Αποφασιστική δράση με στόχο την αντιμετώπιση των «κόκκινων» δανείων, που πλέον αγγίζουν τα 900 δισ. ευρώ στις χώρες-μέλη της ευρωζώνης, ζήτησε ο Χοσέ Βινάλς, επικεφαλής της Διεύθυνσης Νομισματικών Υποθέσεων και Κεφαλαιαγορών του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

«Σημαντικά πράγματα έχουν γίνει, όπως η αύξηση της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών, αλλά υπάρχουν ακόμη περίπου 900 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων που πρέπει να αντιμετωπιστούν αποφασιστικά», τόνισε ο ίδιος κατά τη διάρκεια συνέντευξης στον αμερικανικό τηλεοπτικό σταθμό CNBC, σημειώνοντας ότι την ένταση του προβλήματος για τις χώρες του Νότου της ευρωζώνης, μεταξύ των οποίων βρίσκεται και η Ελλάδα μαζί με την Ιταλία, την Πορτογαλία και την Ισπανίας και της Ελλάδας.

Αυτά τα δάνεια, τα οποία, τον Οκτώβριο του 2014, σύμφωνα με έλεγχο της ΕΚΤ σε 130 τράπεζες της Ευρωζώνης, προσεγγίζουν σε 879,1 δις. ευρώ, βλάπτουν συνολικά την οικονομία και θα μπορούσαν να πλήξουν τη συγκρατημένη οικονομική ανάκαμψη της Ευρώπης, δήλωσε ο Βινάλς. «Δεσμεύουν κεφάλαια και μειώνουν την κερδοφορία των τραπεζών, με συνέπεια να είναι μειωμένη η δυνατότητα των τραπεζών να δίνουν πιστώσεις στην οικονομία. Οι τράπεζες με υψηλότερα ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων τείνουν να έχουν μικρότερη διάθεση και δυνατότητα για τη χορήγηση δανείων, ενώ η Ευρώπη χρειάζεται τράπεζες που δανείζουν τις επιχειρήσεις ή τα νοικοκυριά, για να στηρίξουν την ανάκαμψη», σημείωσε ο αξιωματούχος του ΔΝΤ.

«Αποφασιστική δράση» πρέπει να αναληφθεί για το θέμα αυτό, είπε, από τις ευρωπαϊκές τραπεζικές εποπτικές Αρχές και επίσης από τις Αρχές σε εθνικό επίπεδο, όσον αφορά την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων του νομικού πλαισίου για την αναδιάρθρωση των χρεών. Τα σχόλια του Βινάλς έγιναν, ενώ η Ιταλία, εξετάζει τη δημιουργία μίας «κακής τράπεζας» για να ξεκαθαρίσει τον τραπεζικό τομέα, που έχει μη εξυπηρετούμενα δάνεια αξίας 330 δις. ευρώ, σύμφωνα με το ΔΝΤ, αναφέρει το CNBC.

Αναφορικά με την ευρύτερη ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας, ο Βινάλς σημείωσε ότι είναι πολύ νωρίς να λεχθεί αν η ύφεση είναι καθαρά πίσω μας. «Αυτό που έχουμε είναι μία ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας που είναι περιορισμένη και μη ομοιόμορφη και είναι ελαφρά καλύτερη στις αναπτυγμένες οικονομίες, περιλαμβανομένης της Ευρωζώνης και της ΕΕ, αλλά η οποία δεν είναι μία έντονη ανάκαμψη – και οι αναδυόμενες αγορές χάνουν σε δυναμική».

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ