Στις 22 Οκτωβρίου 1937 γεννήθηκε ο σπουδαίος και αγαπημένος συνθέτης Μάνος Λοΐζος.  «Έφυγε» πρόωρα, στις 17 Σεπτεμβρίου του 1982, σε ηλικία μόλις 45 χρονών, στην ακμή της δημιουργικότητάς του, σε νοσοκομείο της Μόσχας όπου νοσηλευόταν χτυπημένος από τον καρκίνο.

 

thlegrafhma
«Είμαι ένας ανώνυμος εργάτης που εσύ τον έκανες επώνυμο και σου εύχεται καλή ανάρρωση για να συνεχίσουμε τον δρόμο που χαράξαμε από κοινού» (Ανώνυμο τηλεγράφημα στον Μάνο Λοΐζο, σε κάποια από τις νοσηλείες του)

Ο Μάνος Λοΐζος κατάχτησε τις καρδιές μας όχι μόνο με τα θαυμάσια τραγούδια του μα και με τα «βαριά» αποτυπώματα κοινωνικής ευαισθησίας, αγωνιστικότητας και ανθρωπιάς που άφησε σε μια εποχή που είχε αρχίσει ήδη να ροκανίζει ιδανικά και να πολτοποιεί συνειδήσεις. Είναι πολλά αυτά που τον θυμίζουν και πρώτα απ’ όλα το έργο του.

Ο Μάνος Λοΐζος, εκτός από εμπνευσμένος καλλιτέχνης υπήρξε και συνειδητοποιημένος διανοούμενος που με την τέχνη του και τη στάση ζωής του δεν δίστασε να πάρει θέση στα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής του. Ήταν ο στρατευμένος δημιουργός, ταγμένος στη μαρξιστική-κομμουνιστική ιδεολογία, που με τα τραγούδια του στάθηκε απέναντι στην εκμετάλλευση και στις κοινωνικές ανισότητες, πρωτοπόρος στον αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο.

Σε αυτό το σύντομο αφιέρωμα που επιμελήθηκε το atexnos.gr, θα δούμε τα λόγια που είπαν για τον ίδιο, κάποιοι από τους στενότερους συνεργάτες και φίλους του.

 

ritsos2Γιάννης Ρίτσος: «(…) Τον Μάνο τον γνώρισα μαζί με τον Λεοντή. Σε κάποια καλλιτεχνική εσπερίδα της «Πανσπουδαστικής», θαρρώ το ΄60, τότε που είχε ξεσπάσει το ζωογόνο δυναμικό κίνημα της μουσικής του Θεοδωράκη. Με πλησίασε και μου ζήτησε, με τη χαρακτηριστική του σεμνότητα, την άδεια να γράψει μουσική για το «Πρωινό Άστρο». Του την έδωσα ευχαρίστως. Μου είπε πως είχε ήδη γράψει μερικά τραγούδια πάνω σ’ αυτό το ποίημά μου και θα θελε να τ’ ακούσω. Δεν τ’ άκουσα ποτέ.

Το 1972 όταν γύρισα απ’ την εξορία ήρθε δυο φορές σπίτι μου με την κιθάρα του. Έπαιξε και τραγούδησε πολλά τραγούδια του απ’ τις μεταφράσεις μου των ποιημάτων του Χικμέτ, θυμήθηκε δυο τρία τραγούδια απ’ το «Πρωινό Άστρο» και δυο πολύ ωραία τραγούδια απ’ την «Εαρινή Συμφωνία». Μου εξομολογήθηκε πως αγαπάει πολύ αυτό το ποίημα και θέλει να ετοιμάσει ένα δίσκο. Η μουσική του με συγκίνησε βαθύτατα. Τότε ακριβώς, με φωνή όλο πάθος και χτυπώντας δυνατά τις χορδές της κιθάρας, μου τραγούδησε τον «Τσε Γκεβάρα». Ήταν μια μεγάλη, ολόφωτη στιγμή μέσα σ’ εκείνα τα σκοτεινά χρόνια της δικτατορίας. (…) Ένας Μάνος Λοΐζος ποτέ δεν ξεχνιέται. (…) Καλέ μας φίλε, καλέ μας σύντροφε Μάνο, είσαι πάντα κοντά μας, χέρι με χέρι, στο μεγάλο αγώνα για ελευθερία και ειρήνη.»

250px-mikis2004Μίκης Θεοδωράκης: «(…) Ποτέ δεν είπε όχι σ’ αυτό που περιφρονητικά σήμερα μερικοί το αποκαλούν «στράτευση». Με την κιθάρα ή το ακορντεόν συμμετείχε σεμνά και αθόρυβα σε κάθε πολιτική, καλλιτεχνική εκδήλωση για τη Δημοκρατία, την Ειρήνη, τις πολιτικές ελευθέριες, τη Μόρφωση και φυσικά με στόχο την πανίσχυρη και επικίνδυνη Εξουσία. Τρυφερός και καλός γινόταν ακόμα πιο τρυφερός και πιο καλός μέσα στην προσπάθεια, τις δοκιμασίες, στον αγώνα. Κι αυτή η ευγένεια της ψυχής μπορεί να γίνει τραγούδι τρυφερό, καλό ευγενικό. Δεν ήταν πλατάνι ή βαλανιδιά. Ήταν μια πλάγια πολύχρωμα λουλούδια που έλαμπαν καθώς τα χτυπούσε ο ήλιος. Και θα λάμπουν για πάντα και πιο πολύ όσο θα υπάρχει και θα λάμπει στον κόσμο αυτός ο μοναδικός ήλιος: Η καρδιά του άνθρωπου.»

%ce%bb%ce%b5%ce%b9%ce%b2%ce%b1%ce%b4%ce%b9%cf%84%ce%b7%cf%82Τάσος Λειβαδίτης: «Γνωριστήκαμε με τον αξέχαστο Μάνο το 1978. Ήταν ένας από τους πιο εγκάρδιους ανθρώπους που γνώρισα στη ζωή. Με κείνο το υπέροχο χαμόγελο, με το χιούμορ του, με τις διεισδυτικές παρατηρήσεις πάνω στην μουσική αλλά και γενικότερα σε πλήθος ανθρωπινά προβλήματα, σε γοήτευε από την πρώτη στιγμή. Συναντηθήκαμε αρκετές φορές, ιδιαίτερα στο σπίτι του, που είχε το πιάνο και την κιθάρα του. Πίναμε τα ποτά μας, κουβεντιάζαμε με τις ώρες και καμιά φορά αυτοσχεδιάζαμε πάνω σε στίχους που του είχα δώσει. Ανεξάρτητα από την θέληση και των δυο δεν ευοδώθηκε ένα ολοκληρωμένο έργο σε ποίηση δική μου. Γράφτηκαν όμως μερικά τραγούδια. Πάντως υπήρξε αγαπημένος φίλος και εκπληκτικός μουσικός. Δυστυχώς έφυγε πάνω στην πιο ωραία του ώρα, την ώρα, που το ώριμο ταλέντο του έδινε τους πιο άξιους καρπούς. Ας είναι η μνήμη του παντοτινή.»

Γιώργος Νταλάρας: Αυτό που θυμάμαι πιο πολύ απ’ τον Μάνο είναι η επιμονή του να βλέπει τη ζωή και τους ανθρώπους με μια απίστευτη τρυφερότητα. Αυτό ήταν που τον έκανε ξεχωριστό στα μάτια μου, τα μάτια ενός παιδιού 18 χρονών τότε, που στο ξεκίνημά του είχε ανάγκη από αγάπη και βοήθεια. Τα πρώτα τραγούδια του μου τα έδωσε γιατί του θύμιζα λέει φοιτητή! Και ως φοιτητή με σύστησε αργότερα στο Λευτέρη. Ο Μάνος αγαπούσε πολύ τους φοιτητές, αγαπούσε τους απλούς ανθρώπους. Και τους νοιαζότανε. Ήταν αγνός και ευαίσθητος στους χτύπους της καρδιάς της Ελλάδας. Τους άκουγε προσεχτικά και τους έκανε τραγούδια, που έβγαιναν απ’ την ψυχή του και έμπαιναν στη δική μας ψυχή.

Έτσι ο Μάνος πέθανε χωρίς να έχει τίποτα δικό του. Ούτε καν τα τραγούδια του. Γιατί δεν έγραφε ποτέ για τον εαυτό του. Πάντα για τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και τα τραγούδια του είναι δικά μας τραγούδια.»

%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%af%ce%bb%ce%b7%cf%82-%cf%80%ce%b1%cf%80%ce%b1%ce%ba%cf%89%ce%bd%cf%83%cf%84%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%bd%ce%bf%cf%85Βασίλης Παπακωνσταντίνου: «To ΄82 κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας στη Σητεία, όπως διεύθυνε την ορχήστρα έμεινε για μια στιγμή με τα χέρια μετέωρα. Ο λόγος ήτανε ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή βγήκε το φεγγάρι πάνω από το πάλκο. Σταμάτησε τη συναυλία, γύρισε στον κόσμο και τους είπε να δουν την Πανσέληνο… Αν δεν ήμουν γιος του πατέρα μου, θα ’θελα να ’μουν γιος του Μάνου Λοΐζου.»

Χάρις Αλεξίου: Σε βλέπω να καπνίζεις, ήρεμος, γαλήνιος, καμιά φορά λυπημένος, να μου ζητάς να σου στύψω πορτοκάλια, να σφυρίζεις τα καινούρια σου και να ζητάς πάλι.
– Χαρουλίτσα, μου κόβεις τα μαλλιά;
– Θα μου πάρεις ίδια παπούτσια με του Αχιλλέα;
– Μάνο, μη χαϊδεύεσαι.
– Χαρουλα, μη με καταπιέζεις, πες μου κανένα δημοτικό.
– Μάνο, μη με καταπιέζεις με τα δημοτικά, παίξε μας λίγο από τον Χικμέτ.
Κι ύστερα να κάνω τίποτα να φάμε, κι ύστερα να βρίζεις τον ψηλό που δεν ξέρει τάβλι. Κι υστέρα, κι ύστερα… κι ύστερα… Όλα αυτά τα καθημερινά της φιλίας μας. Τα νεύρα σου, η ηρεμία σου πάλι…
– Χαρούλα, δεν είναι όμορφη η Δώρα σήμερα;
– Πόσο σου μοιάζει η Μυρσίνη.
Έφτιαξα μια κασέτα με τη φωνή σου από τότε που έφυγες. Μερικές φορές μου κάνεις παρέα, μερικές φορές σου κάνω εγώ.

alexiou-597x336

Μαρία Φαραντούρη: «Με τον Μάνο Λοΐζο ξεκινήσαμε μαζί. Τον γνώρισα το 1963 στο Σύλλογο Φίλων της Ελληνικής Μουσικής. Μαθήτρια εγώ, φοιτητής εκείνος. Θυμάμαι που με ρώτησε ποιο τραγούδι ξέρω και με συνόδεψε στο πιάνο. Από τότε γίναμε στενοί φίλοι και σύντροφοι στους καλλιτεχνικούς και δημοκρατικούς αγώνες. Ο Μάνος Λοΐζος ήταν ένας «λυρικός» του τραγουδιού. Ένας υπερευαίσθητος άνθρωπος με παιδική αγνότητα και ήθος. Ο Μάνος ήταν αδελφός. Τίποτα, ούτε ο θάνατος δεν μπορεί να τον σβήσει απ’ την ζωή μας.»

faramtouri
Ο Μάνος Λοΐζος με τη Μαρία Φαραντούρη

Πηγή: atexnos.gr


loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ