Η πιο φιλελεύθερη χώρα της Ευρώπης, η Βρετανία, κλείνεται λοιπόν στον εαυτό της, σαν στρείδι. Το σοκ δεν είναι όμως μόνο πολιτικό ή οικονομικό. Είναι και πολιτισμικό. Και δεν περιορίζεται εκεί.

Ποιος είναι εναντίον των συνόρων; Οι νέοι, οι αστοί, αυτοί που ταξιδεύουν, που κάνουν νυχτερινή ζωή, που πηγαίνουν σε θέατρα και εκθέσεις, που τους αρέσει να ανακαλύπτουν άλλες κουλτούρες και άλλους τρόπους ζωής. Ποιος είναι υπέρ; Οι συνταξιούχοι, οι άεργοι, οι φτωχοί, οι άνθρωποι χαμηλής μόρφωσης, εκείνοι που ταξιδεύουν μέσα από την τηλεόραση και όχι με το Erasmus, που απορρίπτουν την κοσμοπολίτικη δημιουργικότητα. Δεν κερδίζουν από την Ευρώπη και θέλουν να σπάσουν το παιχνίδι των άλλων. Είναι οι ίδιοι που δεν αποκομίζουν κανένα κέρδος από τον πολιτισμό. Στην Βρετανία, όπως και στην Γαλλία.

Πριν από μερικές εβδομάδες, δημοσιεύσαμε στην «Le Monde» ένα ρεπορτάζ με τίτλο «Η πνευματική καλλιέργεια περιορίζεται στους πλούσιους». Η Γαλλία είναι πρωταθλήτρια στην κατασκευή θεάτρων, μουσείων και συναυλιακών χώρων, αλλά σε όλα αυτά η Γαλλία των banlieues (σ.σ. υποβαθμισμένων προαστίων) δεν πατάει ποτέ. Και ο λόγος είναι ότι θεωρεί πως ο πολιτισμός αυτός δεν την αφορά, είναι φτιαγμένος για τις μεσαίες και εύπορες τάξεις που ζουν στο κέντρο των πόλεων.

Είναι το ίδιο ρήγμα μ’ εκείνο του Brexit.Γιατί να πληρώνεις για μία Ευρώπη που δεν είναι για σένα; Γιατί να πληρώνεις για έναν πολιτισμό που δεν είναι για σένα; Το Εθνικό Μέτωπο είναι ενθουσιασμένο με το Brexit. Όλοι οι λαϊκιστές είναι ενθουσιασμένοι. Και όλοι καταγγέλλουν την «κατάσχεση του πολιτισμού από τις ελίτ».

Όταν αναφερόμαστε σε αυτό το ρήγμα, οι διευθυντές των μουσείων, των θεάτρων ή των φεστιβάλ απαντούν ότι αναλαμβάνουν δεκάδες πρωτοβουλίες υπέρ των μη προνομιούχων. Δεν βλέπουν ότι πρέπει να αλλάξουν προσέγγιση. Με εξαίρεση έναν, τον Μπερνάρ Φοκρούλ, διευθυντή του Φεστιβάλ λυρικής τέχνης της Aix-en-Provence, ο οποίος έγραψε στις 25 Ιανουαρίου στην «Le Monde»: «Η τέχνη και ο πολιτισμός θα μπορούσαν να προσφέρουν περισσότερους συνδέσμους. Πολύ συχνά, το μόνο που κάνουν είναι να ενισχύουν τους κοινωνικούς διαχωρισμούς».

Η προσέγγιση της Γαλλίας απέναντι στον πολιτισμό χρονολογείται από το 1959, όταν ο Αντρέ Μαλρό δημιούργησε ένα υπουργείο Πολιτισμού στη βάση μιας γενναιόδωρης ιδέας: Ας δώσουμε τη δυνατότητα στους πολίτες να δουν, να διαβάσουν και να ακούσουν τα μεγάλα έργα και όλοι θα ζήσουν την «αποκάλυψη» του πολιτισμού. Σε ένα σημείο είχε άδικο: Ένας Σέξπιρ με δέκα ευρώ δεν είναι αρκετός για να τον παρακολουθήσουν οι άνθρωποι των κατώτερων στρωμάτων. Δεν θα το κάνουν ούτε αν είναι δωρεάν. Η κατασκευή ενός θεάτρου σε μια «ευαίσθητη συνοικία» δεν θα προσελκύσει αυτομάτως τους κατοίκους της. Το βιβλίο τσέπης δεν θα δημιουργήσει, από μόνο του, αναγνώστες. Το να λες «κοιτάξτε, είναι καταπληκτικό» δεν φέρνει αποτελέσματα.

Αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να καταστρέψουμε ό,τι υπάρχει. Το ότι το κοινό του φεστιβάλ της Αβινιόν δεν είναι τόσο λαϊκό όσο θα το ήθελε ο Ζαν Βιλάρ δεν σημαίνει πως πρέπει να καταργήσουμε την Αβινιόν.

Όχι, πρέπει να εφεύρουμε κάτι άλλο, αλλά επιπλέον πρέπει να προσελκύσουμε τους ναυαγούς του πολιτισμού. Το είπε ένας νέος 85 ετών, λίγες ημέρες πριν μας αποχαιρετήσει, σε μία συνέντευξή του στο «Le Point». «Ο πραγματικός σοσιαλισμός» είπε ο Μισέλ Ροκάρ, «είναι το να προσφέρεις σε όλους πρόσβαση στις δραστηριότητες του πνεύματος, το να δώσεις στους πολίτες περισσότερο ελεύθερο χρόνο για τον πολιτισμό. Είμαστε πολύ μακριά από αυτό».

Και είμαστε μακριά επειδή έχουμε να αισθανθούμε πολιτισμικό πυρετό από την εποχή του Τζακ Λανγκ – και σίγουρα ο Φρανσουά Ολάντ δεν έχει βοηθήσει. Είμαστε μακριά εξαιτίας του φιάσκου με τις τέχνες στα σχολεία. Αν όμως δεν δώσουμε στα παιδιά τη γεύση του πολιτισμού, είναι απίθανο να δείξουν ενδιαφέρον στη συνέχεια.

Εδώ και τριάντα χρόνια έχουν αναληφθεί εκατοντάδες πρωτοβουλίες στα σχολεία, δεν έχει εφαρμοστεί όμως μία δομημένη, μαζική και μακροπρόθεσμη πολιτική. Τη δεκαετία του ’60, δίπλα στην «υψηλή κουλτούρα» του Μαλρό, είχε αναπτυχθεί ένα πλούσιο συνεταιριστικό δίκτυο που προωθούσε τις τέχνες. Οι νέοι πήγαιναν στα κέντρα νεότητας και πολιτισμού (τα περίφημα MJC) για να μάθουν να χορεύουν, για να διδαχθούν την τέχνη του θέατρου ή για να παρακολουθήσουν ένα θέαμα. Οι θεατές ήταν και ηθοποιοί. Όλα αυτά λείπουν σήμερα.

Όπως εξηγεί ο Ιγκ ντε Βαρίν, συγγραφέας του βιβλίου «Η κουλτούρα των άλλων», η λαϊκή εκπαίδευση και οι ερασιτεχνικές πρακτικές σχεδόν εξαφανίστηκαν προς όφελος μιας θεσμικής κουλτούρας που οι κώδικές της είναι ελάχιστα ή καθόλου κατανοητοί από τους περισσότερους Γάλλους.

Είναι λοιπόν η στιγμή να εγκαινιάσουμε ένα μαζικό πρόγραμμα για την είσοδο του πολιτισμού στα σχολεία, για τον πολλαπλασιασμό των πολιτιστικών δράσεων στις γειτονιές, για την ανάπτυξη ερασιτεχνικών πρακτικών. Αλλά καμιά τέτοια πρωτοβουλία δεν αναλαμβάνεται. Όπως είπε πάλι ο Ροκάρ, «οι πολιτικοί καταδιώκονται από την πίεση του χρόνου. Δεν μένουν ήσυχοι ούτε ένα βράδυ ούτε ένα Σαββατοκύριακο, δεν έχουν μια ώρα ελεύθερη για να διαβάσουν. Όμως η ανάγνωση είναι το κλειδί της σκέψης. Κι έτσι δεν επινοούν πλέον τίποτα».

Πηγή: Le Monde


loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ