Λοιπόν, πάντα είχα μια απορία γιατί στους πολύ πλούσιους αρέσουν οι μουγκές τέχνες.

Χορός, εικαστικά, όπερες.

Μα, η όπερα δεν είναι μουγκή, θα μου πεις.

Είναι, όμως, πολύ συγκεκριμένη. Δεν θ’ αρχίσει η Κάρμεν να λέει τα δικά της.

Ούτε ο πίνακας θα φέρει κάποια αντίρρηση στην κυρία. Ούτε το γλυπτό στον κήπο.

Ούτε στο χορό θ’ αρχίσουν να μιλούν οι χορευτές, λέγοντας λόγια που δεν θα τους άρεσαν.

Αυτή η προτίμηση δεν αφαιρεί ασφαλώς τίποτα απ’ την αξία του χορογράφου, του ζωγράφου, του γλύπτη.

Απλώς το εντοπίζω.

Στη Νέα Υόρκη, όπου ήμουν, είχα πάει να επισκεφθώ το Guggenheim και ένας πολύ γνωστός καλλιτέχνης, που απώθησα το όνομά του, είχε πάρει διάφορες χοντρές μοκέτες και τις είχε ψαλιδίσει.

Τρεις κυρίες είχαν μείνει αποσβολωμένες απ’ το αριστούργημα αυτό, η μια μάλιστα πρόσεξε πως δίπλα απ’ τον πίνακα, σε απόσταση μισού μόλις μέτρου, ήταν μια ηλεκτρική σκούπα, παλιό μοντέλο, ακουμπισμένη στον τοίχο.

Δεν πρόλαβαν οι κυρίες να θαυμάσουν την ιδιοφυή σκέψη του δημιουργού, κι ένα πορτάκι -απ’ αυτά που μοιάζουν σαν μέρος του τοίχου- άνοιξε, βγήκε η γυναίκα που καθάριζε, και μάζεψε τη σκούπα.

Μουγκές και αυτές συνέχισαν ελαφρώς εκνευρισμένες την περιπλάνηση στο θαυμαστό κόσμο της ψαλιδισμένης μοκέτας.

Στο ισόγειο, ο καλλιτέχνης είχε δημιουργήσει κάτι διαφορετικό.

Άμμος χυμένη, σαν μικρό λοφάκι, και πίσσα.

Και δυο σεκιουριτάδες να φυλάνε το έργο.

Τους πλησίασα.

Με πολύ σεβασμό, τους ρώτησα.

Γιατί το φυλάτε; Πώς θα το κλέψουν;

Κουβαδάκι, κουβαδάκι;

Eίναι να τρελαίνεσαι!

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ