Βλέπω  ηλικιωμένους ανθρώπους να κάθονται σε μία τράπεζα της Θεσσαλονίκης απ’ έξω και  περιμένουν. 

Με πρόσωπα ήσυχα, σαν μαθημένοι από τα χρόνια που πέρασαν, απ’ αυτά που κι αν έχουν δει τα μάτια τους. 

Εκεί, καρτερικά, μ’ αυτό το βλέμμα στα μάτια του τι μας ξημερώνει πάλι.  

Τα τελευταία πολλά χρόνια ζούμε στην Ευρώπη σαν οι τελευταίοι και οι παρακατιανοί. 

Υπομονετικά περιμένοντας, μετά  την σύνταξη που κόβεται, μετά τον μισθό που κόβεται, με την ανεργία να εξαπλώνεται.

Στεναχώρια, στεναχώρια, στεναχώρια.

Ξαφνικά ένοιωσα ότι είδα την μάνα μου να περιμένει εκεί. Θυμήθηκα με τι χαρά περίμενε την μέρα που θα πάει να πάρει την σύνταξη του μπαμπά.

Σαν ο μπαμπάς από τον ουρανό να της έστελνε τα χρήματα από την δουλειά που έκανε τόσα χρόνια.

Πάω στην τράπεζα, μου λεγε. Κι ας είχα εγώ να της δώσω. Ήταν τα δικά της λεφτά. Έκανε μ’ αυτά τα δικά της κουμάντα.

Ευτυχώς που οι τράπεζες θα δώσουν τους μισθούς και τις συντάξεις. Αλλά είναι ένα μαρτύριο αυτό που ζουν οι Έλληνες εδώ  και χρόνια τώρα, απ΄αυτά που οι Γιωργάκηδες διέπραξαν ανενδοίαστα. Δεν ξέρω αν έχουμε συναίσθηση ότι όλα αυτά τα χρόνια μας χορηγούν ρευστότητα για να έχουμε την ψευδαίσθηση ότι υπάρχουν χρήματα και με βάση αυτή την ρευστότητα μας εκβιάζουν και υπογράφουμε ότι αυτοί θέλουν.

Τα τελευταία πολλά χρόνια η εικόνα των τραπεζών είναι πλασματική.

Στα σκαλοπάτια λοιπόν  η Ελλάδα περιμένει, να μην  την πετάξουν από την Ευρώπη.

Στα σκαλοπάτια η Ελλάδα περιμένει για ένα ξεροκόμματο.

Γιατί το νοιώθουμε. Μας φέρονται σαν μαύρα σκυλιά, η μαφία της Ευρώπης. Αλλά εμείς εκεί. Η δύναμη του Έλληνα. Το πείσμα αυτού του λαού.

Εκεί, με υπομονή, περιμένουμε να γκρεμίσουμε την Ευρώπη που χάλασε.

Μ΄αυτή την σύνταξη μεγάλωσαν παιδιά, παντρεύτηκαν κόρες, στηρίχτηκαν οικογένειες. Μ’ ‘ένα μολύβι κι ένα χαρτί, με λογαριασμούς που πάνε κι έρχονται στα σπίτια, μέρα-νύχτα.

Έτσι κρατήθηκε η Ελλάδα, όρθια. Αυτοί οι άνθρωποι εκεί, στα σκαλοπάτια. Αυτοί είναι που κρατούνε τις αόρατες κολώνες του οικοδομήματος μας.

Λάκης Λαζόπουλος

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ