Ήταν η μεγαλύτερη εκείνων των μυθικών πλασμάτων που μεγάλωσαν χωρίς μόρφωση αλλά η φωνή τους ήξερε και την τελευταία συλλαβή της ελληνικής ποίησης.

του Νίκου Μωραΐτη

 

Δέκα χρόνια χωρίς τη Βίκυ Μοσχολιού.

Καταλάβαμε άραγε ποτέ πόσο μεγάλη τραγουδίστρια ήταν;

Δεν είχε τους κατάλληλους μάνατζερ, δεν κούναγε το χέρι σαν τη Μαρινέλλα.

Πήγαινε πίσω από το μικρόφωνο, λιτή, με τις λιγότερες δυνατές κινήσεις.

Αυτή η ντόμπρα φωνή.

Χωρίς τσαλκάντζα.

Ίσια, μεταλλική, η στιγμιαία εξόρυξη του ακριβού.

Στον Ζαμπέτα, στα «Δειλινά».

Κι όταν δεν ήξερε η ίδια τι τραγουδά, στον Ξαρχάκο, στον Μαρκόπουλο, ήξερε η φωνή της.

Ήταν η μεγαλύτερη εκείνων των μυθικών πλασμάτων που μεγάλωσαν χωρίς μόρφωση αλλά η φωνή τους ήξερε και την τελευταία συλλαβή της ελληνικής ποίησης.

Αυτό το θαύμα που έβγαλε αυτή η χώρα. Λαϊκούς τραγουδιστες που γνώριζαν ερήμην τους τη γεωμετρία του κόσμου.

Στακάτη. Ούτε μία περιττή ανάσα. Ούτε μία περιττή συλλαβη.

Νυν και αει / μες στη ζωή / σε είχα αραξοβόλι.

Λέξεις καρφωμένες στο πάτωμα.

Πολύ μεγάλη.

Γι’ αυτό ίσως η Χαρούλα, όταν έφευγε, ήταν συνεχώς στο πλευρό της, στο νοσοκομείο. Ήξερε τι έχανε. Την καταγωγή της. Τον κόσμο της.

Θυμάμαι κάτι ηλίθιους που την κορόιδευαν επειδή είχε κατεβεί να πανηγυρίσει την αρχική νίκη της ΝΔ το 2000, όταν τελικά έχασε για μία μονάδα.

Ήταν δεξιά, λέει, η Μοσχολιού.

Ποιος θα μπορούσε να έχει τραγουδήσει πιο «αριστερά» το «Μιλώ για τα παιδιά μου και ιδρώνω / έχω ένα χρόνο να τα δω και λιώνω / αγόρασα λαχείο στ’ όνομά τους / αχ να κερδίσω να σταθώ σιμά τους».

Πολύ μεγάλη η Μοσχολιού.

Το βαθύ μας μέταλλο.

Η γνώση πριν τη γνώση.

Το κλάμα πριν το κλάμα.

Η προγενετήσια μας μνήμη.

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ