρή στην τεράστια οικιακή βιβλιοθήκη.

Η Σιμόν, αντίθετα από τη μικρότερη αδελφή της, που ήθελε να γίνει δασκάλα και συγγραφέας από μικρή, θεωρώντας πως ο ρόλος της συζύγου και της μητέρας δεν ήταν γι’ αυτή, ασφυκτιεί στο συντηρητικό καθολικό πλαίσιο του ιδιωτικού σχολείου θηλέων που φοιτεί, στο οποίο θα παραμείνει μέχρι τα 17 της.

simbeav1

Εκεί συνάπτει τον πρώτο της ερωτικό δεσμό με την Elizabeth Mabille (Zaza), ο αιφνίδιος θάνατος της οποίας το 1929 θα αφήσει ανοιχτό τραύμα στην ψυχή της για πάντα.

Όλες αυτές οι οικογενειακές επιρροές αλλά και τα αναγνώσματα της ως τότε, παρά την καθολική ανατροφή, την έκαναν να αποφασίσει να σπουδάσει φιλοσοφία στη Σορβόνη, σε μια προσπάθεια να ερευνήσει το ζήτημα της αθεΐας που την απασχολούσε ιδιαιτέρως.

Το 1929 καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση σε διαπρεπή σπουδαστικό διαγωνισμό φιλοσοφίας, κερδίζοντας μια σειρά από μεγάλα -κατοπινά- πνεύματα της Γαλλίας και χάνοντας μόνο από τον Ζαν-Πολ Σαρτρ.

Έχοντας ως όνειρο να γίνει μέλος του ελιτίστικου κύκλου σπουδαστών φιλοσοφίας που είχε ιδρύσει ο Σαρτρ, η Σιμόν γνωρίζεται με τον ταλαντούχο νέο που είχε εντρυφήσει στα γαλλικά γράμματα, αναγνωρίζοντας για πρώτη φορά κάποιον αντάξιό της στο πνεύμα. Για το υπόλοιπο της ζωής τους οι δυο τους θα παραμείνουν «ουσιώδεις εραστές», όπως το έθεταν κομψά, με την ελεύθερη σεξουαλική τους σχέση να επιτρέπει «απρόοπτα» ερωτικά ειδύλλια.

simbeav14

Παρά το γεγονός ότι δεν παντρεύτηκαν ποτέ (παρά την πρόταση γάμου που της έκανε ο Σαρτρ το 1931), δεν έκαναν παιδιά και δεν έμεναν καν κάτω από την ίδια στέγη, οι δυο τους θα παραμείνουν ερωτικοί και πνευματικοί σύντροφοι μέχρι τον θάνατο του Σαρτρ, με την ελεύθερη ερωτική τους διευθέτηση, ωστόσο, να σοκάρει τα χρηστά ήθη της εποχής.

Από το 1931 έως το 1943 δίδαξε φιλοσοφία στη μέση εκπαίδευση και τον Οκτώβριο του 1945 εξέδωσε μαζί με τον Σαρτρ το μηνιαίο περιοδικό λογοτεχνικής και πολιτικής κριτικής «Temps Modernes» («Μοντέρνοι Καιροί»), με τον τίτλο του δανεισμένο από την ομώνυμη ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν.

simbeav2

Το 1949 εξέδωσε το φιλοσοφικό δοκίμιο «Το δεύτερο φύλο», που την έκανε διάσημη σε όλο τον κόσμο. Είναι μία εμπεριστατωμένη και φλογερή έκκληση για την κατάργηση εκείνου που αποκαλούσε μύθο του «αιώνιου θηλυκού».

Η συγγραφέας επιχειρηματολογεί μέσω ενός φεμινιστικού υπαρξισμού στο βιβλίο της, αποδεχόμενη της αρχής πως η ύπαρξη προηγείται της ουσίας. Επομένως, δεν γεννιέται κανείς γυναίκα, αλλά γίνεται.

Τη δεκαετία του ’60 το βιβλίο-βίβλος για τον φεμινισμό θεωρήθηκε ένα από τα κλασσικά έργα της φεμινιστικής λογοτεχνίας και βρισκόταν για πολλά χρόνια στη λίστα του Βατικανού με τα απαγορευμένα βιβλία.

μποβ

Λίγα χρόνια αργότερα, η Μποβουάρ δημιουργεί άλλο ένα κορυφαίο συγγραφικό της έργο, αυτή την φορά πιο λογοτεχνικό. Το μυθιστόρημα οι «Μανδαρίνοι», που εκδόθηκε το 1954, εμπεριέχει με ιδιοφυή τρόπο τις ιδέες του Υπαρξισμού καταφέρνοντας να ξεχωρίσει και τελικά να κερδίσει το βραβείο Γκονκούρ. Αναφέρεται στην προσπάθεια μιας ομάδας διανοουμένων μετά τον πόλεμο να εγκαταλείψουν την κοινωνική θέση των «μανδαρίνων» (της μορφωμένης ελίτ) και να αναλάβουν πολιτική δράση.

Ένα μεγάλο μέρος του συγγραφικού της έργου είναι αφιερωμένο σε αυτοβιογραφικά κείμενα, που εκτός από το προσωπικό ενδιαφέρον, αποτελούν ένα πορτρέτο της πνευματικής ζωής της Γαλλίας, από τη δεκαετία του ’30 έως τη δεκαετία του ’70 («Αναμνήσεις ενός καθωσπρέπει κοριτσιού», Η δύναμη της ζωής», «Η δύναμη των πραγμάτων»).

simbeav10

Η δεκαετία του ’70, που θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες στιγμές του φεμινιστικού κινήματος, θα βρει την Μποβουάρ να είναι πλέον ενεργό μέλος του γυναικείου αγώνα συμμετέχοντας σε διαδηλώσεις και συγκρούσεις, ενισχύοντας την θέση ότι η γυναίκα πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες δράσης για την ανατροπή των καταπιεστικών συνθηκών του ρόλου της.

simbeav15

Η Μποβουάρ αφού έζησε το 1980 τον θάνατο του ισόβιου συντρόφου της Ζαν-Πολ Σαρτρ, τον αποχαιρέτησε επισήμως στο βιβλίο-φόρο τιμής που γράφει το 1981, «Η τελετή του αποχαιρετισμού». Μέσα σε αυτό το γεμάτο πόνο βιβλίο προσπάθησε να κάνει έναν απολογισμό των τελευταίων χρόνων του Σαρτρ.

simbeav30

Μετά την απώλεια του Σαρτρ, συγκατοικεί με την εδώ και χρόνια σύντροφό της Sylvie le Bon και περνά το υπόλοιπο της ζωής της αποτραβηγμένη από τη δημόσια ζωή. Πεθαίνει από πνευμονικό οίδημα στις 14 Απριλίου 1986.

Η γυναίκα-θρύλος έζησε όπως εκείνη θεωρούσε σωστά με γνώση, και ελευθερία χωρίς καμία σύμβαση, κάνοντας πράξη αυτό που είχε περιγράψει εύστοχα σε κάποιο από τα βιβλία της ότι «ο θάνατος καταδικάζει την επίγεια ύπαρξη, τη μία και μοναδική, να είναι πλούσια και μεστή».

Νάντια Ρούμπου

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ