Τα γυρίσματα για τη 10η εντολή,  όπου παίζω σε ένα επεισόδιο, ήταν χθες στην οδό Χίου. Εκεί, κοντά στα παλιά εργαστήρια του Φίνου.
Γειτονιά-γειτονιά.
Πολλά παιδιά παίζανε στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγ. Παύλου, θυμίζοντάς μου τα χρόνια μου στη Λάρισα.
Δεκαοκτώ γριές ήταν μαζεμένες, σαν χορός αρχαίας τραγωδίας, μουρμουρίζοντας μεγαλοφώνως τους καημούς και τους πόνους τους.
Μοιάζανε όλες χήρες.
Αυτές που καθόντουσαν στην άκρη, είχανε ψιλοσηκωμένα τα χέρια όσο μίλαγαν, μην τους έρθει καμιά μπαλιά.
Μίλησα με όλους σχεδόν στο δρόμο και στο σχολείο λίγο πιο πέρα, όπου θα γυρίζονταν οι εξωτερικές σκηνές.
Ωραίες αγκαλιές, ωραία χαμόγελα.
Εντωμεταξύ, σε όλο το δρόμο, κυκλοφορούσαν άπειρες γάτες.
Γάτα από εδώ, γάτα από εκεί, γάτες στα παράθυρα, γάτες παντού.
Λέει η κοπέλα από το συνεργείο «Σαν πολλές γάτες δεν έχει αυτή η περιοχή;».
Τόσες είχε και η δική μου γειτονιά, της λέω.

Η γάτα είναι του φτωχού.
Είναι ανυπότακτη. Δεν μπορεί να «ευδοκιμήσει» στην Εκάλη. Εκεί μπορεί να κάνει καριέρα μόνο ο σκύλος.
Διότι ο σκύλος θα φορέσει το λουρί του, θα πάει στον εκπαιδευτή του, θα μάθει το «κάτσε» ή το «sit» για να διευκολύνεται και η Φιλιπινέζα, θα φορέσει το ρουχαλάκι που του διάλεξε η κυρία, θα βάλει τις κάλτσες του.
Ποιος θα κάτσει να ντύσει τη γάτα; Ποιος θα σηκωθεί να πάει να ψωνίσει ρούχα για τη γάτα ή θα την πάει στο κομμωτήριο?
Άρα, η γάτα δεν περνάει καλά στα Βόρεια Προάστια.
Η γάτα θέλει να φάει λίγο μαρίδα, λίγο γαύρο. Η γάτα ακολουθεί αυτόν που ψωνίζει στη Βαρβάκειο. Η γάτα θέλει να νιαουρίσει στη μια πόρτα και, αν δεν της δώσουν να φάει, θα πάει να νιαουρίσει στη διπλανή.
Πού να πάει στην Εκάλη, που η μια πόρτα από την άλλη είναι 15 λεπτά γατοδρόμος;
Όλα έχουν μια εξήγηση, λοιπόν.

SHARE

loading...

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ