Του Niko Ago

Φαντάσου πως έχεις δυο παιδιά. Ή, τα έχεις κιόλας. Το ένα αγόρι είναι τριών ετών και το άλλο πέντε. Είσαι, δίχως άλλο, υπερήφανος. Δυο αγόρια. Δυο «άντρακλες». Έτσι τους αποκαλείς. Άντρακλες. Σκέφτεσαι, βλέποντάς τους να παίζουν στο πάρκο με τη μπάλα, πώς θα γίνουν όταν μεγαλώσουν. «Ρε, εμένα θα μοιάσουν» λες από μέσα σου. Παρόλο που ξέρεις ότι ο μικρός, ήδη φέρνει από το σόι της μητέρας του. Αλλά δύσκολο να το παραδεχθείς. Ούτε από μέσα σου, πολλώ δε μάλλον μπροστά στη μαμά τους.

«Ποδοσφαιριστές θα γίνουν. Και οι δυο. Να, κοίτα πώς κλωτσάνε το τόπι. Ίδιοι ο πατέρας τους» λες στη μητέρα τους. Ε! Μπορείς να πεις όσα θες σε εκείνη. Μήπως σε είδε και ποτέ να κλοτσάς μπάλα ή μήπως ξέρει από ποδόσφαιρο; Εκείνα παίζουν γύρο σας κι εσείς μιλάτε για τα ρούχα τους, τα παπούτσια τους, τα μαλλιά τους. Για τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους που «τα έχουν κακομάθει». Για το πάρτι γενεθλίων του μεγάλου, που είναι την Κυριακή. Πέντε ετών. Πότε έγινε κιόλας. Σαν χθες ήταν που γεννήθηκε. Που «ήδη γκομενίζει» και «είναι καλλιτέχνης», όπως συνηθίζεις να λες. «Σαν τον μπαμπά του» σε πειράζει η μητέρα τους. Κι εσύ κάνεις πως ενοχλείσαι. Αλλά κατά βάθος, κολακεύεσαι. «Τούτοι δω, θα αφήσουν εποχή με την μπάλα στα πόδια» αλλάζεις κουβέντα. «Ειδικά ο μικρός. Βρε, τον μπαγάσα μόνο τριών ετών και σουτάρει σαν τον Ρομπέρτο Κάρλος. Δυναμίτης». Εκείνη, απλώς χαμογελάει. «Έμπλεξε» με άνδρες, μπορεί να κάνει αλλιώς;

Και ξαφνικά, κάτι. Κάτι. Κάτι που τα αλλάζει όλα. Βρίσκεσαι μαζί τους, με τους «άντρακλες» και τη μαμά τους, σε μια βάρκα. Ο μικρός έχει πάρει και τη μπάλα. Ο δικός σου «Ρομπέρτο Κάρλος». Προσπαθείς να σωθείς. Να τους σώσεις. Το σπίτι πίσω, δεν υπάρχει. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες, επίσης. Το πάρκο, χάθηκε κι αυτό. Τρέξτε. Τρέξτε να σώσετε τα παιδιά τουλάχιστον. Σας λένε νεκροί και ζωντανοί. Τουλάχιστον τα παιδιά. «Θα πάμε βόλτα, άντρακλές μου, μη κλαίτε» τους λες. Προσπαθώντας να κρυφτείς από τα διερευνητικά τους βλέμματα. Κρατιέστε χέρι – χέρι με τη μαμά τους. Όπως τότε που αυτή είχε στην κοιλιά τον «καλλιτέχνη». Που είναι «ίδιος ο μπαμπάς του», όπως λέει η μαμά. Κι εσύ φούσκωνες από υπερηφάνεια. Χαμογελάτε. Ακόμα. Αλλά γύρο η θάλασσα φουσκώνει. Πιο πολύ τώρα. Πιο άγρια. «Μπαμπάαα», σου φωνάζουν ταυτόχρονα. «Κρατηθείτε από το μπαμπά. Με μένα και τη μαμά δίπλα, δεν θα φοβάστε ποτέ…»

Και ξαφνικά… Ξαφνικά όλα ανατρέπονται. Βάρκα, όνειρα, τα αγόρια, η γυναίκα σου, εσύ. Οι ζωή σου. Οι ζωές σας. Ξαφνικά, όλα χάνονται. Νεκρός ο «παικταράς». Νεκρός και ο «καλλιτέχνης». Νεκρή και η μητέρα τους. Κι εσύ… Εσύ, αναρωτιέσαι για πιο λόγο θα πρέπει πλέον να ζεις.

Ωχ! Συγγνώμη. Χάθηκα για λίγο στις σκέψεις μου. Η ιστορία, όμως, είναι σχεδόν αληθινή. O μικρός Aylan, που ζωντανός, έκανε σίγουρα υπερήφανο τον πατέρα και τη μητέρα του και νεκρός συγκλονίζει τον κόσμο, είχε κι έναν αδελφό. Ο ίδιος ήταν τριών ετών και ο αδελφός του, Galip, πέντε. Πνίγηκαν μαζί με τη μαμά τους, Rehan, μπροστά στα μάτια του πατέρα τους, Αbdullah, ενώ προσπαθούσαν να φύγουν από την κόλαση της Συρίας και του Kobane και να φτάσουν στον Καναδά. «Θέλω απλώς να γυρίσω στο Kobane, να τους θάψω στη γη μου και δίπλα τους να θαφτώ κι εγώ», είπε ο πατέρας τους. Είμαι πατέρας τριών παιδιών και μπορώ να μπω στα βρεγμένα «παπούτσια» του. Αν είσαι μάνα και πατέρας, φυσικά μπορείς κι εσύ. Αν δεν είσαι, μπορείς να σιωπάς. Και να εύχεσαι, ο «καλλιτέχνης» και ο «παικταράς» σου, να ζήσουν και να μην έχουν την τύχη του Aylan και του Galip

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ