Κριτική στην στάση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας τόσο για τη συνολική στάση της όσο και για την στάση που κράτησε έναντι της Ελλάδας ασκεί ο επικεφαλής του γερμανικού οικονομικού ινστιτούτου Κλέμενς Φούεστ τονίζοντας μάλιστα την απουσία «δημοκρατικού ελέγχου της νομισματικής πολιτικής».

Μιλώντας στην εφημερίδα Financial Times και αναφερόμενος στο ελληνικό ζήτημα, ο Φούεστ επισήμανε ότι η πολιτική που εφάρμοσε η ΕΚΤ «ήταν κακή», εξηγώντας: «Εάν είχαν σταματήσει τον ELA τον Φεβρουάριο ή τον Μάρτιο, κάτι που θα ήταν απόλυτα δικαιολογημένο, ο (πρωθυπουργός Αλέξης) Τσίπρας θα ήταν διατεθειμένος να διαπραγματευθεί και να καταλήξει σε συμφωνία πολύ νωρίτερα. Η ανησυχία μου είναι ότι η ΕΚΤ ενέδωσε πολύ εύκολα σε εκείνους που θέλουν να διαχειρισθεί την κρίση του ευρώ. Ερμηνεύοντας πιο περιοριστικά την (καταστατική) εντολή της, θα μπορούσε να έχει αποτρέψει μέρος της ζημιάς που έγινε στην Ελλάδα», πρόσθεσε ο Γερμανός οικονομολόγος ο οποίος τον ερχόμενο Απρίλιο θα διαδεχθεί τον Χανς – Βέρνερ Ζιν ως επικεφαλής του οικονομικού ινστιτούτου Ifo στο Μόναχο.

«Δεν είναι η εντολή της ΕΚΤ να επιδιώκει τα γερμανικά ή τα γαλλικά οικονομικά συμφέροντα, αλλά εκείνα της Ευρωζώνης ως σύνολο», αναφέρει σε άλλο σημείο της συνέντευξής του, προσθέτοντας: «Δεν υπάρχει δημοκρατικός έλεγχος της νομισματικής πολιτικής. Υπάρχει ένας υψηλός βαθμός ανεξαρτησίας (της) και αυτό σημαίνει ότι η ΕΚΤ πρέπει να είναι πολύ, πολύ προσεκτική στο να μην υπερβαίνει την εντολή της».

Επικριτικός είναι ο Φούεστ και για την οικονομική πολιτική της γερμανικής κυβέρνησης. Χαρακτηρίζει «απόλυτα καταστροφική» τη στροφή της ενεργειακής πολιτικής της Γερμανίας (Energiewende) στην κατεύθυνση μεγαλύτερης εξάρτησης από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σημειώνοντας: «Αν κοιτάξει κανείς στους στόχους – ασφαλής παροχή της ενέργειας, περιβαλλοντικά θέματα και προσιτές τιμές – η πολιτική αποτυγχάνει σε όλες αυτές τις διαστάσεις».

Ο διακεκριμένος, ως ερευνητής οικονομολόγος στη Βρετανία και τη Γερμανία, θεωρεί την αποτυχία της νέας ενεργειακής πολιτικής ως εμβληματική μίας ευρύτερης αδυναμίας της κυβέρνησης να ενθαρρύνει την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα. Αν και η Γερμανία παραμένει μία από τις ισχυρότερες οικονομίες στην Ευρωζώνη, ο Φούεστ θεωρεί ότι το Βερολίνο διατρέχει τον κίνδυνο να υποκύψει στον εφησυχασμό. «Αν κοιτάξει κανείς στην τρέχουσα κυβερνητική και πολιτική συζήτηση, υπάρχει ο κίνδυνος του εφησυχασμού και της υπερβολικής αισιοδοξίας για την κατάσταση της γερμανικής οικονομίας», δήλωσε, προσθέτοντας: «Η σημερινή κυβέρνηση εστιάζει μόνο σε πολιτικές αναδιανομής του εισοδήματος, όπως τη ρύθμιση των συντάξεων ή των ελάχιστων μισθών. Δεν σκέφτεται αρκετά για την ανάπτυξη, ιδιαίτερα για την εγχώρια ανάπτυξη».

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ