Έλληνες στο Χαλέπι περιμένουν φαγητό από τον Αμερικάνικο Ερυθρό Σταυρό

Η προσφυγιά και ο ξεριζωμός υπάρχουν αναμφισβήτητα στο αίμα των Ελλήνων.Την συναντάμε ιστορικά από τις αρχές του 20ού αιώνα έως και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Οι εικόνες των Σύρων προσφύγων στην Ελλάδα, όμως, ξυπνούν για πολλούς αναμνήσεις από τις εξιστορήσεις που έχουν ακούσει από τους παππούδες και τις γιαγιάδες, όταν οι Έλληνες ήταν πρόσφυγες στην Συρία.

Ένας από τους πρώτους σταθμούς που συναντάμε την Ελληνική προσφυγιά στη Συρία, ήταν το 1860 όταν ξεκίνησαν σφαγές και διώξεις χριστιανών στη Β. Αφρική.

Πολλοί χριστιανικοί πληθυσμοί εγκατέλειψαν τις ακτές της Β. Αφρικής και κατέφυγαν σε άλλα μέρη. Ανάμεσά στους πρόσφυγες και Έλληνες που κατευθύνθηκαν προς τη Δαμασκό και το Χαλέπι. Αρκετοί απ’ αυτούς μεταφέρθηκαν και στην Ελλάδα.

Μετά το τέλος της επιχείρησης (Οκτώβριος 1860) τα ελληνικά πλοία μετέφεραν στη χώρα «τους εις αυτά προσφεύγοντες… Ουκ ολίγοι τότε ήλθον εις Αθήνας και άλλας Ελληνικάς πόλεις… Πλήθος προσφύγων μετήγαγον εις την Ελλάδα και τα Ρωσικά πλοία, τους ενταύθα γενικώς κληθέντες Βερουτιανούς (κατοίκους της Βηρυτού), όπερ όνομα απέκτησε έκτοτε εν Ελλάδι την σημασίαν του πρόσφυξ…».

Ο δεύτερος σταθμός, ιστορικά, που βρίσκουμε Έλληνες πρόσφυγες στη Συρία ήταν κατά την διάρκεια της επανάστασης στην Αλεξάνδρεια.

Κατά τη διάρκεια της γαλλοβρετανικής επέμβασης με επίκεντρο την επαναστατημένη Αλεξάνδρεια, αρκετοί χιλιάδες Έλληνες, εγκαταλείπουν την Αίγυπτο, και καταφεύγουν σε άλλες περιοχές που υπάρχει έντονη ελληνική παρουσία όπως η Κωνσταντινούπολη, η Δαμασκός και το Χαλέπι.

Οι περισσότεροι Ελληνες μεταφέρονται σε διάφορες πόλεις ελληνικές πόλεις με εμπορικά πλοία που πηγαινοέρχονται. «Απειράριθμοι οι συσσωρευθέντες εκ των προσφύγων εν Αθήναις και εις διαφόρους πόλεις της Ελλάδος Ελληνες (της Αιγύπτου)… Η Κυβέρνησις και αυτός ο Ελληνικός λαός διά συνεισφορών τους συντηρούσι? Καίτοι εγείρονται υπόνοιαι και φόβοι περί επιδηματικών ασθενειών και υπό των επιτροπών υγείας γνωματεύεται η αραίωσις, η συμπάθεια του κοινού άκαμπτος…», αναφέρεται σε ένα χρονικό της εποχής προσπαθώντας να περιγραφεί η κατάσταση.

Ο τρίτος σταθμός για τους Έλληνες στη Συρία, ήταν η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Μετά την συνθήκη της Λοζάνης το 1923, περίπου 17.000 Έλληνες από τη Μικρά Ασία βρέθηκαν πρόσφυγες σε διάφορες πόλεις της Συρίας.

Τον Αύγουστο του 1923 ο υπεύθυνος των Ελλήνων προσφύγων στο Χαλέπι έστειλε τηλεγράφημα στο υπουργείο Εξωτερικών της Αθήνας, ζητώντας να αποτρέψει άλλους Έλληνες να φτάσουν στην πόλη, γιατί »ήταν αδύνατο να δεχτούν άλλους πρόσφυγες». Η γενικότερη κατάσταση για τους Έλληνες πρόσφυγες το καλοκαίρι του 1923 περιγράφεται ως »τραγική και αβέβαιη», όχι ιδιαίτερα διαφορετική από την σημερινή των Σύρων προσφύγων.

Ο Βρετανός δημοσιογράφος Χάρολντ Σπένσερ είχε γράψει στις αρχές του αρχές Μαρτίου του 1923, βρισκόμενος στην Ελλάδα και καταγράφοντας την προσφυγική τραγωδία: «Η κατάστασις εχειροτέρευσεν, ιδίως λόγω της πολιτικής της Γαλλικής Κυβερνήσεως… Μέγας αριθμός προσφύγων της Μικράς Ασίας επί των πλοίων εις τους Γαλλικούς λιμένας της Συρίας, οι δε Γάλλοι ουχί μόνον αρνούνται να επιτρέψουν εις αυτούς να παραμείνουν τουλάχιστον εις Συρίαν, αλλά αρνούνται και να τους δώσουν τροφήν… Ο εκεί Ελλην πρόξενος ζητεί εσπευσμένως χρήματα διά να σώση τους πληθυσμούς αυτούς εκ πείνης θανάτου, παρίσταται δε ανάγκη να μεταφερθούν και οι πρόσφυγες ούτοι της Συρίας εις την Ελλάδα εφ’ όσον οι Γάλλοι τους εκδιώκουν…» (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ ).

Τι δουλειά είχαν όμως οι Γάλλοι εκεί;

Μετά τη λήξη του Ά παγκοσμίου πολέμου η Συρία ήταν επί της ουσίας υπό Γαλλική κατοχή, αντικαθιστώντας τους Άγγλους. Με τη συμφωνία του Σαν Ρέμο (1920) νομιμοποιείται η  γαλλική στρατιωτική παρουσία σε Συρία – Λίβανο στο όνομα της Κοινωνίας των Εθνών. Τυπικά, για την προστασία των μειονοτήτων και μέχρι να ανεξαρτητοποιηθεί η περιοχή. Ουσιαστικά η «εντολή» σήμανε μετατροπή σε γαλλική αποικία. Εκεί καταφεύγουν για προστασία χιλιάδες Έλληνες.

Για πολλούς η τότε στάση της Γαλλίας είχε χαρακτηριστεί ως απάνθρωπη, και είχαν γίνει πολλαπλές εκκλήσεις σε Αμερικανούς και Βρετανούς για βοήθεια.Η πρώτη ανταπόκριση σε αυτήν την έκκληση ήρθε από τον Αμερικάνικο Ερυθρό Σταυρό διαθέτοντας ένα ποσό της τάξης των 30 εκ. δολαρίων, εκ των οποίων μόνο τα 2-3 εκ. από αυτά χρησιμοποιήθηκαν στους Έλληνες πρόσφυγες στην Συρίας έως τον Αύγουστο του 1923.

Είναι δύσκολο να καταγραφεί ποιά ήταν η συνέχεια των τουλάχιστον 15.000 προσφύγων που είχαν καταφύγει στην Συρία εκείνο τον καιρό.Οι ελάχιστες διαθέσιμες πληροφορίες δείχνουν ότι οι περισσότεροι Έλληνες κατέφυγαν αλλού.

Προς το τέλος του 1923 πάντως υπήρχαν ακόμη μερικοί χιλιάδες Έλληνες πρόσφυγες εκεί περίμεναν την μεταφορά τους.Πολλοί από αυτούς παρέμειναν για αρκετό καιρό στη Συρία.

Ο δημοσιογράφος Νταμιάν Μακόν, το 2014 όταν γινόταν η απεργία πείνας των Σύρων προσφύγων στο Σύνταγμα είχε γράψει εύστοχα, «όπως και Σύροι πρόσφυγες στο Σύνταγμα δεν θέλουν να παραμείνουν στην Ελλάδα, οι Έλληνες πρόσφυγες το 1923 δεν ήθελαν να είναι στη Συρία. Ήθελαν να φτάσουν στην Ελλάδα, μια χώρα που οι περισσότεροι δεν είχαν δει ποτέ αλλά ήλπιζαν ότι τουλάχιστον εκεί θα βρίσκονταν εκτός κινδύνου».

Ενδεικτικό της τότε παρουσίας Ελλήνων στο Χαλέπι, είναι το γεγονός ότι από το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αρχίζει να αυξάνεται σημαντικά ο αριθμός των Χριστιανών Ορθοδόξων. Η αύξηση συνδέεται με την άφιξη ανθρώπων που επέζησαν από τις γενοκτονίες στην Κιλικία και τη Νότια Τουρκία.

 

Ο τελευταίος σταθμός της ελληνικής προσφυγιάς στη Συρία, ήταν κατά την προσάρτηση της Αλεξανδρέττας στην Τουρκία.

Το 1938 τουρκικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Αλεξανδρέττα καθώς το στρατηγικό λιμάνι που υπήρχε εκεί ήταν ένας από τους πρώτους επεκτατικούς στόχους του τότε νέου τούρικου κράτους. Στη περιοχή κατοικούσαν περισσότεροι Άραβες, αλλά και κάποιες άλλες μειονότητες. Οι Τούρκοι ακολουθώντας τακτική εθνοκάθαρσης άλλαξαν την πληθυσμιακή σύνθεση. Το 1939-1940 υπολογίζεται ότι ένας πληθυσμός περίπου 50.000 ανθρώπων αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την περιοχή. Απ’ αυτούς 11.000-12.000 ήταν Ελληνες όπου κατέφυγαν στη Δαμασκό και το Χαλέπι.

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ