Από μια σειρά προϋποθέσεων, με βασικότερη αυτή της δημοσιονομικής σταθεροποίησης, εξαρτάται ο χρονικός ορίζοντας για την άρση των κεφαλαιακών ελέγχων, με το πιο ρεαλιστικό σενάριο να εστιάζει στο β’ εξάμηνο του 2016.

Το νομοσχέδιο για το ασφαλιστικό, τα «κόκκινα» δάνεια, τα δημοσιονομικά, η αποδοχή του μέτρου για «χτίσιμο» αφορολογήτου, αποκλειστικά μέσω «πλαστικού» χρήματος, τα πρώτα βήματα του τραπεζικού συστήματος στην μετά ανακεφαλαιοποίηση εποχή καθώς και το μακροοικονομικό περιβάλλον είναι κάποιοι από τους «πυλώνες» πάνω στους οποίους θα στηριχτεί η δυνατότητα για την άρση των capital controls και ενώ οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με το «κουαρτέτο» των δανειστών ξεκινούν εκ νέου στις 8 Ιανουαρίου.

«Ευχής έργον» θα ήταν να συνέβαινε αυτό μέσα στο πρώτο τρίμηνο του νέου έτους, αναφέρουν οικονομικοί παρατηρητές, ωστόσο δεν θεωρούν και τόσο ρεαλιστικό αυτό το σενάριο, κάνοντας λόγο για περισσότερες πιθανότητες κατά το β’ τρίμηνο του 2016, για μια σειρά λόγων. Ο πρώτος εξ αυτών είναι να γίνει σαφές εάν και κατά πόσον απέδωσε το μέτρο της γενίκευσης του άυλου χρήματος.

Το γεγονός ότι 48 ώρες πριν τη λήξη της προθεσμίας το ποσοστό όσων είχαν ήδη πληρώσει τα τέλη κυκλοφορίας άγγιξε το 80% και 24 ώρες αργότερα κυμάνθηκε μεταξύ 85% και 90% οδηγεί μεταξύ άλλων και στο συμπέρασμα ότι η εξοικείωση των Ελλήνων πολιτών με το πλαστικό χρήμα και το e-banking, που ήλθε ως αποτέλεσμα των capital controls, ήταν μεγαλύτερη του αρχικώς αναμενομένου.

Το επιχείρημα περί «ψηφιακώς αναλφάβητων» πολιτών, που προβλήθηκε από αρκετούς όταν ετέθη ζήτημα γενικευμένης χρήσης άυλου χρήματος ως μέτρου κατά της φοροδιαφυγής, αποδείχθηκε έωλο. Όπως σε γενικές γραμμές είχαν αποδειχθεί και στο παρελθόν έωλα ανάλογα επιχειρήματα, όπως λ.χ. στη χρήση της κάρτας και του ΑΤΜ από την «τρίτη ηλικία», αφού καταβολή των συντάξεων μέσω των Αυτόματων Ταμειολογιστικών Μηχανών (το ίδιο ακρωνύμιο στα αγγλικά σημαίνει Automated Teller Machine) έχει πια και αυτή γενικευθεί εδώ και χρόνια.

Απαραίτητη η γενίκευση του άυλου χρήματος

Η καθιέρωση του άυλου χρήματος σε συνδυασμό με τον βαθμό που θα έχουν την προσδοκώμενη απόδοση φορολογικών εσόδων στα ταμεία του κράτους κατά τους πρώτους μήνες του 2016 είναι ο ένας από τους τέσσερις παράγοντες από τους οποίους θα εξαρτηθεί ο χρόνος κατά τον οποίον θα αρθούν πλήρως τα capital controls. Οι άλλοι τρεις παράγοντες είναι οι εξελίξεις της ρευστότητας και της επάρκειας καταθέσεων στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, το γενικότερο μακροοικονομικό περιβάλλον και η πορεία των σχέσεων με τους δανειστές σε δύο μέτωπα: της διαπραγμάτευσης και της εξέλιξης αναφορικά με τη ρύθμιση του ελληνικού χρέους.

Όρος η επιτυχής διαπραγμάτευση

Οικονομικοί παράγοντες τόνισαν ρητώς ότι η επιτυχής ολοκλήρωση της διαδικασίας τηςανακεφαλαιοποίησης ήταν μεν αναγκαίος και ικανός παράγοντας για την άρση των τραπεζικών περιορισμών, ωστόσο δεν είναι ο μοναδικός. Απομένει, για παράδειγμα, η επιτυχής ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης Αθήνας και επικεφαλής ελεγκτών των δανειστών, οι οποίοι επανέρχονται στην Αθήνα το πρώτο δεκαήμερο του Ιανουαρίου.

Συνάρτηση της επιτυχούς αξιολόγησης είναι, σύμφωνα με κύκλους τόσο των δανειστών όσο και των αγορών, και η πολιτική σταθερότητα, η οποία και αυτή με τη σειρά της αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για την άρση των capital controls.

Αλλά και η πολιτική σταθερότητα είναι ως «αλυσίδα» όρος για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα, η οποία με τη σειρά της θα οδηγήσει στην ενίσχυση της κεφαλαιακής και αποταμιευτικής βάσης του τραπεζικού συστήματος. Η τελευταία θα πρέπει να μεταφραστεί αφενός σε επανάκαμψη καταθέσεων που έφυγαν την άνοιξη και στην αρχή του καλοκαιριού για το εξωτερικό και αφετέρου στο να αδειάσουν τα σεντούκια και τα συρτάρια που γέμισαν επίσης στο πρώτο εξάμηνο του 2015 με αποσυρθείσες καταθέσεις.

Επανάκαμψη καταθέσεων

Και βέβαια θα πρέπει να επανέλθει στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα η κίνηση λογαριασμών του εισαγωγικού – εξαγωγικού εμπορίου που σήμερα από πολλούς γίνεται μέσω ξένων τραπεζών.

Σημαντικός παράγοντας επίσης θα αποδειχθεί και το εάν και κατά πόσον οι τράπεζες θα ακολουθήσουν μια «λελογισμένη» πολιτική αύξησης των εγκρίσεων δανείων, αλλά και θα επανεξετάσουν την πολιτική τους στις προμήθειες, οι οποίες στις πιστωτικές κάρτες φθάνουν και το 2%, ενώ δεν λείπουν και ακρότητες όπως να επιβάλλουν «καπέλο» κάποιοι φορείς 7% στην παροχή υπηρεσιών μέσω κάρτας.

Πηγή: Εφημερίδα «Αυγή»

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ