Ο λαός χθες ξεκόλλησε από τον τοίχο και πήγε στην πλατεία της ελευθερίας του. Να δηλώσει ότι δεν φοβάται – ή, καλύτερα, να ξεφοβηθεί με το μόνο τρόπο που μπορεί να το κάνει κανείς στις κρίσιμες στιγμές, από τη γέννηση του ανθρώπου: ακουμπώντας το διπλανό του.

του Νίκου Μωραΐτη

 

Είχα δεκαπέντε χρόνια να κατέβω σε συγκέντρωση.

Δεν ήξερα τα «κόλπα». Ούτε πού είναι καλά να αφήσεις το αυτοκίνητο, ούτε πού είναι καλύτερα να σταθείς, μέχρι και μπουκαλάκι νερό ξέχασα να πάρω από το περίπτερο.

Είχα όμως πάει, ως παιδί, σε πολύ μεγάλες συγκεντρώσεις, τον καιρό που οι ψηφοφόροι γέμιζαν τις πλατείες ασφυκτικά.

Αυτό που συνέβη χθες, δεν το έχω ξαναδεί. Δεν μπήκαμε εμείς στο πλήθος. Το πλήθος μπήκε σε εμάς.

Εκεί που καθόμασταν χαλαροί, στη Βασιλίσσης Σοφίας, όσο πιο μακριά γίνεται (γιατί είχαμε και μικρό παιδί μαζί μας), βρεθήκαμε να μην μπορούμε να ανασάνουμε. Όσο μπορούσα να κοιτάξω ψηλά, κόσμος. Παντού.

Δεν ήταν μία συγκέντρωση που «θύμιζε εκείνες του Αντρέα», όπως λένε πολλοί για σημερινές μεγάλες συγκεντρώσεις, ήταν μία συγκέντρωση εφάμιλλη εκείνων των χρόνων, αλλά σε μία τελείως διαφορετική εποχή.

Σκέφτομαι, εκ των υστέρων, γιατί είχε τόσο πολύ κόσμο;

Ήθελαν να δουν τον Τσίπρα; Μα δεν θα έκανε ομιλία, μόνο ένα δεκάλεπτο χαιρετισμό. Και, σε τελική ανάλυση, ποιος να τον δει και ποιος να τον ακούσει; Τίποτα δεν έβλεπες, τίποτα δεν ακουγόταν. Στο μεγαλύτερο τμήμα του όγκου της συγκέντρωσης, δεν υπήρχε μικροφωνική εγκατάσταση. Δεν είχαν προβλέψει τόσο κόσμο, δεν είχαν βάλει ούτε μεγάφωνα, ούτε οθόνες, ούτε φώτα.

Κι όμως, κανείς δεν έφευγε. Όλοι εκεί. «Ό-χι, ό-χι, ό-χι, ό-χι, ό-χι» – μια φωνή.

Προσπαθώ να δώσω μία εξήγηση για αυτό το ανεπανάληπτο πλήθος, και ξέρω ότι δεν θα τη βρω γύρω μου αλλά μέσα μου. Αυτό που κατέβασε τους άλλους ήταν αυτό που κατέβασε κι εμένα, ύστερα από 15 χρόνια.

Νιώθω – και καταλήγω στην προσβολή.

Ένας λαός βαθιά προσβεβλημένος. Που του έκλεισαν τις τράπεζες για να μην ψηφίσει αυτό που θέλει. Που τον βομβαρδίζουν με ψέματα από το πρωί ως το βράδυ τα κανάλια. Που τον έχουν τρομοκρατήσει και τον έχουν κολλήσει με την πλάτη στον τοίχο.

Ο λαός χθες ξεκόλλησε από τον τοίχο και πήγε στην πλατεία της ελευθερίας του.

Να δηλώσει ότι δεν φοβάται – ή, καλύτερα, να ξεφοβηθεί με το μόνο τρόπο που μπορεί να το κάνει κανείς στις κρίσιμες στιγμές, από τη γέννηση του ανθρώπου: ακουμπώντας το διπλανό του.

Και το «ναι» γιατί δεν είχε τόσο κόσμο;

Εκείνοι δεν είναι φοβισμένοι;

Δεν έχω καμία ψευδαίσθηση ότι οι υποστηρικτές του «ναι» (για τον απλό κόσμο μιλάω, όχι για τον εκατομμυριούχο Sakis που βρίσκεται σε διατεταγμένη υπηρεσία) δεν έχουν αγωνίες και φόβους.

Δεν έχω, επίσης, την ψευδαίσθηση ότι το «όχι» έχει πολλαπλάσιο ποσοστό από το «ναι», επειδή η χθεσινή συγκέντρωση του «όχι» ήταν πολλαπλάσια από του «ναι».

Εκείνοι, όμως, έχουν άλλες λύσεις. Η δική τους συγκέντρωση έχει γίνει γύρω από μία τηλεόραση ανοιχτή. Ακούν τον Άδωνη και ηδονίζονται. Ακούν τον Μπάμπη και ξεσπούν. Τον Βορίδη και αγαλλιάζουν.

Ο τρόπος που χειρίστηκαν τα κανάλια το ζήτημα του δημοψηφίσματος -αυτό το χωρίς προηγούμενο μιντιακό πραξικόπημα- ήταν καθοριστικό στο να κατέβουν τόσα πλήθη στη συγκέντρωση του «όχι».

Δεν υπάρχει διαμεσολάβηση για εμάς.

Τα Μ.Μ.Ε. για εμάς δεν είναι πια μέσα επικοινωνίας.

Το τεχνολογικό θαύμα που λειτουργεί οιωνεί διαδραστικά, ενώνοντας ανθρώπους που βρίσκονται σε διαφορετικά σημεία του χάρτη γύρω από την ίδια οθόνη, για τους ανθρώπους του «όχι» δεν υφίσταται.

Με το μιντιακό πραξικόπημα αναιρέθηκε ο ενοποιητικός ρόλος της τηλεόρασης για τους ανθρώπους που είχαν συγκεκριμένη επιλογή ψήφου.

Ο μόνος τρόπος για να υπάρξουμε ήταν δια ζώσης.

 

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ