Απέναντι στις πολιτικές λιτότητας που εκτρέφουν φαινόμενα ξενοφοβίας και ρατσισμού τάχθηκε ο Αλέξης Τσίπρας, δίνοντας το στίγμα στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ, με θέμα το προσφυγικό.

Ο πρωθυπουργός και πρόεδρος του κόμματος μίλησε στην ομιλία του για την Ευρώπη που υψώνει τείχη και επιδεικνύει απίστευτη σκληρότητα και έλλειψη αλληλεγγύης, αλλά και για τους λόγους που εξέθρεψαν τέτοια φαινόμενα και τόσο αντιδραστικές κυβερνήσεις σε χώρες της κεντρικής Ευρώπης, που δεν είναι άλλοι από τις σκληρές πολιτικές λιτότητας σε χώρες της Ένωσης.

Αναλυτικά η ομιλία του πρωθυπουργού και προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στην Κεντρική Επιτροπή του κόμματος:
Συντρόφισσες και Σύντροφοι,

Η σημερινή Κεντρική Επιτροπή συνεδριάζει με αποκλειστικό θέμα την προσφυγική κρίση. Και βρισκόμαστε στο μέσο, θα έλεγε κανείς, μιας κρίσης που διαρκώς οξύνεται, μιας κρίσης που ξεπερνάει της αντοχές μιας χώρας και δοκιμάζει τις αντοχές ολόκληρης της Ευρώπης. Και μιας κρίσης που θα έλεγε κανείς ότι αλλάζει και τα δεδομένα σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Έχουμε τη μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών μετά τον 2ο Παγκόσμιο πόλεμο.

Και βρισκόμαστε μπροστά στη πρώτη φορά που ο Δυτικός κόσμος αισθάνεται, βλέπει, ότι υπάρχουν επιπτώσεις από τις άλογες επιλογές στην εύθραυστη περιοχή της Μέσης Ανατολής, επιπτώσεις που αυτή τη φορά δεν αφορούν, δεν έχουν ως αποτέλεσμα, αστάθεια σε αυτές τις περιοχές αλλά αφορούν την καρδιά της Ευρώπης. Οι άλογες επιλογές επεμβάσεων, η συνδρομή σε ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις, ή η υποδαύλιση πολεμικών συγκρούσεων, η διάλυση ολόκληρων κρατών, δομημένων, συντεταγμένων, άλλοτε είχε ως αποτέλεσμα την αστάθεια στα κράτη αυτά ή στην περιοχή.

Σήμερα, για πρώτη φορά η Δύση και η Ευρώπη συνειδητοποιούν ότι τα αποτελέσματα από αυτές τις επιλογές και τις επιδράσεις δεν αφορούν μόνο αυτή την εύθραυστη περιοχή, αλλά φτάνουν ως τον πυρήνα της Ε.Ε. και της Ευρώπης.

Μιας Ευρώπης που μπροστά σ’ αυτή την κρίση αναδεικνύει τις μεγάλες αδυναμίες της.
Το έλλειμμα αλληλεγγύης.
Το έλλειμμα πολιτικής εμβάθυνσης και διαδικασιών για έγκαιρη λήψη και τήρηση των αποφάσεων.
Κυρίως όμως το πολιτική έλλειμμα.

Η Ευρώπη σήμερα βρίσκεται σε νευρική κρίση όχι γιατί δεν δύναται να αντέξει τις συνέπειες του κύματος των προσφυγικών ροών, όχι γιατί δεν δύναται να εντάξει στο κοινωνικό της ιστό τους πρόσφυγες της Συρίας.

Άλλωστε όλες οι μελέτες, ακόμα και της ΕΚΤ, αποδεικνύουν ότι οι χώρες της κεντρικής Ευρώπης με έντονο δημογραφικό πρόβλημα, με πολύ χαμηλή ανεργία και με ισχυρή βιομηχανική παραγωγή μεσομακροπρόθεσμα θα είχαν μόνο οφέλη από την ένταξη στον παραγωγικό ιστό όχι μόνο ενός αλλά ακόμη και αρκετών εκατομμυρίων προσφύγων, ιδίως με το προφίλ αυτών που έρχονται από Συρία, δηλαδή μεσαίας έως ανώτερης κοινωνικής διαστρωμάτωσης και άρα πολύ ευκολότερα εντασσόμενους στον κοινωνικό ιστό.

Όμως, επαναλαμβάνω, η Ευρώπη βρίσκεται σε νευρική κρίση όχι για λόγους αντικειμενικής αδυναμίας, αλλά για λόγους πολιτικής αδυναμίας.

Γιατί οι πολιτικές της λιτότητας όλα τα προηγούμενα χρόνια έχουν εκθρέψει αυτό το τέρας της ακροδεξιάς, που βρίσκει γόνιμο έδαφος να αναπτυχθεί κυρίως σε χώρες της κεντρικής, ανατολικής αλλά και στη νότια Ευρώπη. Και στη χώρα μας δυστυχώς.

Και γιατί η καθοριστική απόφαση, τότε που το δίλημμα ήταν εμβάθυνση ή διεύρυνση και αποφασίστηκε η διεύρυνση, η καθοριστική απόφαση διεύρυνσης της Ε.Ε. με χώρες του πρώην Ανατολικού μπλοκ και άλλες αποδείχθηκε απόφαση ισχυρού ρίσκου.

Διότι είναι άλλο η ισχυροποίηση της ακροδεξιάς ως πολιτική αντιπολίτευση στα κράτη μέλη και άλλο η ανάδειξή της σε κυβερνήσεις και υποχρέωση σήμερα η Ευρώπη των 28 να συνεργάζεται με κυβερνήσεις που έχουν έναν καθαρά λαϊκιστικό και ακροδεξιό λόγο και κατεύθυνση.

Και έτσι σήμερα αυτό που διακυβεύεται από την προσφυγική κρίση θα έλεγα ότι είναι πρωτίστως το ζήτημα της πολιτικής ηγεμονίας, της ηγεμονίας των ιδεών.

Θα υπερισχύσει η Ευρώπη του φόβου και του ρατσισμού; Ή η Ευρώπη της αλληλεγγύης και της πολυπολιτισμικότητας; Αυτό είναι το κρίσιμο διακύβευμα.

Και η έκβαση αυτής της σύγκρουσης των ιδεών και της πολιτικής θα καθορίσει το μέλλον της Ευρώπης και ενδεχομένως να αλλάξει και τη δομή της Ευρώπης για πολλά χρόνια.

Είναι, λοιπόν, ξεκάθαρο ότι ο τρόπος με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διαχειριστεί από εδώ και στο εξής την οικονομική και την προσφυγική κρίση θα προσδιορίσει, όχι μόνο την μορφή και την πολιτική κατεύθυνσή της, όπως λέγαμε μέχρι σήμερα, αλλά και την ίδια της την ύπαρξη.

Και η μέχρι σήμερα διαχείρισή της, το επιβεβαιώνει.

Γιατί η Ευρώπη σήμερα συντρίβεται ανάμεσα στη λιτότητα και στα κλειστά σύνορα.

Κρατά ανοιχτά τα σύνορά της στη λιτότητα, αλλά κλειστά τα σύνορά της στους ανθρώπους που κατατρεγμένοι από τον πόλεμο ψάχνουν να βρουν ελπίδα και σανίδα σωτηρίας. Κρατά, αν θέλετε, μια στάση που πολύ σύντομα θα αποδειχθεί πώς θα οδηγήσει σε αδιέξοδο.

Και βεβαίως, στο πλαίσιο αυτής της τάσης η εθνική κυριαρχία υπερτερεί έναντι των κοινών, ευρωπαϊκών κανόνων όταν πρόκειται για τους πρόσφυγες αλλά το ζήτημα της κυριαρχίας και της δημοκρατίας πετιέται στον κάλαθο των αχρήστων όταν πρόκειται για την οικονομία και την κυρίαρχη γραμμή, που είναι η γραμμή της λιτότητας.

Πρόκειται εδώ για μια θεμελιώδη αντίφαση η οποία αποδυναμώνει το ηθικό έρεισμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης αλλά και την ίδια τη συνοχή της Ευρώπης.

Και είναι οι κυρίαρχες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης που γεννούν και αναπαράγουν την αντίφαση αυτή.

Αυτές αποδεικνύουν ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι ο καταλύτης του ευρωσκεπτικισμού, ο νεοφιλελευθερισμός και όχι οι δυνάμεις που αντιστέκονται στις συνέπειες του νεοφιλελευθερισμού.

Και πρέπει να συμφωνήσουμε βεβαίως ότι είναι δικό τους δημιούργημα η εθνική αναδίπλωση στο προσφυγικό. Δικό τους δημιούργημα είναι η αντιμετώπιση του προβλήματος από μια σειρά από χώρες στη βάση της λογικής «ότι είναι μακριά από το σπίτι μου, μακριά από την αυλή μου, ας το διαχειριστούν μόνοι τους αυτοί που τους αφορά».

Και η αντίφαση αυτή – εθνική κυριαρχία έναντι των ανθρώπων, αλλά όχι έναντι του κεφαλαίου – εξηγεί την στάση των τεσσάρων «χωρών του Βίζενγκραντ» που πρωτοστατούν και, μαζί με την Αυστρία σήμερα διεκδικούν να επιβάλουν σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση την πολιτική των κλειστών συνόρων στους πρόσφυγες. Και θέλω να το τονίσω αυτό, στους πρόσφυγες, πέρα και έξω από, το πλαίσιο όχι της ευρωπαϊκής μόνο, αλλά της διεθνούς νομιμότητας και όλων όσων ορίζει η Συνθήκη της Γενεύης.

Και θέλουν να επιβάλουν την Ευρώπη-φρούριο.

Απέναντι σε αυτή τη πραγματικότητα η χώρα μας ευρισκόμενη εξαιτίας και της γεωγραφικής της θέσης στο επίκεντρο της προσφυγικής κρίσης, αλλά ταυτόχρονα βιώνοντας με έντονο τρόπο και την οικονομική κρίση, αλλά και λαμβάνοντας υπόψη και την κρίση ασφάλειας και αποσταθεροποίησης με την άνοδο του ΙSIS και των τρομοκρατικών ενεργειών στην καρδιά της Ευρώπης, η χώρα μας λοιπόν ευρισκόμενη στο επίκεντρο μιας κρίσης με τρεις παράλληλες εκδοχές, προσφυγικό, οικονομία, ασφάλεια παλεύει και υπερασπίζεται αξίες και παλεύει και υπερασπίζεται την ανάγκη η Ε.Ε. να επιστρέψει στον ορθό λόγο και στην κοινή λογική.

Στο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, επιφυλαχθήκαμε να δώσουμε την έγκρισή μας στα κοινά συμπεράσματα τόσο για το προσφυγικό όσο και για το θέμα της Βρετανίας -όπου εδώ, κοιτάξτε αντίφαση: Τη στιγμή που κάποιοι θεωρούν ότι τα προβλήματα της Ευρώπης στο νοτιοανατολικό της άκρο είναι ζητήματα που αφορούν το άκρο αυτό και ας τα βρουν μόνοι τους, ζητούν αλληλεγγύη για τα προβλήματα που έχουν δημιουργήσει με τις δικές τους κυβερνήσεις στο βορειοδυτικό άκρο της Ευρώπης. Και μάλιστα διεκδικούν ένα πακέτο αποκλίσεων από το κοινοτικό κεκτημένο και λιγότερης Ευρώπης για να διεκδικήσουν στο δημοψήφισμα την παραμονή στην Ευρώπη. Πράγμα το οποίο είναι οξύμωρο. Ελπίζω να τα καταφέρουν, αλλά είναι οξύμωρο, διότι, όταν κανείς έχει να διαλέξει ανάμεσα στο καθόλου Ευρώπη και σε ένα πακέτο λιγότερης Ευρώπης και είναι ενάντια στην Ευρώπη, μάλλον θα επιλέξει το πακέτο που θα είναι το full package που λέμε, αυτό που θα είναι στην πιο ισχυρή εκδοχή. Ας ελπίσουμε όμως η έκβαση να είναι θετική στο δημοψήφισμα. ‘Όμως αυτή η αντίφαση είναι μια αντίφαση την οποία πρέπει να επισημάνουμε.

Σ’ αυτή λοιπόν τη Σύνοδο Κορυφής θέσαμε εξ αρχής την επιφύλαξή μας στην έγκριση των συμπερασμάτων. Αν τα συμπεράσματα δεν άλλαζαν προκειμένου να επιβεβαιωθεί πρώτον και σημαντικότερο για μας το θέμα της ακεραιότητας του χώρου Σένγκεν όσο και το ότι οι μη συντονισμένες δράσεις, οι μονομερείς ενέργειες κατά μήκος της βαλκανικής διαδρομής σε ότι αφορά τη ροή προσφύγων δεν είναι αποδεκτές. Είναι εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου.

Και με αυτή την απειλή χρήσης βέτο καταφέραμε να εντάξουμε και τα δύο αυτά κρίσιμα για μας ζητήματα. Δεν έθεσε λοιπόν τη χώρα εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου αυτή η επιλογή, δεν απομόνωσε τη χώρα μας, όπως μονότονα ισχυρίζεται η περιδεής αντιπολίτευση στη χώρα μας και αρθρογραφούν και διάφοροι δήθεν έγκριτοι πανεπιστημιακοί, αλλά, αντίθετα, η στάση αυτή ενεργοποίησε συμμαχίες εντός της Ε.Ε.

Και είχε ως αποτέλεσμα να απομονώσει όσες χώρες κατέφυγαν στη συνέχεια σε μονομερείς ενέργειες.

Σε ενέργειες που αν από πριν τα συμπεράσματα δεν έθεταν εκτός πλαισίου, σήμερα θα παρουσιάζονταν ως ενέργειες εντός του κοινού μας πλαισίου και όχι ως απαράδεκτες.

Και ο εγκαλούμενος θα ήταν η Ελλάδα, που δήθεν δεν εκπληρεί τις υποχρεώσεις της και όχι η Αυστρία και οι άλλες χώρες που έδρασαν μονομερώς και έξω από το πλαίσιο των κοινών αποφάσεων.

Ενέργειες που καταδικάστηκαν άμεσα από την πλειοψηφία των κρατών και από το σύνολο των ευρωπαϊκών θεσμών.

Και, παράλληλα, όχι μόνο δεν απομονώθηκε η Ελλάδα αλλά στο κοινωνικό επίπεδο, η στάση μας δημιούργησε και ένα κίνημα συμπαράστασης, ακόμη και εντός της χώρας, όπου οι νεόκοποι υπουργοί Εξωτερικών και οι δυνάμεις της ακροδεξιάς, έχοντας απομονώσει τον συμμετέχοντα σε κυβέρνηση συνασπισμού σοσιαλδημοκράτη καγκελάριο, επιδεικνύουν με θρασύτητα μια ρητορική αντιευρωπαϊκή.

Αλλά την ίδια στιγμή που αυτοί επιδεικνύουν την αντιευρωπαϊκή ρητορική, ενδεχομένως διότι θεωρούν ότι τα ζητήματα της Ευρώπης και της αλληλεγγύης είναι αντίστοιχα του επαγγέλματος που έκαναν λίγο πριν αναλάβουν τον θώκο του υπουργείου Εξωτερικών, την ίδια στιγμή λοιπόν που αυτοί επιδίδονται σ’ αυτή την ακραία ρητορική, έρχονται οι διανοούμενοι, ο κόσμος του πολιτισμού, ο κόσμος των γραμμάτων μέσα στην Αυστρία να αποδείξουν ότι δεν είναι άσπρο-μαύρο κι ότι η πολιτική της υιοθέτησης της ακροδεξιάς ρητορείας βρίσκει αντιστάσεις μέσα στις ίδιες τις κοινωνίες των χωρών όπου οι κυβερνήσεις τους το επιδιώκουν.

Και είδα τη διακήρυξη των 90 αυστριακών διανοουμένων, την οποία συνυπογράφει η βραβευμένη με Νόμπελ Λογοτεχνίας Ελφρίντε Γέλινεκ, πράγμα το οποίο για μας είναι ίσως μια ένδειξη για το ότι ένα πεδίο δράσης είναι η διπλωματία, ένα δεύτερο πεδίο δράσης είναι η διπλωματία των κινημάτων, των λαών, των διανοουμένων, του κόσμου του πνεύματος και της εργασίας, για να χτίσουμε τείχος απέναντι σε αυτούς που χτίζουν πραγματικά τείχη και θέλουν να κάνουν την Ευρώπη φρούριο.

Με την στάση μας αυτή λοιπόν καταφέραμε να μην απομονωθεί η χώρα και να δημιουργηθεί ένα κλίμα αλληλεγγύης, ταυτόχρονα όμως τελειώσαμε κι αυτή την απαράδεκτη συζήτηση που είχε ξεκινήσει εντελώς προσχηματικά σε σχέση με το ζήτημα της Σένγκεν και την πιθανότητα εξόδου της Ελλάδας. Όταν όλοι αναγνωρίζουν ότι κανείς αυτό δεν θα το επιθυμούσε, διότι κανέναν δεν θα συνέφερε, αναρωτιόμαστε γιατί άραγε ξεκίνησε αυτή η συζήτηση. Και το μόνο συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε είναι ότι ξεκίνησε ακριβώς για να μπορέσει να συγκαλύψει προειλημμένες αποφάσεις και να ρίξει την ευθύνη στην Ελλάδα και όχι σε αυτούς που πράττουν μονομερώς και κλείνουν σύνορα. Διότι είχαν πρόθεση να το πράξουν αυτό από πριν, όπως φαίνεται.

Και έτσι λοιπόν τελειώνοντας στα συμπεράσματα της προηγούμενης συνόδου αυτή την άθλια συζήτηση περί εξόδου από την Σένγκεν ή διάλυσης του Σένγκεν, πήραμε, θα έλεγα κανείς, το ψωμί από το στόμα των επικριτών μας, ιδίως αυτών του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος – δηλαδή, της ευρωπαϊκής πολιτικής οικογένειας στην οποία ανήκει και η ΝΔ. και ιδίως του επικεφαλής της, του κ. Βέμπερ, που ζητούσε διακαώς την προσωρινή έξοδο της Ελλάδας από την Σένγκεν.

Αλλά πήραμε και το ψωμί από το στόμα και όσων εγχώριων ομοϊδεατών του καραδοκούσαν για να κινδυνολογήσουν και να τρομοκρατήσουν.

Για να ζητήσουν την κεφαλή της κυβέρνησής μας επί πίνακι, σε πλήρη σύμπνοια βεβαίως, όπως διαπιστώνεται, με την πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης της διαπλοκής που παίζουν αυτή την ώρα, αυτές τις μέρες, για τρίτη συνεχόμενη φορά τα ρέστα τους, μετά το δημοψήφισμα, τις εκλογές, τώρα εν όψει της αξιολόγησης. Και θα διαψευστούν και για τρίτη φορά.

Και αποδείξαμε, για μία ακόμα φορά, ότι σε σέβονται όταν έχεις δική σου φωνή – όχι όταν μιλάς με τις φωνές των άλλων, όπως έκαναν οι προηγούμενες κυβερνήσεις και όπως μας υποδεικνύει να κάνουμε και τώρα η Ν.Δ.

Εμείς, όμως, δεν κουνάμε το δάχτυλο σε άλλους λαούς και χώρες.
Εμείς στηλιτεύουμε πολιτικές.
Είμαστε σε διαρκή αντιπαράθεση με την τυφλή και κλειστή Ευρώπη.
Με την Ευρώπη, η οποία, παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο για την προστασία των προσφύγων, κλείνει τα εσωτερικά της σύνορα σε πρόσφυγες πολέμου.

Και υποχωρεί στην ξενοφοβία και τον ρατσισμό της ανερχόμενης ακραίας και λαϊκιστικής δεξιάς.

Γιατί η αλληλεγγύη στην Ευρώπη και η υπεράσπιση αξιών –και αυτό αφορά ιδίως και σε δυνάμεις προοδευτικού χώρου που κάνουν μεγάλες υποχωρήσεις τούτες τις μέρες- η υπεράσπιση λοιπόν αξιών δεν μπορεί να τελειώνει εκεί που αρχίζουν οι δημοσκοπήσεις.

Και δεν μπορεί να είναι σκέτη ρητορεία, η οποία σταματά όταν βρισκόμαστε μπροστά σε κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις.
Διότι εν τέλει αυτό είναι το καλύτερο δώρο στην ακροδεξιά για τις επικείμενες εκλογικές αναμετρήσεις.

Για μας, η προσφυγική κρίση δεν διαιρεί χώρες.
Αντιπαραθέτει ιδέες και πολιτικές.
Αναδεικνύει τη διαχωριστική γραμμή με πολύ έντονο, υπαρξιακό θα έλεγα τρόπο, ανάμεσα στη συντήρηση και την πρόοδο.
Ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά.

Χρειάζεται, λοιπόν, σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η Ευρώπη να αλλάξει πορεία. Και για να αλλάξει πορεία, πρέπει να αλλάξουν οι ευρωπαϊκοί πολιτικοί συσχετισμοί.

Οι προοδευτικές δυνάμεις της Ευρώπης έχουν χρέος να υψώσουν το δικό τους τείχος απέναντι στα τείχη της ντροπής, που υψώνουν στα σύνορα τους σήμερα οι δυνάμεις που επηρεάζονται από τη ρητορική της ακροδεξιάς.

Χρειάζεται να επανιδρύσουμε την Ευρώπη στη βάση των αρχών του ανθρωπισμού, της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της συνοχής.
Και, βεβαίως, της πολιτικής ισοτιμίας των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αλλά με την Ευρώπη που κλείνει τα μάτια, την καρδιά και τα σύνορα όχι μόνο στους πρόσφυγες αλλά και απέναντι στην πραγματικότητα δεν είμαστε, απλά και μόνον, σε ρητορική αντιπαράθεση.
Είμαστε σε αντιπαράθεση στην πράξη.

Ως χώρα εμπροσθοφυλακής, από την πρώτη στιγμή, ο ελληνικός λαός κυρίως, αλλά και η πολιτεία -ιδιαίτερα οι κάτοικοι των νησιών πρώτης υποδοχής – ανέδειξαν το ανθρώπινο πρόσωπο της Ευρώπης, έδειξαν ανθρωπισμό και αλληλεγγύη.
Έδωσαν υπόσταση στις δικές μας αξίες, που είναι και αξίες της δημοκρατικής Ευρώπης.

Θα συνεχίσουμε στην ίδια κατεύθυνση. Θα συνεχίσουμε να σώζουμε ανθρώπινες ζωές, να δίνουμε τροφή και ασφάλεια σε ανθρώπους κατατρεγμένους, κυνηγημένους, διωκόμενους.
Και αυτό, προσέξτε, δεν είναι η εκπλήρωση των υποχρεώσεών μας απέναντι σε κάποιες αποφάσεις που υπολόγισαν κάποια νούμερα με βάση κάποιες γραφειοκρατικές εκτιμήσεις στις Βρυξέλλες. Αυτή είναι η υποχρέωσή μας απέναντι στον πολιτισμό μας και απέναντι στις αξίες μας. Και σε αυτή την υποχρέωση θα ανταποκριθούμε.
Θα συνεχίσουμε να δίνουμε από το υστέρημά μας για να συμπεριφερθούμε με ανθρωπιά σε κυνηγημένους και κατατρεγμένους ανθρώπους που το έχουν ανάγκη.
Θα συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε το ανθρώπινο πρόσωπο της Ευρώπης.

Αλλά είναι ταυτόχρονα αυτονόητο ότι δεν μπορεί μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα να σηκώσει κι όλο το βάρος της Ευρώπης απέναντι σ’ αυτή την κρίση.
Και μάλιστα σε συνθήκες απαρέγκλιτης δημοσιονομικής προσαρμογής, οικονομικής δυσκολίας.

Είμαστε η μόνη χώρα που υλοποιεί τις αποφάσεις και υποχρεώσεις που αναλάβαμε από κοινού χώρες της βαλκανικής διαδρομής από τον περασμένη Οκτώβριο.
Είμαστε η χώρα εκείνη που έχει καταφέρει, στο πλαίσιο του δυνατού, μια δύσκολη κατάσταση να την έχει μετατρέψει σε κρίσιμη αλλά ελεγχόμενη κατάσταση, και να δίνει βοήθεια και να έχει μια ανθρώπινη διαχείριση της κρίσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Όμως, είναι απολύτως σαφές για μας, όπως επανέλαβα, ότι αξίες που ρητά συμπεριλαμβάνονται στις ιδρυτικές συνθήκες της Ένωσης, όπως αυτές της αλληλεγγύης, του ισότιμου, δίκαιου διαμερισμού των βαρών και της ευθύνης, άρα αξίες που συμπεριλαμβάνονται στις συνθήκες της Ευρώπης, θα πρέπει όχι μόνο εμείς να τις υπερασπιζόμαστε, αλλά να απαιτούμε την υλοποίησή τους στην πράξη από όλες τις χώρες της Ένωσης.

Συνεπώς στην επόμενο σύνοδο θα διεκδικήσουμε αυτό να γίνει πράξη.

Και αυτή η διεκδίκηση προφανώς χρειάζεται κι ένα μίνιμουμ συνεννόησης με τις πολιτικές δυνάμεις εντός της χώρας, υπό την έννοια ότι είναι απαραίτητη αυτή την ώρα μία, έστω στα ελάχιστα που μπορούμε να συμφωνήσουμε, μία ενιαία και εθνική στρατηγική.

Και αυτός άλλωστε ήταν ο σκοπός της σύγκλησης του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών την προηγούμενη Παρασκευή. Όπου νομίζω ότι αυτό ακριβώς έγινε κατορθωτό, να διαμορφωθεί στα ελάχιστα, στα ελάχιστα αναγκαία, μια στρατηγική επί τη βάσει των θέσεων και της εισήγησης της κυβέρνησης.

Που θα μπορούσα να πω επιγραμματικά επικεντρώνεται σε τρία βασικά ζητήματα:
– Αλληλεγγύη στους πρόσφυγες που βρίσκονται στη χώρα μας,
• Προσπάθεια μείωσης των ροών από την Τουρκία, κάτι που σημαίνει και χτύπημα των διακινητών, χτύπημα δηλαδή του εμπορίου ψυχών που γίνεται στο Αιγαίο, αλλά και ελαχιστοποίηση και εξάλειψη του δράματος που βιώνουμε και δεν πρέπει να το συνηθίσουμε. Δεν πρέπει να συνηθίσουμε στην ιδέα ότι είναι μια καθημερινότητα οι χαμένες ζωές, παιδιών, ανθρώπων στα νερά της δικής μας θάλασσας, της θάλασσας του Αιγαίου.
• Και, τρίτον, δίκαιη κατανομή ευθυνών και υποχρεώσεων μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με συνέπειες για όσους δεν τηρούν από δω και στο εξής κοινές αποφάσεις.

Αυτή θα είναι η θέση της Ελλάδας στο αυριανό έκτακτο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Επιτρέψτε μου όμως εδώ ένα σχόλιο για την στάση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης η οποία αποδέχτηκε μεν εντός της αιθούσης –κι αυτό είναι θετικό- την ελάχιστη σύγκλιση σε μια αναγκαία εθνική στρατηγική αλλά προσπάθησε για δικούς της λόγους, έξω από την αίθουσα, ενδεχομένως απαντώντας σε εσωκομματικά ζητήματα, να διαστρεβλώσει καταστάσεις και γεγονότα, ειδικά στο θέμα των προαναχωρησιακών κέντρων.

Δεν θέλω να αναφερθώ στη διαρκή ρητορική καταγγελίας απέναντι σε μια πολιτική που ακολούθησε η κυβέρνηση από την πρώτη στιγμή και χάρη σ’ αυτή την πολιτική σήμερα δεν βρισκόμαστε να διαχειριζόμαστε ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα. Δεν θέλω όμως να επεκταθώ σ’ αυτό. Έχω απαντήσει στη Βουλή. Έχω πει ότι ο πυρήνας της ρητορικής αυτής είναι παρόμοιος, αν όχι ο ίδιος, που ασκείται εναντίον της σημερινής αντιπροέδρου της Βουλής, τότε υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής, ο πυρήνας αυτής της ρητορικής είναι ταυτόσημος με την αντιπολιτευτική καταγγελία και ρητορική της ακροδεξιάς στη Γερμανία, της ανερχόμενης δύναμης της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» απέναντι στην Μέρκελ που δεν έκλεισε τα σύνορα. Ο ίδιος.

Κι εδώ υπάρχει μια αντίφαση για τον κ. Μητσοτάκη. Πρέπει να το λύσει το θέμα του. Δεν είναι εύκολο από τη μια να θέλει να παριστάνει τον ευρωπαίο πολιτικό, με ευρωπαϊκό προφίλ και από την άλλη να θέλει να συγκεράσει και τις απόψεις του αντιπροέδρου του και της ισχυρής τάσης ακροδεξιάς μέσα στη Ν.Δ.

Στο θέμα λοιπόν των προαναχωρησιακών που έθεσαν, κυρίως έξω από την αίθουσα. Λένε ότι η κυβέρνηση αρνείται να δημιουργήσει τέτοια κέντρα. Η πραγματικότητα είναι ότι τα κέντρα αυτά εκ των πραγμάτων λειτουργούν εδώ και πέντε μήνες. Από την άλλη όμως δεν πρέπει αυτά τα κέντρα σε καμιά περίπτωση να μετατραπούν σε φυλακές ανθρώπων που δεν έχουν διαπράξει κανένα αδίκημα.

Τα κέντρα αυτά χρησιμοποιούνται και θα χρησιμοποιηθούν με εξαιρετική φειδώ, με σεβασμό στα δικαιώματα και στην αξιοπρέπεια των ανθρώπων αλλά και με μέριμνα ώστε οι επιστροφές των μεταναστών στις χώρες τους να γίνονται ταχύτατα, με ασφάλεια και χωρίς ολιγωρίες και γραφειοκρατικά εμπόδια. Άλλωστε στην Τουρκία, στην Ανώτατη Σύνοδο Συνεργασίας που θα έχουμε στη Σμύρνη την Τρίτη, μια από τις αποφάσεις θα είναι η επικαιροποίηση του Πρωτοκόλλου Επανεισδοχής, ώστε να έχουμε τη δυνατότητα για τους ανθρώπους αυτούς που είτε έρχονται από το Μαρόκο, την Αλγερία, άρα δεν έχουν σχέση με τον πόλεμο στη Συρία και με την κύρια προσφυγική ροή, και άρα δεν έχουν καμία πιθανότητα με τα δεδομένα στην Ευρώπη να αποκτήσουν άσυλο, να υπάρχει η δυνατότητα της επιστροφής τους, της γρήγορης επιστροφής σε συνθήκες ασφάλειας και ταυτόχρονα να δοθεί και το μήνυμα ότι ο δρόμος των προσφύγων προς την Ευρώπη δεν είναι τα νερά του Αιγαίου και οι διακινητές και το λαθρεμπόριο ψυχών. Αλλά ο δρόμος πρέπει να είναι –και γι αυτό εκεί πρέπει να επιμείνουμε- ο νόμιμος δρόμος μέσα από μία αξιόπιστη και ισχυρή σε αριθμούς απευθείας μετεγκατάστασή τους από την Τουρκία και βεβαίως, για όσους έχουν βρεθεί στην Ελλάδα, από την Ελλάδα προς τις χώρες της Ε.Ε., που οφείλουν να μοιραστούν αυτό το βάρος.

Θέλω όμως τούτη την ώρα να απευθυνθώ και σε όσους αντί να δουν το δάσος κοιτάνε το δέντρο και υποδαυλίζουν την ακροδεξιά ρητορική της ΝΔ και των στελεχών της. Και θέλω να πω ότι είναι λάθος –απευθύνομαι σε πολιτικές δυνάμεις, απευθύνομαι όμως και σε όλο τον ελληνικό λαό που παρακολουθεί- είναι λάθος τούτη την ώρα να πέσουμε σε αυτή τη παγίδα.

Πρέπει να λάβουμε υπόψη μας την οριακή κατάσταση στην οποία βρίσκεται αυτή τη στιγμή τόσο η χώρα όσο και η Ευρώπη ολόκληρη.

Χρειάζονται λοιπόν σταθμίσεις, ψυχραιμία, προοδευτική ματιά αλλά και ρεαλισμός, ώστε να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε μια πρωτόγνωρη κατάσταση.

Οι ρητορικές ευκολίες που δεν λαμβάνουν υπόψη συσχετισμούς και δυνατότητες, πολιτικές αντιθέσεις και συγκρούσεις στρατηγικών σχεδίων πάσχουν σε ένα σημείο. Μπορεί στο ηθικό πεδίο να είναι οι καλύτερες, αλλά πάσχουν σε ένα σημείο. Δεν μπορούν να οικοδομήσουν ηγεμονία στο κοινωνικό πεδίο.

Και μέχρι στιγμής αυτό που κερδίζουμε στην Ελλάδα είναι ακριβώς αυτή τη μάχη. Δεν έχει υπερισχύσει η ρητορική της Χρυσής Αυγής στο «διώξτε αυτούς τους ανθρώπους από την Ελλάδα». Έχει υπερισχύσει η ρητορική της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης.
Αυτή τη μάχη της ηγεμονίας ας μην την χάσουμε. Είναι κρίσιμη μάχη.

Σύντροφοι και συντρόφισσες,

Εμείς θα κάνουμε το ανθρωπιστικό μας καθήκον απέναντι σε όποιον ζητά και έχει ανάγκη τη στήριξη και τη βοήθεια μας.

Έχουμε όμως δηλώσει σε όλους τους τόνους και κυρίως απέναντι στην Ευρώπη ότι δεν θα γίνουμε όμως και αποθήκη ανθρώπινων ψυχών.
Έχουμε σχεδόν 30.000 πρόσφυγες τούτη την ώρα στην ηπειρωτική χώρα και τα ελληνικά νησιά.

Δουλεύουμε εντατικά για να καλύψουμε τις ανάγκες τους για θέσεις προσωρινής αλλά αξιοπρεπούς διαμονής και δουλεύουμε για να καλύψουμε και τις πιθανές ανάγκες για ακόμη 20.000, το συντομότερο δυνατό. Αυτό που κάνει η κυβέρνηση, αυτό που κάνουν τα υπουργεία που βρίσκονται σε διαρκή διυπουργικό συντονισμό, κυρίως όμως οι Ένοπλες δυνάμεις είναι να χτίζουν και να ταΐζουν. Να χτίζουν υποδομές και να δίνουν τροφή σε ανθρώπους που το έχουν ανάγκη.

Εφόσον όμως η Ειδομένη είναι κλειστή για τους πρόσφυγες και οι ροές από τις τούρκικες ακτές στα νησιά παραμένουν, πρέπει να γίνει απολύτως σαφές ότι η άμεση έναρξη μια αξιόπιστης διαδικασίας μετεγκατάστασης προσφύγων από τη χώρα μας σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι απολύτως επείγουσα.
Και αυτό θα επιδιώξουμε τη Δευτέρα στο Έκτακτο Συμβούλιο Κορυφής. Όχι απλώς τη διατύπωση ότι είναι επείγουσα, αλλά ότι θα ξεκινήσει άμεσα και σε υψηλό αριθμό.

Όμως εξίσου αναγκαίο είναι να μειωθούν και οι ροές από την Τουρκία αλλά και να ενεργοποιηθεί άμεσα μια νέα συμφωνία για την επιτάχυνση και την ενίσχυση της διαδικασίας επανεισδοχής. Και πιστεύω ότι σ’ αυτή την κατεύθυνση την Τρίτη θα έχουμε θετικά αποτελέσματα.

Γνωρίζουμε όμως ότι η πλήρης ανάσχεση των ροών θα είναι εφικτή μόνον μέσα από τον οριστικό τερματισμό του πολέμου στη Συρία αλλά και με την ενεργοποίηση μιας μεγάλης διεθνούς προσπάθειας ανοικοδόμησης του Ιράκ, της Συρίας και όλων των αποσταθεροποιημένων χωρών στη Μέση Ανατολή.

Πρέπει, συνεπώς, άμεσα να υπάρξει ένας οδικός χάρτης ειρήνευσης στη Μέση Ανατολή, με τις συγκεκριμένες προτεραιότητες που νομίζω ότι θα αναλύσει αργότερα στην παρέμβασή του ο Γραμματέας της ΚΕ, όπως τις έχει διατυπώσει το κόμμα μας.

Συντρόφισσες και Σύντροφοι,

Οι ραγδαίες εξελίξεις στο προσφυγικό και οι επιπτώσεις από τα πολλαπλά συμφέροντα που συγκρούονται στο χώρο της Μέσης Ανατολής από τη μια αναδεικνύουν τη δυσκολία, από την άλλη όμως αναδεικνύουν και την ιδιαίτερη γεωστρατηγική σημασία της χώρας μας.

Για να την αξιοποιήσουμε, χρειαζόμαστε πολιτική, κοινωνική και οικονομική σταθερότητα και σχέδιο. Σχέδιο μιας ισχυρής, ενεργητικής, πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής

Έχουμε δώσει δείγματα γραφής τόσο σε σχέση με την στρατηγικής σημασίας συνεργασία με χώρες της περιοχής, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη αλλά και το Ισραήλ, την Ιορδανία, το Ιράν, τις τριγωνικές σχέσεις Ελλάδας-Κύπρου με Ισραήλ και Αίγυπτο. Έχουμε δώσει δείγματα γραφής για την εξωτερική μας πολιτική.

Χρειάζεται όμως να διασφαλιστεί το επόμενο διάστημα κοινωνική συνοχή, πολιτική σταθερότητα και κυρίως να τελειώσει αυτή η κρίση που μαστίζει τον τόπο περισσότερο απ’ ότι οποιαδήποτε άλλη γωνιά της Ευρώπης, για πάνω από έξι χρόνια.
.
Οι συνθήκες, βεβαίως, είναι δύσκολες.
Η οικονομική κατάσταση εύθραυστη και η διεθνής συγκυρία πολύπλοκη και απρόβλεπτη.

Όμως με αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα συνεχίζουμε την μεγάλη πορεία που ξεκινήσαμε περίπου πριν από ένα χρόνο.
Να υλοποιήσουμε το σχέδιό μας για την ανακατανομή των βαρών της κρίσης από τους πιο αδύναμους στους πιο δυνατούς, να προωθήσουμε την ισότητα.
Να κάνουμε ένα βήμα προς τον ορίζοντα της ευημερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, που αποτελεί τον οδηγό μας.

Και η πορεία αυτή, τα βήματα αυτά βεβαίως δεν γίνονται ούτε θα γίνουν σε συνθήκες γαλήνης, αλλά σε ένα πλαίσιο μεγάλων συγκρούσεων.
Με το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο.
Με την ολιγαρχία και τη διαπλοκή.
Με το μιντιακό σύστημα και τμήματα της κρατικής γραφειοκρατίας που χάνουν τα προνόμιά τους σήμερα λόγω της δικής μας παρέμβασης.
Η σύγκρουση έχει ξεκινήσει.
Η σύγκρουση μαίνεται.
Και αυτή τη φορά στη σύγκρουση αυτή δεν θα κερδίσουν αυτοί που κέρδιζαν πάντα. Αυτή τη φορά κερδισμένος θα είναι ο λαός και οι πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες.
Είναι ακριβώς αυτές οι δυνάμεις που θέλουμε να εκπροσωπούμε.
Οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, τα μεσαία στρώματα, οι συνταξιούχοι.
Οι μεγάλοι χαμένοι αυτής της κρίσης.
Και αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις εμείς θέλουμε να στηρίξουμε και να ξαναγεννήσουμε τις προσδοκίες και τις ελπίδες τους

Εφαρμόζουμε μια δύσκολη συμφωνία, προϊόν ενός καταφανούς εκβιασμού και συμβιβασμού.

Μια συμφωνία με δυσκολίες, η οποία, όμως, σε τίποτα δεν θυμίζει τις μαζικές απολύσεις στο Δημόσιο του κυρίου Μητσοτάκη, τις αλλεπάλληλες οριζόντιες και μεγάλες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις του κ. Σαμαρά, το καταστροφικό PSI του κ. Βενιζέλου, που γονάτισε τα ασφαλιστικά ταμεία και, κυρίως, συνολικά, τη βάρβαρη δημοσιονομική προσαρμογή των 65 δις που αντίκρισε ο τόπος από 2010 έως το 2015, όπου χάσαμε το 25% του εθνικού μας πλούτου. Ένα ΑΕΠ από τα 245 σχεδόν δις πήγε στα 175.

Μια συμφωνία η οποία, με την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης, ανοίγει το δρόμο στην απαραίτητη, αναγκαία συζήτηση για την απομείωση της καθαρής παρούσας αξίας του δημόσιου χρέους, δηλαδή μια συμφωνία που, όπως είπε ένας από τους υπουργούς μας προχθές έχει Ιθάκη, δεν είναι ένας ατελείωτος Γολγοθάς, έχει στόχο. Την υλοποιούμε λοιπόν προκειμένου γρήγορα να φτάσουμε στην Ιθάκη. Και είναι τόσο η απομείωση της παρούσας αξίας του δημοσίου χρέους όσο και η επαναφορά της εξαίρεσης (waver) και η ένταξη της Ελλάδας στην ποσοτική χαλάρωση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για τα ελληνικά ομόλογα, ώστε να αποκατασταθεί ο φτηνός δανεισμός για τις τράπεζες, και να δημιουργηθεί ένα κλίμα, οριστικά αυτή τη φορά, ότι η ελληνική οικονομία γύρισε σελίδα, ξέφυγε από, τον φαύλο κύκλο και περνάει σε ένα κύκλο ενάρετο.

Η πρώτη αξιολόγηση θα ολοκληρωθεί σύντομα, παρά την παρελκυστική τακτική που κρατά τις τελευταίες μέρες το ΔΝΤ.

Και αυτό γιατί, για πρώτη φορά, υπάρχει ουσιαστική σύγκλιση και στις εκτιμήσεις για το αμέσως επόμενο διάστημα αλλά και στα δημοσιονομικά δεδομένα του σήμερα ανάμεσα στην ελληνική πλευρά και στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Και μιλώ για σύγκλιση, όχι για μονομερή προσχώρηση στις απόψεις τους, όπως συνέβαινε στο παρελθόν.

Η σύγκλιση αυτή αφορά την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, την εκτίμηση για το πρωτογενές πλεόνασμα του 2015, αλλά και για το δημοσιονομικό κενό της τριετίας 2016-2018.

Αντίθετα, το ΔΝΤ προβάλλει τις δικές του θέσεις, τις δικές του θα έλεγα αυθαίρετες εκτιμήσεις και μη ρεαλιστικές απαιτήσεις.

Για παράδειγμα, ενώ το 2015 κλείνει, όχι με πρωτογενές έλλειμμα 0,25%, όπως προέβλεπε η συμφωνία τον Ιούλη, αλλά με πρωτογενές πλεόνασμα 0,2%, άρα έχουμε μια θετική απόκλιση 0,45% του ΑΕΠ, το ΔΝΤ επιμένει σε μη αναθεωρημένους και εσφαλμένους υπολογισμούς για πρωτογενές έλλειμμα 0,6%.
Όμως οι αριθμοί είναι αριθμοί. Μπορεί κανείς να έχει διαφορετικές εκτιμήσεις για το μέλλον, δεν μπορεί όμως να έχει διαφορετική ανάγνωση στους αριθμούς για τον απολογισμό και τα πεπραγμένα των προηγούμενων ετών.

Δεν είμαστε εμείς, λοιπόν, απομονωμένοι στη διαπραγμάτευση με τους θεσμούς.
Και η εμμονή του ΔΝΤ στη διαφωνία με τους αριθμούς σημαίνει, πλέον, διαφωνία με το ίδιο το πρόγραμμα που εφαρμόζουμε.
Δηλαδή, διαφωνία, όχι τεχνοκρατική, αλλά πολιτική.
Γι’ αυτό, και είναι βέβαιον ότι θα κληθεί πολύ σύντομα η Ευρωπαϊκή Ένωση -γιατί το θέμα την αφορά άμεσα- θα κληθεί πολύ σύντομα, στο ανώτατοι δυνατό επίπεδο, στο πολιτικό και όχι στο τεχνοκρατικό, να ζητήσει από όλους να σεβαστούν τη συμφωνία που υπεγράφη στις 12 Ιουλίου 2015.

Αλλά η πολιτική της κυβέρνησής μας δεν εξαντλείται στην εφαρμογή της συμφωνίας με τους δανειστές.
Υλοποιούμε το λεγόμενο «παράλληλο πρόγραμμα», που έχει ξεκάθαρο ταξικό πρόσημο και αποτυπώνει στην πράξη την ιδεολογικοπολιτική μας ταυτότητα.

Το σχέδιο μας για την αναχαίτιση της ανθρωπιστικής κρίσης είναι σε πλήρη εξέλιξη.
• Αφορά, περίπου 400.000 συνανθρώπους μας, δηλαδή 176.000 νοικοκυριά.
• 148.000 άνθρωποι έχουν πάρει την κάρτα σίτισης και 21.000 παίρνουν επίδομα ενοικίου.
• Έχουμε επανασυνδέσει το ηλεκτρικό ρεύμα σε όσους δικαιούχους είχε κοπεί η σύνδεση και δίνουμε δωρεάν ρεύμα και νερό σε όσες οικογένειες είναι ενταγμένες στο νόμο για την ανθρωπιστική κρίση.
• Οι άνεργοι μετακινούνται, πλέον, δωρεάν.
• Εφαρμόζουμε το νόμο για τις 100 δόσεις, που είχε χαρακτηριστεί τότε μονομερής ενέργεια, ένα νόμο που έβγαλε τη θηλιά της υπερχρέωσης από το λαιμό των νοικοκυριών και των επιχειρηματιών.
έχουμε ενεργοποιήσει οκτάμηνα και όχι πεντάμηνα προγράμματα νέας γενιάς για τη στοχευμένη και ολοκληρωμένη καταπολέμηση της ανεργίας.
• Ξεκινάμε, πιλοτικά, από τους 17 πρώτους δήμους – τους λεγόμενους «θύλακες υψηλής ανεργίας».
• Μέχρι το καλοκαίρι θα έχουμε επεκτείνει αυτά τα προγράμματα σε επιπλέον 32 δήμους.
• Δεν πανηγυρίζουμε για τη μείωση της ανεργίας από το 26 στο 24,5%. Θα ήταν ύβρις. Όμως δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, capital controls και σύγκρουσης διαπραγματευτικής, η ανεργία στη χώρα μας μειώθηκε περίπου κατά 80 χιλιάδες ανθρώπους.

• Διασφαλίσαμε την πλήρη και δωρεάν νοσηλευτική, διαγνωστική και φαρμακευτική κάλυψη όλων των ανασφάλιστων πολιτών, αλλά και των ευπαθών ομάδων, με βάση τον ΑΜΚΑ τους. Που σημαίνει δηλαδή ότι δίνουμε τη δυνατότητα σε συνολικά, 2,5 εκατ. συνανθρώπων μας να μην εξευτελίζονται ό/ταν πηγαίνουν στα δημόσια νοσοκομεία κ αι τους ζήταγαν να συνυπογράψουν δήλωση ότι το κόστος νοσηλίων τους θα ενταχθεί στα χρέη τους προς το δημόσιο.
• προγραμματίσαμε επίσης την κάλυψη των κενών σε υγεία και παιδεία.
• για πρώτη φορά από το 2009 θα γίνουν 3.500 προσλήψεις άμεσα, σε όλους τους κλάδους του προσωπικού.
• Παράλληλα, προσλαμβάνουμε 500 γιατρούς και νοσηλευτές, μέσα στο Μάρτη, και ανοίγουμε τα μισά κλειστά κρεβάτια των Μονάδων Εντατικής Θεραπείας. Και γι αυτό δεν πανηγυρίζουμε, γιατί γνωρίζουμε ότι το μέτωπο εκεί είναι πολύ μεγάλο και η κατάσταση στα δημόσια νοσοκομεία είναι εξαιρετικά σκληρή και δύσκολη και πρέπει να δώσουμε αγώνα για να καλυτερεύσουμε αυτή την κατάσταση.
• επαναφέραμε την ενισχυτική διδασκαλία και την πρόσθετη διδακτική στήριξη στα γυμνάσια και τα γενικά και τα επαγγελματικά λύκεια.
• Προχωράμε –υπάρχει συμφωνία- για προσλήψεις 23.000 αναπληρωτών καθηγητών, που σημαίνει αύξηση 23% σε σχέση με πέρσι, στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

• εκτός από το δεκατιανό που ήδη δίνουμε σε 11.000 μαθητές σε δημοτικά σχολεία και συστεγαζόμενα νηπιαγωγεία στις περιοχές του αστικού ιστού που βρίσκονται χτυπημένες περισσότερο από κάθε άλλες από την κρίση
• ξεκινήσαμε από το Πέραμα, ίσως έναν από τους πιο υποβαθμισμένους δήμους, αλλά συνολικά οι δήμοι Β΄ Πειραιά είναι από τις πιο υποβαθμισμένες περιοχές και χτυπημένες από την κρίση, ξεκινήσαμε λοιπόν από το Πέραμα την πιλοτική εφαρμογή ειδικού προγράμματος για ζεστό γεύμα σε όλους τους μαθητές τους δήμου. στους 1.405 μαθητές των δημοτικών σχολείων του Δήμου.
• Κι αυτό το πρόγραμμα υλοποιείται χάρη στην πρωτοποριακή χρηματοδοτική συνεργασία του ιδιωτικού τομέα με το Δημόσιο και κοινωνικούς φορείς – το λεγόμενο «crowdfunding» -ένα πρόγραμμα και μια πρωτοβουλία η οποία μπορεί και πρέπει να συνεχιστεί και να επεκταθεί σε όλη την Ελλάδα.

Συντρόφισσες και Σύντροφοι,

Είναι εύλογο ότι κάποια από τα μέτρα της συμφωνίας που εφαρμόζουμε προκαλούν κοινωνικές αντιδράσεις.
Τις αντιμετωπίζουμε με διάλογο – όχι με καταστολή. Δεν ποινικοποιούμε ούτε και συμφωνούμε στην ποινικοποίηση των κοινωνικών αγώνων και των κινητοποιήσεων. Γι’ αυτό και εξαγγείλαμε ότι σύντομα θα φέρουμε διάταξη στη Βουλή που θα αποποινικοποιεί, θα δίνει τη δυνατότητα δηλαδή να μην υπάρχουν ποινές, να σταματήσουν τα αγροτοδικεία, τα μαθητοδικεία, τα κάθε είδους δικαστήρια απέναντι σε κοινωνικές ομάδες που διεκδικούν.

Για μας οι κοινωνικές ομάδες που διεκδικούν δεν είναι αντίπαλος. Δεν είναι αντίπαλος, είναι σύμμαχος, στην προσπάθεια μας να συνθέσουμε τις διεκδικήσεις σε ένα ρεαλιστικό σχέδιο για την ανοικοδόμηση και την ανάταξη της οικονομίας, την παραγωγική ανασυγκρότηση, τη δίκαιη κατανομή και των βαρών και του παραγόμενου προϊόντος.

Οι συναντήσεις μου με εκπροσώπους των αγροτικών μπλόκων αποδεικνύει τις προθέσεις της κυβέρνησης.

Είχαμε ειλικρινή, δημοκρατικό και εξαντλητικό διάλογο, στη βάση αρχών και όχι μικροκομματικής κοροϊδίας, που σήμερα δίνεις σε κάποιον με το ένα χέρι και αύριο του το παίρνεις πίσω στο πολλαπλάσιο με το άλλο.

Άλλωστε, οι αγρότες γνωρίζουν καλύτερα απ’ όλους ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις έταζαν «όλα τα κιλά, όλα τα λεφτά», τη στιγμή που εξόντωναν, λεηλατούσαν, διέλυαν τον ΟΓΑ, την προοπτική δηλαδή της κοινωνικής ασφάλισης των αγροτών.

Αντίθετα, εμείς δεν πήγαμε για να τάξουμε, αλλά για να συνειδητοποιήσουμε τα προβλήματα, να βρούμε λύσεις, και κυρίως να σώσουμε και τις συντάξεις και την πρόνοια, να μην είναι οι αγρότες πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Και νομίζω ότι είναι αυτές οι αρχές που έπεισαν για την ειλικρίνεια των προθέσεών μας, τουλάχιστον. Δεν συμφωνήσαμε σε όλα. Νομίζω όμως ότι κατέστη εμφανής η ειλικρίνεια των προθέσεών μας.

Και η προσπάθειά μας να βοηθήσουμε τον αγροτικό κόσμο να ξεφύγει από τον παραμορφωτικό φακό της πλειοψηφίας των μέσων ενημέρωσης της διαπλοκής που κλιμάκωναν μια ένταση πάνω σε μη αληθινά στοιχεία. Εμείς λοιπόν θέλουμε:

• ενιαίους κανόνες για όλους.
• ελάφρυνση για τα χαμηλά εισοδήματα.
• επιβάρυνση για τα εύρωστα μεγάλα εισοδήματα.
• Και δίκαιο διαμερισμό βαρών για τα μεσαία εισοδήματα.

Γιατί, θέλω να επισημάνω, ότι δεν υπήρξαν ούτε θα υπάρξουν ποτέ ούτε αταξικά ούτε υπερταξικά κοινωνικά μέτωπα.
Πώς να το κάνουμε, δεν έχουν τα ίδια εισοδήματα και δεν αποτελούν ένα ομοιογενές σύνολο όλοι οι ελεύθεροι επαγγελματίες, όλοι οι αυτοαπασχολούμενοι επιστήμονες, όλοι οι αγρότες, όπως και το μεγάλο τμήμα των μεσαίων στρωμάτων.

Οι μνημονιακές πολιτικές έχουν χαράξει βαθιά ταξικά ρήγματα στο εσωτερικό αυτών των κοινωνικών ομάδων και τάξεων και έχουν αναδείξει την άνιση κατανομή στο εσωτερικό τους.
Γιατί εκτός από τους μεγαλοεπαγγελματίες, υπάρχουν και οι νέοι επαγγελματίες και οι νέοι επιστήμονες, οι οποίοι στην συντριπτική πλειοψηφία δουλεύουν σε συνθήκες γαλέρας και εκμετάλλευσης από τους μεγαλοεπαγγελματίες, με μπλοκάκια, και στους δρόμους βρέθηκαν μαζί, χέρι χέρι, και οι μεν και οι δε.

Εκτός από τους μεγαλοκτηματίες αγρότες και αυτούς που έχουν το προνόμιο να παίρνουν τη συντριπτική πλειοψηφία των επιδοτήσεων και να έχουν τεράστια εισοδήματα, υπάρχουν και οι φτωχοί αγρότες, οι εργάτες γης αλλά και οι μεσαίοι, μικρομεσαίοι, φτωχοί αγρότες, που αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των αγροτικού κόσμου –το 92% έχει εισοδήματα κάτω από 12.000 ευρώ- και οι οποίοι έχουν αγωνία για το αύριο, και πραγματικά αγωνίζονται για να επιβιώσουν. Και γι’ αυτό εμείς σπεύσαμε να συνδυάσουμε την ασφαλιστική με την φορολογική μεταρρύθμιση ώστε να στηρίξουμε τη μεγάλη πλειοψηφία, σχεδόν τα δύο τρίτα, των ελεύθερων επαγγελματιών, επιστημόνων, και τη συντριπτική πλειοψηφία των αγροτών με βάση τα δηλωθέντα εισοδήματά τους.

Και θέλω να επαναλάβω και σήμερα, από αυτό το βήμα.

Σε αντίθεση με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, που στο Μεσοπρόθεσμο 2015-2018 είχαν δεσμευτεί και ψηφίσει για την κλιμακωτή μείωση όλων των συντάξεων, κύριων και επικουρικών, όλων των συνταξιούχων, για μια ακόμα φορά, δέκατη τρίτη στη σειρά από τις αρχές του 2010, εμείς επιμένουμε στη δέσμευσή μας και προσερχόμαστε στη τελική διαπραγμάτευση με την επιμονή μας να μην περικόψουμε τρέχουσες συντάξεις.

Δική μας θέση και στόχος είναι να ελαφρύνουμε τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία από τα μνημονιακά βάρη των προηγούμενων κυβερνήσεων.

Και πιστεύω ότι αυτό, όσο κι αν κάποιοι προσπαθούν να το κρύψουν, η κοινωνία το βλέπει.

Γι’ αυτό και δεν δίνει άλλοθι η κοινωνία στα συστημικά πολιτικοοικονομικά συμφέροντα και στην οργανωμένη διαπλοκή, που επιχειρούν να αξιοποιήσουν τις κοινωνικές αντιδράσεις για να πετύχουν το πολυπόθητό τους στόχο, την αποσταθεροποίηση της κυβέρνησης.

Διαχωρίζουν τη θέση τους οι πολίτες, κι αυτοί που αγωνίζονται και διεκδικούν κυρίως, από τις μεθοδεύσεις και τις σκοπιμότητες των συστημικών συμφερόντων και των πολιτικών εκφραστών τους.

Στον πόλεμο που υφίσταται η κυβέρνησή μας από διατεταγμένα μέσα ενημέρωσης, η μόνη απάντησή μας και η μόνη διέξοδος είναι ο καθημερινός, ειλικρινής διάλογος με το λαό. Ακόμα κι όταν βρισκόμαστε πολλές φορές μπροστά σε στημένες προβοκάτσιες, η απάντησή μας και η αντίδρασή μας, είναι πως είμαστε εδώ να συζητήσουμε με όλους, γιατί είμαστε όλοι από την ίδια μεριά του προβλήματος.

Είμαστε στην ίδια μεριά με τις κοινωνικές ομάδες που έχουν πληγεί τα τελευταία χρόνια και εξακολουθούν να υποφέρουν.
Και είναι ο δημοκρατικός διάλογος και η σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία, που έχει αποδείξει ότι μπορεί, κατανοεί, αγωνίζεται και τα καταφέρνει.

Γιατί για μας, η μεγάλη ταξική και κοινωνική πλειοψηφία που έκρινε τις μάχες τις κρίσιμες στις κάλπες της 25ης Γενάρη, της 5ης του Ιούλη και της 20ης Σεπτέμβρη του 2015, για μας αυτή η μεγάλη, αυτή ταξική και κοινωνική πλειοψηφία θα παραμείνει ο πλοηγός των αποφάσεων μας, αλλά και ο κυματοθραύστης στις διαρκείς επιθέσεις της διαπλοκής των συμφερόντων.

Και θέλω, σήμερα, να το πω για άλλη μια φορά: είχαν βάλει στόχο να ρίξουν την κυβέρνηση αυτή, ως μια μικρή παρένθεση, στο δημοψήφισμα του καλοκαιριού. Δεν τα κατάφεραν. Είχανε βάλει στόχο να ρίξουν την κυβέρνηση αυτή είτε μέσα από την ήττα των εκλογών είτε μέσα από τον εξαναγκασμό μας σε σχήματα οικουμενικών κυβερνήσεων στην κάλπη του Σεπτέμβρη. Δεν τα κατάφεραν. Τώρα βάζουν ξανά και επίμονα στόχο, εν όψει της αξιολόγησης, να δημιουργήσουν ξανά συνθήκες ανατροπής της κυβέρνησης, παρά τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης της χώρας. Γιατί έχουν ένα και μοναδικό σκοπό: να γλιτώσουν τις συνέπειες από την εφαρμογή των νόμων. Να γλιτώσουν τα δάνειά τους, να συνεχίσουν να κυβερνούν οικονομικά αυτό τον τόπο. Τους το λέμε λοιπόν μια και καλή: ούτε και τώρα θα τα καταφέρετε. Και το πλήρωμα του χρόνου πλησιάζει. Θα πρέπει να αποφασίσουν: Ή θα βάλουν το χέρι στην τσέπη να πληρώσουν τις εκκρεμότητές τους, ή θα συνταχθούν με το νόμο, ή θα εγκαταλείψουν την προσπάθεια να εξουσιάζουν την εξουσία την οικονομική που τόσα χρόνια είχαν επιβάλει σ’ αυτόν τον τόπο.

Η κυβέρνηση και θα περάσει τον κρίσιμο κάβο της αξιολόγησης, κυρίως όμως θα καταφέρει να τον περάσει με την κοινωνία όρθια και όχι διαιρεμένη, με τα αιτήματα των κοινωνικών ομάδων που αγωνιούν και διεκδικούν να καλύπτονται στο μεγάλο ποσοστό τους και, κυρίως, θα καταφέρει να περάσει αυτόν τον κρίσιμο κάβο, διατηρώντας την οικονομική και κοινωνική σταθερότητα και χτίζοντας για το επόμενο διάστημα μια προοπτική εξόδου από την κρίση, με την κοινωνία όρθια. Εμείς θα τα καταφέρουμε. Αυτοί δεν θα καταφέρουν για τρίτη φορά να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους.

Δεν θέλω να μακρηγορήσω. Θέλω να κλείσω την εισήγησή μου. Δεν μπορώ όμως να μην κάνω μια αναφορά στο γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα υπάρχει μια μεγάλη αναταραχή και αναστάτωση. Διότι η κυβέρνηση αυτή, παρά τις δυσκολίες, δεν κρύβει τις λίστες και τα cd των φοροφυγάδων στα συρτάρια, αλλά τα δίνει στη δικαιοσύνη και οι λίστες ελέγχονται και κάποιοι καλούνται να πληρώσουν. Η κυβέρνηση αυτή προχωρά, το επόμενο διάστημα, σε νομοθετικές παρεμβάσεις που θίγουν κεκτημένα συμφέροντα.

Και βεβαίως αναφέρομαι στο γεγονός ότι παρά τις πιέσεις και τις αντιδράσεις θα προχωρήσουμε, το επόμενο διάστημα, άμεσα, μετά την ψήφιση του νόμου για τις τηλεοπτικές άδειες, στο διαγωνισμό που θα βάλει μια τάξη στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, κάτι που ήταν μια από τις σημαντικές μας δεσμεύσεις το προηγούμενο διάστημα. Θέλω λοιπόν να πω ότι συνεχίζουμε έναν αγώνα κάθε μέρα και κάθε στιγμή, μέσα στην κοινωνία, παρά τις αντιφάσεις και τις αντιθέσεις, για να στηρίξουμε τις κοινωνικές δυνάμεις που προσβλέπουν σε μας γιατί αριστερή διακυβέρνηση χωρίς κοινωνική στήριξη και αναφορά δεν υπάρχει. Προχωράμε μπροστά, με τις πολιτικές μας αξίες και το ήθος μας.

Είμαστε βέβαιοι ότι στο τέλος της ημέρας θα καταφέρουμε, όχι μόνο να ξεφύγουμε από τη δίνη παράλληλων κρίσεων, με τη χώρα όρθια και την κοινωνία όρθια, αλλά θα καταφέρουμε να βάλουμε τέλος σ’ αυτό το κύκλωμα διαπλοκής οικονομικής και πολιτικής εξουσίας που όλα τα προηγούμενα χρόνια είχε δημιουργήσει μια μάστιγα στην πολιτική ζωή του τόπου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, συντρόφισσες και σύντροφοι, ήταν και θα παραμείνει η άγρυπνη αριστερή συνείδηση της κυβέρνησης. Και είναι γι αυτόν το λόγο που, σ’ αυτές τις εξελίξεις, πρέπει να παίξει ρόλο καθοριστικό.

Κυρίως, όμως, θα πρέπει να παίξει ρόλο καθοριστικό στην διαμόρφωση ενός μεγάλου διεθνούς κινήματος στήριξης, πολιτικής, ιδεολογικής αλλά και υλικής, απέναντι στους συνανθρώπους μας που σήμερα το έχουν ανάγκη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, και κλείνω με αυτό, οφείλει να πρωτοστατήσει στη δημιουργία ενός μεγάλου, παλλαϊκού, και διεθνούς θα έλεγα, κινήματος αλληλεγγύης απέναντι στους πρόσφυγες. Οφείλει να πρωτοστατήσει στην οργάνωση ενός κινήματος που θα συμπεριλαμβάνει τις δυνάμεις τις λαϊκές, ταυτόχρονα όμως και της διανόησης, του πολιτισμού, και να σταθούμε απέναντι στους συνανθρώπους μας που το έχουν ανάγκη. Και ταυτόχρονα βέβαια να πρωτοστατήσει στην οργάνωση των λαϊκών και εργατικών αγώνων ενάντια στην εργοδοτική αυθαιρεσία.

Να πρωτοστατήσει στην προώθηση της καινοτομίας, στην άνθιση της κοινωνικής οικονομίας, στην καταγραφή και στη συμμετοχή των κοινωνικών διαθέσεων και των κοινωνικών διεργασιών.

Και, τέλος, στην επεξεργασία μιας συνολικής στρατηγικής θεώρησης μακράς πνοής για τη νέα συγκυρία, όπως αυτή διαμορφώθηκε από τον Ιούλιο και μετά.

Γιατί, μπορεί από την ίδια τη ζωή να αναγκάζεσαι να αλλάζεις τακτική, αλλά ο στρατηγικός στόχος σου παραμένει πάντα ο ίδιος:
Δημοκρατία, ισότητα, κοινωνική δικαιοσύνη, αξίες που σ’ αυτόν τον τόπο τις εκφράζει πια η μεγάλη παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ, η μεγάλη παράταξη της Αριστεράς.

Είμαι βέβαιος ότι μπροστά στο συνέδριό μας θα καταφέρουμε να διαμορφώσουμε τις λεπτομέρειες αυτού του στρατηγικού στόχου, και σε άμεση συνεργασία με τις δυνάμεις της ευρωπαϊκής και της διεθνούς αριστεράς, για να συμπτύξουμε ένα μέτωπο απέναντι στην επέλαση της ακροδεξιάς, απέναντι στην επέλαση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας για να υπερασπιστούμε αξίες, να υπερασπιστούμε τη δημοκρατία, να υπερασπιστούμε τον πολιτισμό μας.

SHARE


ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΜΕ..
To altsantiri.gr θεωρεί δικαίωμα του κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του. Ωστόσο, τονίζουμε ρητά ότι δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν τον εκάστοτε χρήστη και μόνο αυτόν. Παρακαλούμε πολύ να είστε ευπρεπείς στις εκφράσεις σας. Τα σχόλια με ύβρεις εφόσον εντοπίζονται θα διαγράφονται, ενώ οι χρήστες που προκαλούν ή υβρίζουν θα αποκλείονται.