Πολυμελής εγκληματική οργάνωση που διέπραττε διαρρήξεις σε πολυτελείς οικίες της Αττικής, εξαρθρώθηκε από το Τμήμα Ασφαλείας Αμαρουσίου σε συνεργασία με την Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Βορειανατολικής Αττικής. Ειδικότερα, συνελήφθησαν μετά από ευρεία αστυνομική επιχείρηση σε διάφορες περιοχές της Αττικής, 15 μέλη της σπείρας, ηλικίας από 24 έως 61 ετών, εκ των οποίων 11 υπήκοοι Γεωργίας, 2 Αρμενίας (η μία γυναίκα), μία Αλβανίας και ένας Έλληνας. Παράλληλα, ταυτοποιήθηκαν και αναζητούνται άλλα 14 μέλη της οργάνωσης, ηλικίας από 23 έως 64 ετών, εκ των οποίων 12 υπήκοοι Γεωργίας (οι 4 γυναίκες), μία Ουζμπεκιστάν και ένας Καζακστάν.

Σε βάρος τους σχηματίστηκε ποινική δικογραφία, για τα κατά περίπτωση αδικήματα της σύστασης εγκληματικής οργάνωσης, της κλοπής κατά συναυτουργία, κατ’ επάγγελμα και κατ’ εξακολούθηση και της πλαστογραφίας, καθώς επίσης και για παράβαση του νόμου περί νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, περί όπλων και περί εξαρτησιογόνων ουσιών.

Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι οι συλληφθέντες αποτελούν μέλη εγκληματικής οργάνωσης, με συγκεκριμένη δομή και διακριτούς ρόλους που δρούσαν, από διετίας και πλέον, μεθοδικά και οργανωμένα, διαπράττοντας διαρρήξεις σε οικίες των βορείων και νοτίων προαστίων της Αττικής.

Συγκεκριμένα, η οργάνωση ήταν δομημένη κατά τα πρότυπα της γεωργιανής μαφίας, με πυραμιδοειδές σχήμα. Διέθετε αρχηγό, που ενέπνεε το σεβασμό όλων των μελών της ομάδας και κατά το παρελθόν είχε διατελέσει αρχηγός της γεωργιανής μαφίας στη Ρωσία και υπαρχηγό που ήταν το βοηθητικό όργανο του αρχηγού και είχε το ρόλο του επιχειρησιακού σχεδιασμού. Επιχειρησιακά μέλη της προέβαιναν στις κλοπές, με αντικατάσταση αυτών σε περίπτωση σύλληψής τους από τις Αρχές. Περιφερειακά μέλη εκτελούσαν χρέη τσιλιαδόρου, με ρόλους κάλυψης κατά τη διάπραξη των διαρρήξεων, όπως επίσης και τη διοχέτευση των κλοπιμαίων στα μέλη της οργάνωσης που είχαν αναλάβει την εκποίηση τους. Επίσης, υπήρχαν και τα υποστηρικτικά μέλη, τα οποία ενοικίαζαν κατοικίες στο όνομά τους, τις οποίες άλλαζαν με μεγάλη συχνότητα, αγόραζαν οχήματα χρησιμοποιώντας χρήματα της οργάνωσης, ενώ παράλληλα πολλές φορές εκτελούσαν και χρέη περιφερειακών.

Σε περίπτωση σύλληψης κάποιων εκ των μελών της, η οργάνωση παρείχε νομική κάλυψη στους συλληφθέντες, όπως έξοδα δικηγόρου και κάλυψη των υποχρεώσεων της οικογενείας τους, είτε ήταν στη Γεωργία είτε στην Ελλάδα.

Όπως προέκυψε από την πολύμηνη έρευνα που διενεργήθηκε και την αξιοποίηση του προανακριτικού υλικού, τα μέλη της οργάνωσης επέλεγαν ως στόχους διαμερίσματα ή μονοκατοικίες με πολυτελή εμφάνιση, σε περιοχές που κατά κύριο λόγο διαμένουν εύποροι πολίτες, ενώ προσπαθούσαν να εντοπίσουν στόχους κοντά σε βασικούς οδικούς άξονες, για να είναι ευκολότερη η διαφυγή τους.

Προκειμένου να φθάσουν στην επιλεγμένη περιοχή, χρησιμοποιούσαν κυρίως πολυτελή και γρήγορα αυτοκίνητα, τα οποία στην πλειονότητά τους έφεραν φιμέ τζάμια και τα οδηγούσαν λαμβάνοντας ιδιαίτερα μέτρα προφύλαξης ώστε να είναι σίγουροι ότι δεν ακολουθούνται από διωκτικές αρχές.

Κατά τη διάρκεια της δράσης τους, είχαν συνεχή επικοινωνία με κινητά τηλέφωνα ώστε να λαμβάνουν συγκεκριμένες οδηγίες, τις οποίες τους έδινε ο 61χρονος αρχηγός αλλά και να μπορούν να αντιδρούν άμεσα σε οποιοδήποτε πρόβλημα ανέκυπτε.

Όταν έφθαναν στην περιοχή που ήθελαν να δράσουν, συνήθως πρωινές και απογευματινές ώρες, εντόπιζαν το στόχο τους και αφού εξακρίβωναν ότι από τις οικίες απουσίαζαν οι ένοικοι, δύο – τρεις εξ αυτών εισέρχονταν, ενώ οι υπόλοιποι εκτελούσαν χρέη τσιλιαδόρου, όχι μόνο στις τέσσερις γωνίες του τετραγώνου, αλλά και σε μεγαλύτερη απόσταση για επιτήρηση, ώστε να τους ειδοποιήσουν σε περίπτωση εμφάνισης αστυνομικών δυνάμεων ή επιστροφής των ενοίκων.

Για να μπουν στις οικίες επέλεγαν κυρίως την κεντρική είσοδο, είτε παραβιάζοντάς την είτε χρησιμοποιώντας αντικλείδι. Αφού εισέρχονταν, ερευνούσαν μεθοδικά όλους τους χώρους, αφαιρώντας χρήματα, τιμαλφή, ηλεκτρονικά αντικείμενα, διαβατήρια, καθώς και επώνυμα ενδύματα και αξεσουάρ. Σημειώνεται ότι οι συλληφθέντες διέθεταν ιδιαίτερη ικανότητα στη διάρρηξη των κλειδαριών, εξασκούμενοι συνεχώς με κλειδαριές που προμηθεύονταν από το ελεύθερο εμπόριο.

Στην οργάνωση, επίσης, είχαν ενταχθεί και συνεργάζονταν άτομα με εξειδικευμένες γνώσεις σε κοσμήματα, πολύτιμους λίθους και ρολόγια, τα οποία εκτιμούσαν την αξία των κλοπιμαίων και στη συνέχεια τα διέθεταν τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Η οργάνωση είχε διεθνικό χαρακτήρα και κατά καιρούς έμπειρα μέλη της μετέβαιναν σε άλλες χώρες της Ευρώπης με σκοπό τη διάπραξη κλοπών.

Από τις έρευνες που διενεργήθηκαν, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν κλοπιμαία αξίας άνω των 3.000.000 ευρώ, το χρηματικό ποσό των 90.000 ευρώ (σε διάφορα νομίσματα), 5 πιστόλια, ένα υποπολυβόλο (τύπου replica), 9 πολυτελή αυτοκίνητα και μία μοτοσυκλέτα.

Το οικονομικό όφελος από την εγκληματική τους δραστηριότητα, υπολογίζεται ότι υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 ευρώ.

Από τη μέχρι στιγμής έρευνα έχουν εξιχνιαστεί 174 περιπτώσεις διαρρήξεων-κλοπών οικιών σε διάφορες περιοχές της Αττικής.

Οι συλληφθέντες θα οδηγηθούν στον εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών.

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ