μείωση του μεγέθους γραμματοσειράς

Η δεσπόζουσα θέση της Γερμανίας, η οποία φάνηκε απόλυτα κατά την οικονομική κρίση του 2008, σταδιακά εξασθενεί – με εκτεταμένες συνέπειες για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό αναφέρει σε νέο του άρθρο ο Daniel Gros, επικεφαλής του Center for European Policy Studies (CEPS) στο Project Syndicate, επικαλούμενος τα στοιχεία για την ανάπτυξη της χώρας.
Φυσικά, από τη σκοπιά της ήπιας ισχύος, το γεγονός και μόνο ότι η Γερμανία αναπτυσσόταν ενώ οι υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης ήταν σε ύφεση είναι σημαντικό.
Όμως αυτό αποτελεί μια εξαιρετική περίσταση που σύντομα δεν θα υφίσταται.
Τα 12 από τα τελευταία 20 χρόνια, ο ρυθμός ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας ήταν χαμηλότερος από το μέσο όρο των τριών άλλων μεγάλων χωρών της ευρωζώνης (Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία).
Παρά το γεγονός ότι η γερμανική ανάπτυξη αυξήθηκε κατά την περίοδο μετά την κρίση, όπως δείχνει το γράφημα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ότι θα υποχωρήσει κάτω από το μέσο όρο των τριών χωρών – και πολύ κάτω από το μέσο όρο της ευρωζώνης, η οποία περιλαμβάνει τις μικρότερες χώρες υψηλής ανάπτυξης της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης – μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.
Μπορεί η Γερμανία να εξακολουθεί να έχει κάποια προφανή πλεονεκτήματα, όμως, μια πιο προσεκτική εξέταση δείχνει ότι δεν είναι τόσο θετικά όσο φαίνονται.
Η Γερμανία είναι κοντά στην πλήρη απασχόληση – σε έντονη αντίθεση με τα διψήφια ποσοστά ανεργίας που επικρατούν σε μεγάλο μέρος της ευρωζώνης.
Αλλά ο συνδυασμός της πλήρους απασχόλησης και των χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης στην πραγματικότητα υποδεικνύει ένα υποκείμενο πρόβλημα: πολύ αργή αύξηση της παραγωγικότητας.
Σε αυτό θα πρέπει να προστεθεί και η συρρικνούμενη δεξαμενή των ικανών εργαζομένων να ανταποκριθούν στις ανάγκες της αγοράς εργασίας στη Γερμανία – ο πληθυσμός της χώρας γερνά, και οι πρόσφυγες που φτάνουν στερούνται των δεξιοτήτων που απαιτούνται – η γερμανική οικονομία φαίνεται ότι μπαίνει σε μια παρατεταμένη περίοδο υποτονικής απόδοσης.
Ένα άλλο πλεονέκτημα είναι τα προφανή μεγάλα χρηματοπιστωτικά αποθέματα της χώρας, τα οποία όχι μόνο δεν μετριάστηκαν από την κρίση, αλλά της προσδίδουν τη σημαντική πολιτική επιρροή.
Πράγματι, επειδή τα γερμανικά κεφάλαια ήταν απαραίτητα για τη διάσωση της περιφέρειας της ευρωζώνης, η χώρα βρέθηκε στο επίκεντρο όλων των προσπαθειών για την αντιμετώπιση της κρίσης.
Η συγκατάθεση της Γερμανίας ήταν αναγκαία για τη δημιουργία της «τραπεζικής ένωσης», η οποία συνεπάγεται τη μεταβίβαση των εποπτικών αρμοδιοτήτων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τη δημιουργία ενός κοινού ταμείου για την αντιμετώπιση των αφερέγγυων τραπεζών.
Η γερμανική αντίσταση όμως συνέβαλε στην καθυστέρηση της παρέμβασης της ΕΚΤ στις αγορές ομολόγων.
Όταν η ΕΚΤ τελικά έκανε την έναρξη του προγράμματος αγοράς ομολόγων της, το έπραξε με τη σιωπηρή έγκριση της Γερμανίας.
Τώρα, όμως, τα επιτόκια είναι στο μηδέν και οι μεγάλες εξοικονομήσεις της Γερμανίας δεν αποδίδουν πλέον.
Και με την οικονομική θύελλα να έχει μετριαστεί σημαντικά, η Γερμανία δεν έχει νέες δυνατότητες να αποδείξει την πολιτική επιρροή της, τόσο εντός όσο και εκτός της ευρωζώνης.
Επίσης, ενώ η Γερμανία, λόγω της βαθιάς συμμετοχής της σε οικονομίες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, ήταν ένας παίκτης-κλειδί στις συμφωνίες του Μινσκ, που είχαν ως στόχο τον τερματισμό της σύγκρουσης στην Ουκρανία.
Ωστόσο έχει μικρή επιρροή στις χώρες της Μέσης Ανατολής, που τραβά την προσοχή του κόσμου σήμερα.
Μάλιστα, ενώ πολλοί έχουν τονίσει την αποφασιστικότητα της πολιτικής ηγεσίας της Γερμανίας στην κρίση των προσφύγων, η πραγματικότητα είναι ότι η ίδια δεν είναι σε θέση να επηρεάσει τους παράγοντες που προκαλούν την κρίση.
Μάλιστα, είναι η πρώτη φορά που η Γερμανία πρέπει να ζητήσει από τους εταίρους της στην ΕΕ αλληλεγγύη, καθώς δεν μπορεί να απορροφήσει άλλους πρόσφυγες.
Μπορεί οι αντιλήψεις να έχουν μείνει πίσω στην πραγματικότητα, πράγμα που σημαίνει ότι η Γερμανία εξακολουθεί να θεωρείται ευρέως ως η πιο ισχυρή δύναμη της ευρωζώνης.
Όμως, καθώς η παγκόσμια οικονομική συγκυρία επιταχύνει την επιστροφή της Γερμανίας στην «παλαιά κανονικότητα», η αλλαγή εξουσίας στην Ευρώπη θα γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να αγνοηθεί.
Η Γερμανία, η οποία εξάγει μεγάλο όγκο επενδυτικών αγαθών, επωφελήθηκε περισσότερο από ό, τι άλλες χώρες της ευρωζώνης από την έκρηξη των επενδύσεων στην Κίνα και άλλες αναδυόμενες οικονομίες.
Αλλά η ανάπτυξη των αναδυόμενων οικονομιών επιβραδύνεται σημαντικά τώρα, συμπεριλαμβανομένης και της Κίνας, ενώ η ζήτηση μετατοπίζεται από τις επενδύσεις στην κατανάλωση.
Αυτό τείνει να υπονομεύσει τη γερμανική ανάπτυξη και να επωφελήσει τις χώρες της νότιας Ευρώπης, οι οποίες εξάγουν περισσότερα καταναλωτικά αγαθά.
Η συνεχιζόμενη στροφή στην δυναμική της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας στην Ευρώπη είναι πιθανό να έχει σημαντικό αντίκτυπο στη λειτουργία της ΕΕ – και ειδικά της ευρωζώνης.
Για παράδειγμα, χωρίς μια ισχυρή Γερμανία, να παροτρύνει για φορολογικές και άλλες μεταρρυθμίσεις, οι χώρες μπορεί να χάσουν τα κίνητρά τους να κάνουν ό, τι χρειάζεται για να διασφαλισθεί η σταθερότητα σε μακροπρόθεσμη βάση.
Εν ολίγοις, μπορεί να οδεύουμε προς μια λιγότερο «γερμανική» οικονομική πολιτική στην ευρωζώνη.
Ενώ αυτό μπορεί να ενισχύσει τη δημοτικότητά της ΕΕ στην περιφέρεια, θα μπορούσε να αυξήσει τον ευρωσκεπτικισμό στη Γερμανία, – μια χώρα που, παρά τη φθίνουσα οικονομική ισχύ της, παραμένει ένα σημαντικό κομμάτι του παζλ της ολοκλήρωσης.

αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς

ΠΗΓΗ: bankingnews.gr


loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ