Του Niko Ago

 

Αν για κάτι δεν μπορείς να κατηγορήσεις την Ντόρα Μπακογιάννη, είναι πως δεν ξέρει να συζητάει. Τουναντίον. Και ο πιο σκληρός της αντίπαλος, (φαντάζομαι ότι) θα έχει να λέει για το νηφάλιό της λόγο, την πολιτισμένη στάση, το σεβασμό του αντιπάλου και των δημοσιογράφων.  Άσχετα αν με αυτά που λέει, συμφωνείς ή διαφωνείς. Έχοντας σχηματίσει, λοιπόν, αυτή την άποψη, παρακολούθησα τη συνέντευξη που παραχώρησε Δευτέρα βράδυ, 15 Ιουνίου, στο ThePressProject. Οι δημοσιογράφοι της άφησαν χώρο, χωρίς να παριστάνουν τους ειδήμονες και είπε πολλά και ενδιαφέροντα. Σημείωσα μερικά χαρακτηριστικά, τα οποία και πιστεύω ότι δέχονται σχολιασμό.

«Πλήρωσα ακριβά, κατά καιρούς, το θάρρος της γνώμης μου» είπε, αναφερόμενη στη στάση στα Μνημόνια. Προφανώς θα αναφερόταν στη διαγραφή από τη ΝΔ, μετά το πρώτο Μνημόνιο, όταν και, πηγαίνοντας κόντρα στο κόμμα -τότε ο κύριος Σαμαράς ήταν ακόμα αντιμνημονιακός- είδε την πόρτα εξόδου και δημιούργησε τη Δημοκρατική Συμμαχία. Και προφανώς, το να γίνει αρχηγός ενός μικρού κόμματος, ενώ, φαντάζομαι, έχει πειστεί ότι θα (μπορούσε να) ήταν πρόεδρος της ΝΔ, το εξέλαβε ως τιμωρία. Κατανοητό και ανθρώπινο. Αλλά, άλλη «πληρωμή», στην πολιτική της διαδρομή, δύσκολα θα βρεις. Από το 1984, που ο πατέρας της την έκανε υπεύθυνη του Πολιτικού του Γραφείου, και μέχρι τη στιγμή που μιλάμε, η πολιτική της σταδιοδρομία υπήρξε διανθισμένη με εξουσία. Από το 1989, μέλος του Κοινοβουλίου -πλην τα περίπου τρία χρόνια της Δημαρχίας- , υπουργός Πολιτισμού,  υπουργός Εξωτερικών, Δήμαρχος της Αθήνας. Όχι άσχημα. Ούτε ως τιμωρία φαίνονται.

«Ο πατέρας μου μπήκε φυλακή από τη Χούντα και εμείς όλοι στην εξορία», ανέφερε σε άλλο σημείο της συνέντευξης, θέλοντας να τονίσει το αγωνιστικό φρόνιμα της οικογένειας. Δικαίωμά της να θεωρεί «εξορία» την παραμονή στο Παρίσι αλλά ταυτόχρονα, δικαίωμά τους, και των χιλιάδων άλλων που δοκίμασαν πραγματικές εξορίες, σε ξερονήσια και σε στρατόπεδα, να θεωρούν ότι κάνει πλάκα. Αστειεύεται, για να περάσει η ώρα. Καλαμπούρι με την εξορία, πάντως, δεν βγάζει γέλιο.

«Ήμασταν κότες (σ.σ.: οι έλληνες πολιτικοί), δεν προχωρούσαμε σε διαρθρωτικά μέτρα και ούτε η Τρόικα μάς ανάγκασε, αλλά επέμενε σε λογιστικά, με κόψιμο από παντού» είπε σε άλλο σημείο, για να ενισχύσει την άποψή της πως «η συνταγή του Μνημονίου ήταν λάθος». Προσέξτε τώρα αντίφαση: Η ίδια ψήφισε το πρώτο Μνημόνιο, παρά το γεγονός πως, όπως λέει εκ των υστέρων, «η συνταγή ήταν λάθος». Και παρά το γεγονός ότι διεγράφη για αυτό, επέστρεψε στη ΝΔ για να ψηφίσει και τα άλλα δύο Μνημόνια, καίτοι όπως λέει, «ήμασταν κότες και δεν παίρναμε διαρθρωτικά μέτρα». Το να παραδέχεται η κυρία Μπακογιάννη, πως οι κυβερνήσεις που η ίδια στήριξε, «ήταν κότες», είναι μόνο η μία πλευρά του νομίσματος. Η άλλη γράφει ότι, σήμερα, και παρά το γεγονός πως η ίδια λέει ότι η συνταγή του Μνημονίου ήταν λάθος, το κόμμα και η ίδια, επιμένουν στη γραμμή των δανειστών. Το πώς εξηγείται αυτό, θα περίμενε κανείς να το ρωτήσουν οι συνάδελφοι.

Αυτά, ανάμεσα στα πολλά που είπε, θέλησα να σχολιάσω. Στις περίπου δύο ώρες που μίλησε, είπε και αρκετά άλλα ενδιαφέροντα, που σηκώνουν κουβέντα, αλλά δεν είναι της παρούσης. Επιγραμματικά και μόνο, είπε ότι «όταν κατέβηκα στην Ευρυτανία, κανείς δεν με ήξερε και κανείς δεν ήξερε το όνομα Μητσοτάκης». Μιλάμε για το 1989, παρακαλώ. Που κατέβηκε με το όνομα Μπακογιάννη. «Ο παππούς μου χάρισε το κόμμα στον Ελευθέριο Βενιζέλο», είπε σε άλλο σημείο, για να υπερασπιστεί το νεποτισμό. «Τον Χριστοφοράκο τον είχα συμμαθητή, για αυτό και έκανα παραγγελίες από τη Siemens”, εξήγησε για την κατηγορία που της προσάπτουν για τις σχέσεις με τον άνθρωπο που «λάδωνε» όλο (σχεδόν) το πολιτικό σύστημα. «Δεν έκανα αστεία με τον χρυσαυγίτη βουλευτή, αλλά κάτι μου είπε και γέλασα. Δίπλα μου ήταν και βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, επειδή ήμασταν σε Επιτροπή», δικαιολογήθηκε για τη γνωστή φωτογραφία, χωρίς να πεισθούν πολλοί. Και πάντως, όχι ο γράφων. Εξάλλου, το «εμένα μου φέρονται με το σεις και με το σας», η ίδια το είχε πει.

Εν τέλει, μίλησε για «κότες» και για «εξορίες» η κυρία Μπακογιάννη, αλλά και στις δυο περιπτώσεις, έμειναν αρκετά κενά. Διότι, αν το θέμα της εξορίας μπορεί κανείς να το εκλάβει ως μια αθώα υπερβολή, η φράση «κότες», επειδή είναι και βαριά και υποτιμητική, μάλλον θα δυσαρέστησε αρκετά, αρκετούς. Του κυρίου Σαμαρά, συμπεριλαμβανόμενου.

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ