Συνέντευξη στην εφημερίδα «Αυγή της Κυριακής» παραχώρησε η εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, Ράνια Σβίγκου. Αναλυτικά όλα όσα είπε η κα Σβίγκου:

 

  • Μιλήσατε πρόσφατα για «καρτέλ, που από την πρώτη στιγμή επιδιώκει να πέσει η κυβέρνηση». Αυτό επιδιώκουν ή απλά το σύστημα προσπαθεί να κρύψει την αδυναμία του να συγκροτήσει ένα εναλλακτικό σχέδιο;

Η αναφορά στα καρτέλ έγινε με αφορμή τον διαγωνισμό για τις τηλεοπτικές άδειες, όπου βλέπουμε μια ιδιότυπη συμμαχία καναλαρχών, επιχειρηματιών και κομμάτων της αντιπολίτευσης, με την οποία εξυπηρετούνται ταυτόχρονα επιχειρηματικά σχέδια και μικροκομματικές επιδιώξεις. Το ίδιο συμβαίνει και αλλού.  Εναλλακτικό σχέδιο έχουν και αυτό δεν είναι άλλο από την εφαρμογή ακραίων νεοφιλελεύθερων πολιτικών, όπως περικοπές στην Υγεία, την Παιδεία και το κοινωνικό κράτος, περιστολή των εργασιακών δικαιωμάτων. Για να το εξυπηρετήσουν, όμως,  η μόνη ελπίδα που τους μένει είναι η συμμαχία που προανέφερα με κεντρικό στόχο να σπιλωθεί το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς. Έφτασαν στο σημείο να μας κατηγορούν ότι ευνοούμε συγκεκριμένο επιχειρηματία στην Τράπεζα Αττικής, αυτοί που διόριζαν τα στελέχη τους στο ΔΣ της τράπεζας, και που λάμβαναν, για χρόνια, θαλασσοδάνεια.

  • Μήπως, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ θα έπρεπε να ασχολείται λιγότερο με το να «κερδίζει» μια αντιπολίτευση κατώτερη των περιστάσεων και περισσότερο με ουσιαστικότερα θέματα διακυβέρνησης και αναζήτησης συναινέσεων;

Διαφωνώ με το δίλημμα που θέτετε. Δεν είμαστε σε μια κοινωνία χωρίς συγκρούσεις, συμφέροντα, ισχυρούς και αδύναμους. Το γνωρίζουμε αυτό και έχουμε διαλέξει πλευρά. Και ακριβώς επειδή έχουμε διαλέξει πλευρά, σε πολλά ζητήματα η «ουσία» προκύπτει μέσα από τη σύγκρουση. Αναζήτηση συναινέσεων από ποιους ; Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν συναίνεσε ποτέ με τη διαπλοκή και ούτε θα το κάνει. Ανέλαβε την διακυβέρνηση, εκφράζοντας κοινωνικά αιτήματα και επιδιώκοντας  να αλλάξει τους συσχετισμούς υπέρ  των ασθενέστερων. Δεν θα διαφωνήσω ότι σε πολλές περιπτώσεις κάναμε λάθη, αργήσαμε, υποτιμήσαμε κρίσιμες παραμέτρους και στο κομματικό και στο κυβερνητικό επίπεδο. Δεν έχουμε λοξοδρομήσει όμως από το βασικό μας στόχο, ούτε έχουμε ξεχάσει ποιους εκπροσωπούμε . Αυτό το έχει καταλάβει και η αντιπολίτευση, και γι’ αυτό ο πόλεμος που μας κάνει επικεντρώνεται όχι στα πεπραγμένα της κυβέρνησης, αλλά στο πεδίο της επικοινωνίας και της προπαγάνδας, εκεί όπου πιστεύει πως είναι πιο ισχυρή, διαθέτοντας πολύχρονους δεσμούς με τα κυρίαρχα Μέσα. Το έργο, λοιπόν, της κυβέρνησης και του κόμματος είναι η καλύτερη απάντηση στην προπαγάνδα, όχι για να «κερδίσουμε» κάποια κόμματα, στο «παιχνίδι» της νομής της εξουσίας, αλλά για να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες και να πραγματώσουμε τις ελπίδες της κοινωνίας.

  • Πότε και πώς πρέπει γίνουν οι απαραίτητες για τον εκσυγχρονισμό της χώρας προοδευτικές θεσμικές αλλαγές, όπως για παράδειγμα στις σχέσεις κράτους εκκλησίας;

Οι αλλαγές στο πεδίο των θεσμών είναι αναγκαίες και προχωρούν. Αποτελούν μέρος του προγράμματός μας, όπως και βασικό στοιχείο της ταυτότητάς μας. Και δεν πρέπει να τις φοβηθούμε. Η προσπάθεια έχει ήδη αρχίσει, με την ψήφιση του εκλογικού νόμου, και με τη μεγάλη μεταρρύθμιση στη Δημόσια Διοίκηση.  Θα ακολουθήσει ο σχεδιασμός και η υλοποίηση της μεταρρύθμισης στην Παιδεία, με βάση τον Εθνικό Διάλογο. Η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος έπεται, και θα είναι εις βάθος, γιατί εμείς δεν έχουμε σκοπό να κινηθούμε ερήμην της κοινωνίας, όπως γινόταν όλα τα προηγούμενα χρόνια.

Ζητήματα που για την υπόλοιπη Ευρώπη έχουν επιλυθεί εδώ και αιώνες, δεν είναι δυνατόν να παραμένουν ταμπού, ούτε οι απαραίτητες ριζοσπαστικές τομές να αναβάλλονται διαρκώς, θυσιαζόμενες σε μικροκομματικά συμφέροντα. Οφείλω, όμως, εδώ, να διευκρινίσω κάτι, μιας που το ζήτημα έχει βρεθεί στην επικαιρότητα. Είναι άλλο θέμα η σχέση Κράτους και Εκκλησίας, κάτι που αφορά τη διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης,  κι άλλο η εκπαιδευτική πολιτική. Τα ζητήματα που αφορούν στην εκπαίδευση αποτελούν αρμοδιότητα της Πολιτείας, η οποία αποφασίζει για αυτά, μετά από τον αναγκαίο διάλογο, και κρίνεται για τις αποφάσεις της από τους πολίτες.

  • Παρατηρούμε τη συστράτευση της ελληνικής Κεντροαριστεράς με τη ΝΔ να μην έχει προοπτική αλλαγής πλεύσης. Εξηγήστε πώς θα γίνει πραγματικότητα ο προοδευτικός πόλος που θέλει να διαμορφώσει ο ΣΥΡΙΖΑ;

Όπως διδάσκει και το ευρωπαϊκό παράδειγμα, τόσο στην Πορτογαλία όσο και στην Αγγλία, με την επανεκλογή Κόρμπυν, ένας προοδευτικός πόλος συγκροτείται από εκείνους που έχουν απορρίψει τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα. Η ταύτιση του ΠΑΣΟΚ, του Ποταμιού και των διαφόρων συνομαδώσεων του πάλαι ποτέ εκσυγχρονισμού με τον κ. Μητσοτάκη έχει συντελεστεί από καιρό σε προγραμματικό επίπεδο. Όσο δεν αλλάζουν πλεύση, τόσο θα είναι  παρακολούθημα των πολιτικών σχεδίων της ΝΔ.   Ο προοδευτικός πόλος δεν μπορεί παρά να συγκροτηθεί με απεύθυνση στην κοινωνία, με συγκεκριμένες απαντήσεις στα ζητήματα της συγκυρίας.   Άλλωστε, ούτε προοδευτικός ούτε κεντροαριστερός είναι κάποιος, επειδή το δηλώνει.

  • Πιστεύεις ότι χρειάζεται ένας πιο έντονα παρεμβατικός ΣΥΡΙΖΑ προς την κυβέρνηση;

Καθήκον του ΣΥΡΙΖΑ είναι  να διαμεσολαβεί τη φωνή της κοινωνίας. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα κοινό σχέδιο για το παρόν και το μέλλον, το οποίο θα τηρείται και  θα υλοποιείται, στις διάφορες πτυχές του, από το κόμμα και την κυβέρνηση, ανάλογα με τον διακριτό ρόλο της κάθε πλευράς. Αυτό θα αποφασιστεί στο Συνέδριο. Πάνω στην εφαρμογή αυτού ακριβώς του σχεδίου θα κριθούμε όλοι κι όλες.

  • Η μαζικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ εξαγγέλλεται διαρκώς, αλλά δεν προχωράει. Τι φταίει;

Η συμμετοχή σε ένα κόμμα της Αριστεράς είναι μια συνειδητή απόφαση. Χρειάζεται ανιδιοτέλεια,  πίστη στις αξίες της συλλογικότητας, της αλληλεγγύης, ελπίδα για μια ριζοσπαστική κοινωνική αλλαγή.  Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένα κόμμα όπως η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ. Τα μέλη του δεν προσέρχονται άπαξ,  μια Κυριακή, για να εκλέξουν έναν πρόεδρο, ούτε εντάσσονται σε αυτόν  χρησιμοθηρικά, για να διοριστούν κάπου. Αγωνίζονται καθημερινά, συζητούν, κάνουν εξορμήσεις.  Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι από την αντιστοίχηση της κομματικής βάσης με την κοινωνία. Ούτε τώρα, ούτε και τα προηγούμενα χρόνια της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι οι εποχές της μεγάλης μαζικοποίησης των κομμάτων έχουν παρέλθει. Θα συμφωνήσω, σημειώνοντας όμως ότι οι μεγάλες κινητοποιήσεις του λαού τα προηγούμενα χρόνια δείχνουν ότι το ενδιαφέρον για τη συλλογική δράση δεν έχει μειωθεί, το αντίθετο. Αυτό που πρέπει να δούμε είναι το ζήτημα της οργανωτικής ένταξης. Άποψή μου είναι ότι το μόνο αντίδοτο, η μόνη λύση στην αποστράτευση είναι η αναζωογόνηση της εσωκομματικής δημοκρατίας, η μεγαλύτερη συμμετοχή των μελών στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων, αλλά και η καθημερινή προσπάθεια όλων μας ώστε η πρακτική να συμβαδίζει με τις διακηρύξεις μας για το πώς οραματιζόμαστε το Κόμμα και τη λειτουργία του.


loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ