Γιαγιά 105 χρόνων περπάτησε από το Αφγανιστάν , επί 20 ολόκληρες μέρες,  με την ελπίδα να φτάσει σ΄έναν άλλο κόσμο, καινούργιο, καλύτερο.
Ξεσπιτώθηκαν όλοι οι δικοί της που πόσες νύχτες, πόσα  δάκρυα, πόσες ψιθυριστές φωνές μιλούσαν αδιάκοπα κάτω απ΄το φεγγάρι για να σχεδιάσουν αυτό το ταξίδι.

Ωραία! θα φύγουμε.
Και την  γιαγιά;
Είναι 20 μέρες ταξίδι.
Θα την πάρουμε  μαζί μας ή θα την αφήσουμε εδώ;
Μπορεί  να πεθάνει στην διάρκεια αυτού του ταξιδιού.
Πήγαν, της μίλησαν. Γιαγιά πρέπει να φύγουμε , δεν μας χωράει αυτός  ο τόπος. Δεν αντέχεται.
Θα ΄ρθω μαζί σας!
105 χρόνων να φεύγει για να πεθάνει στο αλλού, στο οπουδήποτε, στο ξένο χώμα.
Περπάτησε με όλη της την δύναμη. Κι όταν τα πόδια της λυγίζαν από κούραση παιδιά και εγγόνια την αρπάζαν και  την μεταφέραν στους ώμους.
Φτάσανε. Περπατώντας μέρες και νύχτες, σε ζέστη και σε κρύο, σε ανέμους και σε βροχές. Περάσαν από  βουνά και ανηφόρες. Από δύσβατα και σκιερά.
Περπάτησε η γιαγιά, 105 χρόνων, γιατί δεν άντεχε την ζωή αυτή. Την νοιώθεις την άσχημη ζωή όσο χρονών και  να σαι.

Τούτο το δράμα δεν έχει τέλος. Παλεύουν οι άνθρωποι για να φτάσουν στις χώρες- σαλόνια. Εκεί που έχουν μανταλωθεί  οι δυτικοί γραβατωμένοι των πολυεθνικών και των  τραπεζών και κοιτούν απ΄το ματάκι της πόρτας ποιος είναι από πίσω. Εκεί που βαράν οι συναγερμοί έτσι και περάσει  γάτα.

Θέλουν να φτάσουν στην Γερμανία που είναι μια χώρα-σαλόνι.
Δεν ανοίγει εύκολα το σαλόνι του να βάλει τους ξένους μέσα ο Σόιμπλε. Και αυτή η ακαρδία του και  η σκληρότητα του τυγχάνουν της ευρύτατης αποδοχής των Γερμανών.
Γιατί τελικά δεν  είναι και τόσο εύκολο να απομακρυνθείς από τα Άουσβιτς.
Εμείς εδώ, παιδιά που όταν  ξυπνούμε το πρωί βλέπουμε τον Παρθενώνα, έχουμε μάθει να ανοίγουμε τις καρδιές μας στους αμέτρητους αυτούς ανθρώπους που, καθώς  ο χειμώνας αγριεύει ,τρέχουν όλο και πιο πολλοί για να προλάβουν να φτάσουν.

Το  Αιγαίο του Ελύτη έχει γεμίσει θάνατο.
Τα πτώματα των ανθρώπων κάνουν βόλτες μέσα στο μπλε της ομορφιάς μας προσθέτοντας δάκρυα στο πληγωμένο πέλαγος.
Πονάνε όλοι οι άνθρωποι βλέποντας αυτές τις καθημερινές σκηνές, αυτούς τους χωρίς τέλος θανάτους. Εκτός από κάποια γαιδούρια ξεσαμάρωτα  στα κανάλια.
Αυτά τα ακροδεξιά τομάρια, απομεινάρια μιας δύσοσμης μεταπολίτευσης.
Έρχεται κάποια στιγμή που η ζωή στον  τόπο σου γίνεται αβίωτη. Έτσι όπως πάνε να κάνουν και την δική μας, αυτοί οι γελοίοι των καιρών.

Όμως υπάρχει ζωή. Υπάρχει ελπίδα. Τώρα το είδα. Το ξέρω. Τώρα την είδα, την ξέρω. Ξέρω και την ηλικία της.
Η ελπίδα είναι 105 χρονών.
Σ΄ευχαριστώ, γλυκειά μου γυναίκα, γι΄αυτό το σημερινό μάθημα που μου έδωσες. Μου έδωσες μια πολύ γερή μπάτσα.
Ήταν πολύ γερή μπάτσα στο μέσα μου.

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ