Μετά από ένα στερητικό 6 ετών, κυρίως λόγω της “αγοραφοβίας” του Αντώνη Σαμαρά, αξιωθήκαμε ως πολίτες και ως έθνος να δούμε κι εμείς debate, που τόσα χρόνια τη βγάζαμε με τα γενόσημα, τα αμερικάνικα και τα γαλλικά.

Στη χώρα μας, για να τηρήσουμε και τις παραδόσεις, όλα συμβαίνουν ανάποδα. Σε όλον τον κόσμο τους όρους τους θέτουν οι δημοσιογράφοι, εδώ τους θέτουν οι κομματικοί εκπρόσωποι. Σε όλον τον κόσμο οι δημοσιογράφοι είναι 2-3, στην Ελλάδα είναι επτά (ζωή να ‘χουν). Σε όλον τον κόσμο το debate γίνεται για να προαχθεί ο διάλογος, στο ελληνικό debate o συντονιστής λέει συνεχώς και μονότονα «όχι διάλογος, όχι διάλογος» (και σωστά, γιατί αυτοί είναι οι κανόνες).

Με αυτά τα δεδομένα το ελληνικό debate θα έπρεπε να έχει τον τίτλο «κάτι σαν debate” ή “ολίγη από debate” για να είναι ακριβής.

Ακόμα κι έτσι όμως έχεις μια περιέργεια να δεις πώς θα πάει. Μέσα στο πρώτο τέταρτο εμφανίζεις συμπτώματα κόπωσης και υπνηλίας αφού όλο αυτό μοιάζει με κακό ποδοσφαιρικό αγώνα, όπου όλοι πάνε για το μηδέν. Πασούλες στο κέντρο του γηπέδου, άντε και κανένα τάκλιν εκεί κοντά στο σημαιάκι του κόρνερ, στις σπάνιες φορές που η μπάλα φτάνει μέχρι εκεί. Και όλοι να κοιτούν ευθεία μπροστά, τόσο που σκέφτεσαι ότι τα αγάλματα των ηρώων του ’21 στο Πεδίον του Άρεως εμφανίζουν μεγαλύτερη ζωντάνια.

Το κυριότερο που μπορεί να παρατηρήσει κανείς είναι ότι όλοι οι συμμετέχοντες δεν έχουν καλή σχέση με το ρολόι. Ενώ γνωρίζουν εκ των προτέρων ποιος είναι ο χρόνος τους, τον παραβιάζουν. Με τηλεοπτικούς όρους, όλες οι ερωτήσεις μπορουν να γίνουν μέσα σε 30 δευτερόλεπτα, όλες οι απαντήσεις μπορούν να δοθούν μέσα σε ενάμιση λεπτό. Απλώς πολιτικοί και δημοσιογράφοι έχουν «εκπαιδευτεί» στην Ελλάδα να πιστεύουν ότι η φλυαρία είναι δείγμα κύρους και αναλυτικής ικανότητας.

Το επίσης καταπληκτικό είναι ότι ενώ βρισκόμαστε σε τηλεοπτικό πλατό, ακόμα κι αν δύο υποψήφιοι πιαστούν στα χέρια, ακόμα κι αν κάποιος λιποθυμήσει, ακόμα και αν ο φωτισμός σκάσει στο κεφάλι κάποιου, εμείς ως τηλεθεατές δεν θα το δούμε ποτέ, γιατί …έτσι συμφωνήθηκε. Το να συμφωνείται όμως να μην υπάρχει εικόνα για κάτι που συμβαίνει δεν τιμά ούτε την πολιτική ούτε την δημοσιογραφία. Και είναι μια απολύτως παρωχημένη άποψη για την τηλεόραση.

Έτσι μένει κανείς μόνο με κάποιες γραφικότητες, όπως το ότι ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης δικηγορεί από μικρό παιδί (απο τον παιδικό σταθμό ίσως), το ότι ο Σταύρος Θεοδωράκης μπερδεύει τη Σία Κοσιώνη με τη Μάρα Ζαχαρέα και ότι ο Πάνος Καμένος παίρνει κάποιες τρολιές των social media με εκθέσεις μαθητών και τις διαβάζει ως πραγματικές.

Ένα debate καθηλωμένο σε παραρελθόντα χρόνο, χωρίς κίνηση, χωρίς έμπνευση, σαν μία κακή απομίμηση τηλεόρασης της δεκαετίας του ’80. Ευτυχισμένο το 1985, λοιπόν…

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ