Συνέντευξή στο περιοδικό Spiegel έδωσε ο πατέρας του Αϊλάν, του 3χρονου αγοριού που η φωτογραφία του θανάτου του στοιχειώνει ακόμη την Ευρώπη και ολόκληρο τον πλανήτη, περιγράφοντας την πορεία της ζωής του πριν και μετά το θάνατο της οικογένειάς του.

Ο Abdullah Kurdi μιλάει για την ανάγκη να εγκαταλείψουν τη Συρία και το Κομπάνι λόγω των άθλιων συνθηκών ζωής, για τη μεταφορά τους στην Κωνσταντινούπολη και για τη μεγάλη απόφαση να ταξιδέψουν προς την Ευρώπη. Διαψεύδει τις φήμες που τον θέλουν να είναι ένας από τους λαθρεμπόρους που ευθύνεται για το θάνατο της οικογένειάς του αλλά και δεκάδων άλλων ανθρώπων.

«Νιώθω σαν να είμαι νεκρός», καταλήγει, τονίζοντας πως ποτέ πλέον δε θα εγκαταλέιψει το Κομπάνι και την οικογένειά του.

Διαβάστε ολόκληρη τη διήγησή του:

«Η οικογένειά μου και εγώ φύγαμε από τη Δαμασκό, λίγο μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Συρία, ζούσαμε στην κουρδική γειτονιά Rukn al-Din. Η κατάσταση στη Δαμασκό έγινε πολύ επικίνδυνη και πήρα την γυναίκα μου και τα παιδιά και μετακομίσαμε στο Κομπάνι. Είχαμε κάποιες ελιές και καλλιεργούσαμε τη γη εκεί και πηγαινοερχόμασταν στη Δαμασκό. Σύντομα όμως, έπρεπε να φύγω για Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκα σε ένα εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας. Κάθε μέρα δούλευα για 12 ώρες και έστελνα χρήματα στο Κομπάνι. Κοιμόμουν στη δουλειά για να γλυτώνω χρήματα, σε ένα βρώμικο υπόγειο όπου το αφεντικό μας κλείδωνε τις νύχτες. Το έκανα αυτό για τρία χρόνια και τακτικά επισκεπτόμουν την οικογένειά μου. Το 2014 το Ισλαμικό Κράτος επιτέθηκε στο Κομπάνι. Η γυναίκα μου Rehan και οι γιοι μου Αϊλάν και Γκαλίμπ, που τότε ήταν δύο και τεσσάρων ετών, έφυγαν όπως έκαναν χιλιάδες κάτοικοι της πόλης. Τότε ήταν η πρώτη φορά που η γυναίκα μου συμφώνησε και είπε ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τη Συρία. Πριν από αυτό δεν ήθελε να φύγουμε.

Η οικογένειά μου έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, έψαξα για δουλειά στις κατασκευές για να εξασφαλίσω περισσότερα χρήματα για την οικογένειά μου. Κάθε μέρα κουβαλούσα 200 τσουβάλια τσιμέντο για 11 ώρες. Ήταν πολύ σκληρή δουλειά και η Τουρκία ήταν πολύ ακριβή για εμάς. Βρήκαμε ένα δωμάτιο, ήταν γεμάτο υγρασία και σκοτεινό, αλλά μας κόστιζε 400 τουρκικές λίρες (περίπου 116 ευρώ) το μήνα. Η αδερφή μου που δούλευε στον Καναδά, πλήρωνε για εμάς το ενοίκιο.

Αρχίσαμε να σκεφτόμαστε ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψουμε την Τουρκία πριν από πέντε μήνες. Τα παιδιά μας αντιμετώπιζαν δερματικά προβλήματα και έπρεπε να τους βάζουμε ειδικές αλοιφές τρεις φορές την ημέρα. Η αλοιφή κόστιζε 7 τουρκικές λίρες και χρειάζονταν ένα σωληνάριο την ημέρα. Αυτό σήμαινε 210 λίρες το μήνα. Αδύνατο. Οι φίλοι που είχαν καταφέρει να πάνε στην Ευρώπη μας έλεγαν ότι είναι καλύτερα εκεί.

Είχαμε ήδη κάνει αίτηση στα γραφεία του ΟΗΕ στην Κωνσταντινούπολη από το Νοέμβριο του 2011 για να γίνουμε δεκτοί ως πρόσφυγες σε κάποια άλλη χώρα. Μου απάντησαν «κράτα το τηλέφωνό σου ανοιχτό και θα σου τηλεφωνήσουμε. Θα σε βοηθήσουμε». Κράταγα πάντα το τηλέφωνό μου ανοιχτό, αλλά ποτέ κανείς δεν επικοινώνησε μαζί μου από τον ΟΗΕ. Με τη βοήθεια της αδερφής μου κάναμε αίτηση στον Καναδά, αλλά οι αρχές απέρριψαν την αίτησή μας. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να ξεκινήσουμε το ταξίδι για τη Γερμανία. Προσπαθήσαμε να ταξιδέψουμε οδικώς, αλλά οι τουρκικές αρχές με συνέλαβαν στα σύνορα με τη Βουλγαρία.

Για αυτό το λόγο αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε την θαλάσσια οδό και πήγαμε στη Σμύρνη, Η γυναίκα μου συμφώνησε και αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα. Ο πατριός μου, μου έλεγε να φύγω μόνος μου και να φέρω την οικογένειά μου νόμιμα. Αλλά δεν ήθελα να τους αφήσω μόνους.

Πήγαμε σε ένα ξενοδοχείο στη Σμύρνη και μείναμε εκεί για 12 μέρες, πληρώνοντας 50 δολάρια την ημέρα. Οι Τούρκοι και οι Σύροι λαθρέμποροι στη Σμύρνη δουλεύουν ανοιχτά και αμέσως βρήκαμε κάποιους. Στην αρχή μας ζήτησε 6000 ευρώ για το ταξίδι, αλλά ο Γκαλίμπ και ο Αϊλάν μετρήθηκαν σαν ένα άτομο και τελικά πλήρωσα 4000 ευρώ. Ήταν χρήματα που μου είχε στείλει η αδερφή μου. Πήγαμε στην Αλικαρνασσό γιατί από εκεί δεν είναι μεγάλη η απόσταση από την Ελλάδα.

Σκαρφαλώσαμε σε μία βάρκα με μηχανή. Είχε περίπου 5 ή έξι μέτρα μήκος και περίπου δύο μέτρα πλάτος. Έμοιαζε ασφαλής. Είμασταν 13 ταξιδιώτες. Ο καπετάνιος μας είπε ότι η διαδρομή θα κρατούσε περίπου 10 λεπτά. Μπορούσαμε να δούμε το νησί, έμοιαζε να είναι πολύ κοντά. Όλοι έλεγαν ότι αυτή είναι η Κως. Φύγαμε στις 11.00 την πρώτη Σεπτεμβρίου.

Τα νερά ήταν ήρεμα. Αλλά μετά από 5 λεπτά όλα άλλαξαν. Ο καπετάνιος διαπίστωσε ότι η θάλασσα ήταν τρικυμιώδης. Προσπάθησε να γυρίσει πίσω. Εκείνη την ώρα ένα μεγάλο κύμα ανέτρεψε την βάρκα μας. Υπήρξαν δημοσιεύματα που έλεγαν ότι ανέλαβα το πηδάλιο, αλλά δεν είναι αλήθεια. Ο καπετάνιος έμεινε μαζί μας, οι λαθρέμποροι μας είχαν ήδη αφήσει και πήγαιναν στην ακτή. Ήταν σκοτεινά. Δεν μπορούσα πια να δω τη γυναίκα και τα παιδιά μου. Αλλά μπορούσα να ακούω τη γυναίκα μου να ουρλιάζει. Τα τελευταία λόγια της ήταν «Abu Galib, φρόντισε τα παιδιά». Αλλά δεν μπορούσα να τα κρατήσω. Κρατήθηκα στη βάρκα μέχρι που φτάσαμε στη στεριά και κάποιος κάλεσε την αστυνομία. Με μετέφεραν στο κρατητήριο και έμεινα εκεί όλο το βράδυ.

Μετά από αυτό όλα έγιναν θολά. Οι αστυνομικοί με μετέφεραν σε νοσοκομείο. Είπαν ότι βρήκαν την οικογένειά μου νεκρή. Έκλαψα όταν είδα τα άψυχα κορμιά τους.

Η Rehan η αγαπημένη μου γυναίκα. Ο Αϊλάν ήταν ένα παιδί που πάντοτε γελούσε και αγαπούσε τα υπόλοιπα παιδιά. Ο Γκαλίμπ ήταν ελαφρώς άγριο παιδί που ήταν συνεχώς σε κίνηση.

Στις 2 Σεπτέμβρη πήγα με ένα αεροπλάνο στην Urfa μαζί με τα άψυχα σώματα των μελών της οικογένειάς μου. Από εκεί πήγαμε με αυτοκίνητο στα σύνορα Τουρκίας και Συρίας. Με υποδέχθηκε ο Anwar Muslim, ο πρόεδρος της Κουρδικής κυβέρνησης στο Κομπάνι. Η κηδεία διήρκεσε 3 ώρες και ήρθαν περισσότερα από 1000 άτομα, δεχθήκαμε συλλυπητήρια στο σπίτι του πατριού μου όπου μένω τώρα.

Ζώντας στο Κομπάνι είναι σα να είσαι κλινικά νεκρός, δεν υπάρχουν υποδομές, έχει παντού σκόνη και τα σώματα των νεκρών παραμένουν κάτω από τα χαλάσματα. Μυρίζει άσχημα. Δεν μπορούμε να κοιμηθούμε γιατί τα έντομα μας τσιμπούν. Τα παιδιά δεν έχουν γάλα να πιουν, δεν υπάρχουν φάρμακα και δύσκολα βρίσκεις νερό.

Αλλά ποτέ δεν θα φύγω από το Κομπάνι. Θέλω να είμαι κοντά στην οικογένειά μου. Ακόμη και από τα ρούχα τους που είναι ότι μου έχει μείνει από αυτή. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα πια. Νιώθω σαν να είμαι νεκρός.»

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ