Το Συμβούλιο της Επικρατείας απέκλεισε -όσο είναι εφικτό- την καταπάτηση δασικών εκτάσεων, καθώς αναδιατύπωσε βασικά άρθρα του σχεδίου Προεδρικού Διατάγματος με τα οποία προσδιορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για το χαρακτηρισμό μιας έκτασης ως δάσους ή δασικής, σύμφωνα με το δασικό νόμο 998/1979.

Ειδικότερα, είχε κατατεθεί για νομοπαρασκευαστική επεξεργασία στο Ε΄ Τμήμα του ΣτΕ το σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος για τον «Ορισμό συνεκτιμώμενων στοιχείων και επιστημονικών κριτηρίων για την υπαγωγή των εκτάσεων στις περιπτώσεις 1, 2 και 5 του άρθρου 3 του νόμου 998/1979 ως ισχύει».

Το Ε΄ Τμήμα του ΣτΕ (πρόεδρος ο αντιπρόεδρος Αθανάσιος Ράντος και εισηγητής ο πάρεδρος Δημήτρης Βασιλειάδης) επεξεργάστηκαν το εν λόγω σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος το οποίο κρίθηκε μεν νόμιμο με την υπ’ αριθ. 26/2016 γνωμοδότηση – πρακτικό του Ε΄ Τμήματος, άλλα έγιναν νομοτεχνικού περιεχομένου παρατηρήσεις, ενώ αναδιατύπωσε ουσιαστικά άρθρα του εν λόγω διατάγματος.

Σκοπός του επίμαχου διατάγματος είναι ο καθορισμός των κριτηρίων δυνάμει των οποίων γίνεται ο χαρακτηρισμός των εκτάσεων σύμφωνα με τους νόμους 998/1979 και 4280/2014.

Στο άρθρο 2 του διατάγματος επαναλαμβάνονται οι κατά το Σύνταγμα και τον νόμο προϋποθέσεις για τον προσδιορισμό του δάσους και της δασικής έκτασης. Στα άρθρα 3 και 4 τίθενται τα κριτήρια για τον προσδιορισμό της οργανικής ενότητας της βλάστησης, καθώς και τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη ή συνεκτιμώνται.

Επίσης, στο άρθρο 5 ορίζεται το κριτήριο διάκρισης του δάσους και της δασικής έκτασης και στο άρθρο 6 προσδιορίζεται η έννοια των χορτολιβαδικών, των βραχωδών και των πεδινών χορτολιβαδικών εκτάσεων.

Στην γνωμοδότηση του Ε΄ Τμήματος γίνεται αναφορά, τόσο στις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος, όσο και την απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ του 2013 (32/2013), αλλά και στην απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου του 1999 (27/1999), που γίνεται εκτενής αναφορά στην έννοια του όρου δάσος και δασική έκταση, μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001.

Οι σύμβουλοι Επικρατείας, έκαναν ουσιαστικές παρεμβάσεις τόσο στον ορισμό του δάσους και δασικής έκτασης, όσο και στις «οργανικές ενότητες» που για το χαρακτηρισμό τους απαιτείται ως ελάχιστη έκταση τα 700 τ.μ. Δηλαδή, επιφάνεια που οι δασικοί χάρτες θεωρούν ως ελάχιστη για την καταγραφή της έκτασης στους χάρτες αυτούς. Ακόμη, παρέμβαση έκαναν οι δικαστές και ως προς τις χορτολιβαδικές εκτάσεις.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την γνωμοδότησή του ΣτΕ, δεν μπορούν να μην υπαχθούν στην προστασία της δασικής νομοθεσίας, δάση και δασικές εκτάσεις οι οποίες σύμφωνα με τα κριτήρια της δασικής οικολογίας (δασολογίας) έχουν δασικό χαρακτήρα.

Οι σύμβουλοι Επικρατείας τροποποίησαν το άρθρο 5 του σχεδίου διατάγματος που αφορά το κριτήριο προσδιορισμού διάκρισης τους δάσους από τη δασική έκταση και το αναδιατύπωσαν ως εξής:

«Θεωρείται αραιά η δασική βλάστηση εφόσον μεταξύ των διακένων των δασικών ατόμων δύναται να παρεμβληθεί άτομο με κανονική κόμη και εφόσον στο σύνολο της έκτασης ο μέσος βαθμός συγκόμωσης δεν υπερβαίνει το 25% (αραιά συγκόμωση). Το κριτήριο είναι ενδεικτικό και μπορεί η έκταση να αποτελεί δάσος και με μικρότερη συγκόμωση».

Επίσης, οι δικαστές αναδιατύπωσαν το άρθρο 6 του σχεδίου διατάγματος, που αφορά τον εννοιολογικό προσδιορισμό των χορτολιβαδικών και βραχωδών εκτάσεων, δίνοντας την αναγκαία σημασία στον ορισμό της ξυλώδους βλάστησης (φρύγανα).

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ